Αν κανείς παρακολουθήσει τη δημόσια αντιπαράθεση γύρω από την υπόθεση των προστατευόμενων μαρτύρων δημοσίου συμφέροντος στην υπόθεση Novartis και το εάν θα καταθέσουν στην προανακριτική επιτροπή της Βουλής για τη διερεύνηση των ποινικών ευθυνών του Δημήτρη Παπαγγελόπουλου θα πίστευε ότι είναι κατεξοχήν η Αριστερά αυτή που υποστήριξε το συγκεκριμένο θεσμό.

Όμως, η ιστορία είναι διαφορετική.

Η αντιπαράθεση για τους προστατευόμενους μάρτυρες και τον «τρομονόμο»

Ο θεσμός των προστατευόμενων μαρτύρων εισήχθη στην ελληνική νομοθεσία σχετικά πρόσφατα και ως τμήμα της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας.

Συγκεκριμένα καθιερώθηκε με τον Ν. 2928/2001 που περιλάμβανε ειδικό άρθρο για την προστασία μαρτύρων. Τότε είχαν υπάρξει μεγάλες αντιδράσεις για την καθιέρωση των μαρτύρων που θα κατέθεταν από καθεστώς ανωνυμίας, έστω και εάν προβλεπόταν η αποκάλυψη των στοιχείων εάν το ζητούσε ο εισαγγελέας ή κάποιος διάδικος.

Και το ΚΚΕ και ο Συνασπισμός είχαν καταγγείλει τις σχετικές ρυθμίσεις, έχοντας άλλωστε συνολική διαφωνία με το νομοσχέδιο.

Χαρακτηριστικά τα όσα είχε πει μιλώντας στη Βουλή εκ μέρους του Συνασπισμού ο Φώτης Κουβέλης:

«Ανωνυμία μαρτύρων, κύριοι συνάδελφοι. Υπάρχει διάταξη στο νομοσχέδιο σύμφωνα με την οποία μπορεί ο μάρτυς να καταθέτει ανωνύμως, να καταθέτει με ηλεκτρονικό τρόπο, να μην είναι ορατός στην διαδικασία του ακροατηρίου. Και βεβαίως, να αποκαλύπτονται, είπε τελικά ο κύριος υπουργός, τα στοιχεία του, εφόσον ο διάδικος το ζητήσει. Τι γίνεται όμως, κύριοι συνάδελφοι, με τη μαρτυρική ανώνυμη κατάθεση στην προδικασία;

Τι γίνεται δηλαδή, με τις καταθέσεις των ανωνύμων μαρτύρων στο στάδιο της ανακρίσεως, όταν αυτές οι καταθέσεις είναι εκείνες που διαμορφώνουν το μέγεθος, αλλά και το βάθος της ποινικής δικογραφίας, με άλλα λόγια είναι αυτές που ανοίγουν το δρόμο για να καταστεί κάποιος ένοχος; Δεν έχει επομένως σημασία το γεγονός ότι παρέχεται η δυνατότητα αποκάλυψης των στοιχείων του μάρτυρα στη διαδικασία. Είναι δυνατόν να συζητάμε στο έτος 2001, όπου εγείρεται διαρκώς το αίτημα για μια δίκαιη δίκη, για προστασία των ατομικών ελευθεριών και των ατομικών δικαιωμάτων, για τέτοιες διατυπώσεις που αποτελούν εκδήλωση αυταρχισμού του δικαίου και οπισθοχώρηση πίσω και από πενήντα χρόνια, κύριε Υπουργέ, στα οποία αναφερθήκατε οριοθετώντας την αφετηρία των διατάξεων του Ποινικού μας Δικαίου; Η κριτική θα μπορούσε να είναι ατελείωτη στο σχέδιο νόμου το οποίο συζητάμε σήμερα. Ο Συνασπισμός της Αριστεράς και της Προόδου έχοντας τη βεβαιότητα και την πολιτική εκτίμηση ότι δεν πρέπει να συμπράξει μετέχοντας έστω στη διαδικασία για τη θεσμοθέτηση αυτού του νόμου, θα αποχωρήσει από τις εργασίες της Βουλής».

Η επέκταση του θεσμού και σε άλλα αδικήματα

Το καθεστώς αυτό επεκτάθηκε με μια σειρά από νόμους. Με το άρθρο 42 του Ν. 2351/2004, επί κυβέρνησης Καραμανλή,  που συμπλήρωσε την αντιτρομοκρατική νομοθεσία, επεκτάθηκε και στα αδικήματα του άρθρου 187Α του ΠΚ που καθιερωνόταν με το συγκεκριμένο νόμο.

Με το όγδοο άρθρο του Ν. 3875/2010 επεκτάθηκε το καθεστώς και σε άλλα αδικήματα, όπως η εμπορία ανθρώπων και η παράνομη διακίνηση μεταναστών, ενώ η τελευταία τροποποίηση από αυτούς έγινε με το άρθρο 1 – παρ. ΙΕ-17 Ν.4254/2014, που ενέταξε και άλλα αδικήματα και συμπλήρωσε το νομοθετικό πλαίσιο για τους μάρτυρες δημοσίου συμφέροντος.

Ο περιορισμός της δυνατότητας αποκάλυψης

Η αρχική διατύπωση του σχετικού άρθρου προέβλεπε σαφώς τη δυνατότητα αποκάλυψης στη δίκη. Ενώ αρχικά αναφερόταν ότι «αν ζητηθεί από τον εισαγγελέα ή από ένα διάδικο η αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος», τότε «το δικαστήριο διατάσσει την αποκάλυψη», στη συνέχεια με το Ν. 3875/2010 η σχετική πρόβλεψη πήρε την ακόλουθη μορφή: «Αν ζητηθεί από τον εισαγγελέα ή από έναν διάδικο η αποκάλυψη του πραγματικού ονόματος του, το δικαστήριο αποφαίνεται αιτιολογημένα για την αποκάλυψη ή μη».

Διαβάστε επίσης: Τα δύο τηλεφωνήματα «Σαράφη» στη ΓΑΔΑ – Τι εγγυήσεις ζήτησε για να καταθέσει

Πάντως ενδεικτικός της επιφύλαξης ως προς την αποτελεσματικότητα του μέτρου ήταν ο παρακάτω περιορισμός που τέθηκε εξαρχής στην παρ. 5 του άρ. 9 του Ν. 2928/2001: «Αν δεν έχουν αποκαλυφθεί τα στοιχεία ταυτότητας του μάρτυρα, μόνη η κατάθεσή του δεν είναι αρκετή για την καταδίκη του κατηγορουμένου.»

Τι έγινε στη δίκη της Χρυσής Αυγής;

Στην πρώτη εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας στη δίκη της 17Ν, η κατάσταση πήρε κάπως ευτράπελη μορφή. Στην προδικασία είχαν καταθέσει δύο μάρτυρες με τους κωδικούς «Α1» και «Β1». Όμως, πήραν κανονική κλήση για να εμφανιστούν στο ακροατήριο, χωρίς κάποια μέριμνα για να προστατευτεί η ανωνυμία τους. Το αποτέλεσμα ήταν όταν αναγνώστηκαν οι σχετικοί κωδικοί στον κατάλογο των μαρτύρων από τον πρόεδρο του δικαστηρίου, αυτοί να σηκώσουν το χέρι και να φωνάξουν «παρών», άρα δεν ήταν ακριβώς ανώνυμοι πλέον.

Στη δίκη της Χρυσής Αυγή υπήρξαν μάρτυρες που κατέθεσαν ανώνυμα στην προδικασία και κλήθηκαν να καταθέσουν στο ακροατήριο. Οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής τους έκαναν δημόσια έκκληση να καταθέσουν επώνυμα και μετά αρνήθηκαν από θέση αρχής να συμμετάσχουν στην εξέταση, σε αντίθεση με τους συνηγόρους υπεράσπισης που συμμετείχαν κανονικά. Πάντως και σε αυτή την περίπτωση με τον έναν άλλο τρόπο στην πράξη κατονομάστηκαν οι μάρτυρες.

Γιατί ασκείται κριτική στο θεσμό των προστατευόμενων μαρτύρων από τα αριστερά;

Την διαχρονική κριτική της αριστεράς στο θεσμό των προστατευόμενων μαρτύρων κατέγραψε ο γνωστός δικηγόρος Κώστας Παπαδάκης, μέλος της πολιτικής αγωγής και στη δίκη της Χρυσής Αυγής, σε άρθρο του το 2018 στην ιστοσελίδα info-war.gr του Άρη Χατζηστεφάνου.

Αναφέρει χαρακτηριστικά ο Παπαδάκης:

«Τι σημαίνει ανώνυμοι μάρτυρες;

Σημαίνει ότι γενικεύεται μια πρακτική η οποία ναρκοθετεί τα θεμέλια των δικονομικών ελευθεριών και εγγυήσεων. Ανώνυμοι μάρτυρες σημαίνει αδιαφανής δίκη, διεξαγωγή της χωρίς αμεσότητα και δυνατότητα κατ’ αντιπαράστασης εξέτασης. Σημαίνει ευχέρεια καταδίκης χωρίς στοιχεία και χωρίς το δικαίωμα στον κατηγορούμενο να υπεραμυνθεί του εαυτού του, χωρίς κανέναν έλεγχο της αξιοπιστίας και διερεύνησης των κινήτρων του προσώπου και του περιεχομένου των καταθέσεων.

Σημαίνει κατάργηση των υπερασπιστικών δικαιωμάτων και ενίσχυση της αυθαιρεσίας των κατασταλτικών μηχανισμών και των δικαστηρίων απέναντι σε οποιονδήποτε κατηγορούμενο επιθυμεί.

Σημαίνει αδυναμία αυτού που παρακολουθεί τη δίκη να ελέγχει τη δικαστική εξουσία (που και αυτή με τη σειρά της είναι δέσμια ενός μάρτυρα που δεν γνωρίζει, δεν μπορεί να δει και να εξετάσει ουσιαστικά) αν σέβεται το τεκμήριο αθωότητας και αν δικάζει με συγκεκριμένες αποδείξεις. Η ίδια η λαϊκή κυριαρχία, έκφανση της οποίας αποτελεί το δικαίωμα δημοσιότητας της δίκης καταργείται».

Μόνο το ΚΚΕ επιμένει στη αρχική θέση του

Είναι αλήθεια ότι στη διάρκεια της κυβερνητικής θητείας του ο ΣΥΡΙΖΑ απέφυγε να κάνει πράξη κάποια από τις προηγούμενες θέσεις του πάνω στα ζητήματα της αντιτρομοκρατικής νομοθεσίας, με το σχετικό θεσμικό πλαίσιο να παραμένει ανέπαφο.

Το ίδιο ισχύει και για τη συγκεκριμένη ρύθμιση, την οποία σήμερα υπερασπίζεται σε όλους τους τόνους, παρά την προηγούμενη αντίθεσή του σε τέτοιες ρυθμίσεις. Γιατί ακόμη και αν μπορεί κανείς να κατηγορήσει για ανακολουθία τα κόμματα της πλειοψηφίας της προανακριτικής που ζητούν να αρθεί ένα καθεστώς ανωνυμίας που έχουν υποστηρίξει, για αντίστοιχη ανακολουθία μπορεί κανείς να κατηγορήσει ένα κόμμα που κάποτε κατήγγειλε τους «τρομονόμους» και τώρα τους επικαλείται.

Εντός κοινοβουλίου μόνο το ΚΚΕ έχει παραμείνει σταθερό στη θέση που είχε και όταν πρωτοήρθαν αυτές οι ρυθμίσεις.

Χαρακτηριστικά τα όσα αναφέρει σε πρόσφατο άρθρο του στην Εφημερίδα των Συντακτών ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του ΚΚΕ και μέλος της προανακριτικής Νίκος Καραθανασόπουλος: «Σε καμία περίπτωση δεν πρόκειται να νομιμοποιήσουμε έναν θεσμό που σήμερα δοκιμάζεται σε υποθέσεις διαφθοράς, αλλά αύριο μπορεί να είναι ένα ισχυρό όπλο στα χέρια του κράτους ή άλλων μηχανισμών εναντίον όσων δεν τους είναι αρεστοί.

Σημαίνει αυτό ότι αδιαφορούμε για την προστασία τέτοιων μαρτύρων; Κάθε άλλο. Θεωρούμε ότι το κράτος και οι αρχές έχουν όλες τις δυνατότητες να προστατεύσουν έναν μάρτυρα και αυτό μπορεί να γίνει πιο αποτελεσματικά σε καθεστώς επωνυμίας και δημοσιότητας, αντί της σημερινής κατάστασης όπου οι διωκτικές αρχές, διάφοροι μηχανισμοί, ΜΜΕ, αλλά και πιθανά όσοι θέλουν να τους βλάψουν, ξέρουν την ταυτότητα των μαρτύρων, η οποία όμως δεν είναι γνωστή στο ευρύ κοινό».

Γράψτε το σχόλιό σας