Οταν ήμουν πιτσιρίκος, πριν από μισόν αιώνα και βάλε, μπέρδευα συχνά τον Καζαντζάκη με τον Καζαντζίδη. Προφανώς γνώριζα την τύφλα μου και για τους δύο, εάν δεν πίστευα κιόλας πως ο Καζαντζάκης είναι στην πραγματικότητα ο Καζαντζίδης παραμορφωμένος από τον δαίμονα του τυπογραφείου (ή το ανάποδο) -βλέπετε, υπήρχαν ακόμη τυπογραφεία και δαίμονες… Οχι πως έβρισκαν όλοι την άγνοιά μου χαριτωμένη. Θυμάμαι έναν αυστηρό θείο μου, που καθόλου δεν τον ψυχαγωγούσε η ημιμάθεια του ανιψιού του. Με είχε ξεμοναχιάσει ένα βράδυ και, με ύφος δέκα καρδιναλίων, μου είχε ξεφουρνίσει το σπουδαίο μυστικό: «Δεν είναι το αυτό πρόσωπο· τον έναν τον λένε Νίκο, τον άλλον τον λένε Στέλιο». Φαντάζεστε το νέο κύμα θυμηδίας που περιέλουσε την ομήγυρη μόλις διέδωσα τη φρέσκια ενημέρωση για τον «Νίκο Καζαντζίδη» και τον «Στέλιο Καζαντζάκη».

Από ό,τι μου έλεγαν πάντως αργότερα, οι περισσότεροι έβλεπαν το σφάλμα μου λιγότερο επικριτικά, όμοιο με όλα τα σφάλματα των μικρών παιδιών που αποκωδικοποιούμε σχεδόν πάντοτε ως αλάνθαστα προμηνύματα υψηλής νοημοσύνης και μας παρηγορεί η πεποίθηση ότι θα τα εγκαταλείψουν εγκαίρως προτού ενηλικιωθούν, μαζί με τις άλλες κακές τους συνήθειες, όπως το να σκαλίζουν τη μύτη τους ή να καρφώνουν το βλέμμα τους αδιάκριτα. Θέλω να πω, με τα ίδια ακριβώς σφάλματα από τα χείλη ενηλίκων, δεν διασκέδαζαν εξίσου. Τουλάχιστον, κατά τη δική μου παιδική ηλικία, όπου η «κορεκτίλα» τόσο ως ορολογία όσο και ως έννοια ήταν άγνωστη, αλλά είχαν περί πολλού το σαβουάρ βιβρ (πούλαγε σαν τρελό το σχετικό πόνημα της αείμνηστης Ελένης Χαλκούση), γελούσαν με την πιτσιρικαρία αλλά δεν γελούσαν με όσους καλώς ή κακώς εκλάμβαναν – ουπς, να τη πάλι η πολιτική ορθότητα! – ως… καθυστερημένους.

Σήμερα, προφανώς και τα πράγματα έχουν αλλάξει – όχι υποχρεωτικά προς το καλύτερο. Η πολιτική ορθότητα έβαλε σίγουρα το χεράκι της, τουλάχιστον στην αρχή, προς την ορθή κατεύθυνση, μολονότι σύντομα ξεστράτισε από την καταστολή της ψυχικής οδύνης εκείνων των συνανθρώπων μας που θίγαμε με τις «χοντράδες» μας προς την ενίσχυση της κοινωνικής υποκρισίας. Στις μέρες μας, όποιος διατρέξει τα social media, αναμφίβολα δεν θα μείνει με την εντύπωση ότι πρώτιστη μέριμνά μας είναι να μην πληγώσουμε «τα αισθήματα του άλλου». Απεναντίας, θα έλεγε κανείς, φροντίζουμε να αναδείξουμε τον χειρότερό μας εαυτό και καθημερινά εμπλεκόμαστε σε virtual καβγάδες χωρίς έπαθλο, αλλά με αδιαφιλονίκητο θριαμβευτή τον νταή που θα πληγώσει τους αντιπάλους του περισσότερο. Σύμμαχό του, σε αυτήν την… αγενή προσπάθεια, έχει μια παλιά μας γνώριμη, μεταμορφωμένη πλέον σε σημείο αγνώριστο: την ξερολίαση.

Δεν χρειάζεται (ή μήπως χρειάζεται;) να επισημάνουμε τη διαφορά ανάμεσα στην ξερολίαση ενός πιτσιρικά το 1970 και στη ξερολίαση ενός μεσήλικα (και φεύγα) πενήντα χρόνια αργότερα. Εάν πρόκειται για το ίδιο άτομο, δεν μπορούμε παρά να νιώσουμε βαθιά θλίψη και απογοήτευση: εκεί όπου ο κομπασμός και η επίδειξη του μικρού παιδιού δεν πρόδιδε παρά τη βιασύνη του να ενηλικιωθεί και να ενταχθεί επιτέλους ως ισότιμος συνομιλητής στις παρέες των «μεγάλων», η χολή και η άγνοια του μεσήλικα δεν προδίδει παρά το πώς σπατάλησε σε φραγκοδίφραγκα τη χρυσή ευκαιρία της παιδικής του ηλικίας, πώς με την πνευματική του οκνηρία χαράμισε ακόμη και μια δυνατότητα που, στα μικράτα του, ανήκε αποκλειστικά στη σφαίρα της επιστημονικής φαντασίας: πριν πετάξει την όποια παρόλα του προς όποια κατεύθυνση, να πατάει τρία-τέσσερα πλήκτρα και να πληροφορείται αυτομάτως ποιος ήταν ο Καζαντζάκης και ποιος ο Καζαντζίδης· ποια η Δημουλά και ποια η Δημουλίδου.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο