Ο Εμανουέλ Μακρόν αρέσκεται στο να ανοίγει «μεγάλες συζητήσεις» στη γαλλική κοινωνία, έστω και εάν κάποιες στιγμές μάλλον δείχνει αδυναμία να ακούσει τι ακριβώς ζητά η τελευταία, όπως φάνηκε και από τον αυταρχικό τρόπο με τον οποίο αντιμετώπισε το κίνημα των «κίτρινων γιλέκων».

Η τελευταία μεγάλη συζήτηση που θέλει να ανοίξει είναι αυτή που αφορά τη μετανάστευση. Και σε πείσμα της προσπάθειάς του να αναδειχθεί σε κληρονόμων των φιλελεύθερων και δημοκρατικών παραδόσεων της Ευρώπης, ο Εμανουέλ Μακρόν θέλει να περιορίσει τη μετανάστευση.

Μάλιστα σε αυτή τη επιδίωξή του δίνει και ένα ταξικό πρόσημο, καθώς θεωρεί ότι το ζήτημα της σκληρής στάσης στη μετανάστευση θα του δώσει ένα άνοιγμα στην εργατική τάξη: «το ερώτημα είναι εάν θέλουμε να είμαστε ένα αστικό κόμμα ή όχι. Η αστική τάξη δεν έχει πρόβλημα με τη μετανάστευση.

Δεν την συναντούν πότε. Οι εργατικές τάξεις ζουν με αυτή. Η αριστερά δεν θέλησε να κοιτάξει το πρόβλημα αυτό για δεκαετίες. Οι εργατικές τάξεις έχουν επομένως μετακινηθεί προς την άκρα δεξιά».

Έτσι λοιπόν ο Εμανουέλ Μακρόν θεωρεί ότι μια σκληρή πολιτική για τη μετανάστευση θα τον βοηθήσει να αποκτήσει μεγαλύτερη πρόσβαση στα λαϊκά στρώματα και έτσι θα ανακόψει την εκλογική δυναμική της Μαρίν Λε Πέν στις προεδρικές εκλογές του 2022.

Τι δείχνουν τα στοιχεία

Βέβαια, τα στοιχεία δεν δείχνουν κάποια πολύ μεγάλη αύξηση των αφίξεων μεταναστών. Το 2018 255.956 μετανάστες έλαβαν άδεια παραμονής στη Γαλλία, μια αύξηση 3,4% σε σχέση με το 2017, ενώ υπήρξε μια αύξηση 22,7% στις αιτήσεις ασύλου φτάνοντας τις 123.625.

Επιπροσθέτως έφτασαν περίπου 100.000 πολίτες άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Αριθμοί μεγάλοι ίσως, αλλά μιλάμε για χώρα 67 εκατομμυρίων κατοίκων. Άλλωστε οι συνολικές στατιστικές για τη μετανάστευση στη Γαλλία δεν παραπέμπουν σε κάποια τρομακτική αύξηση της μετανάστευσης.

Ο συνολικός μεταναστευτικός πληθυσμός στη Γαλλία είναι το 9,7% του γαλλικού πληθυσμού, ενώ το 1975 ήταν 7,5% και το 1946 5%. Μάλιστα, εάν αφαιρέσουμε όσους εξ αυτών έχουν πάρει πια τη γαλλική ιθαγένεια, τότε ο αριθμός των αλλοδαπών που κατοικούν στη Γαλλία αντιπροσωπεύει το 7.1%, ενώ το 1975 ήταν 6,5% και το 1946 ήταν 4,4%.

Ακόμη και εάν προσθέσουμε τους κατόχους γαλλικής ιθαγένειας που είχαν γεννηθεί εκτός Γαλλίας, τότε φτάνουμε σε ένα ποσοστό 12,2% του πληθυσμού που δεν γεννήθηκε σε Γαλλικό έδαφος. Όπως και εάν τα δει κανείς αυτά τα στοιχεία σίγουρα απέχουν από την εικόνα της εισβολής.

Τι γίνεται στην υπόλοιπη Ευρώπη

Ανάλογα είναι και τα στοιχεία για τη Γερμανία, μια χώρα που για αρκετά χρόνια είχε μια πολιτική υποδοχής μεγάλου αριθμού μεταναστών. Τον Ιανουάριο του 2018 το συνολικό ποσοστό των αλλοδαπών στη Γερμανία ήταν 11,7%, ενώ εάν προσθέσουμε όσους πολιτογραφήθηκαν πάμε σε ένα ποσοστό ανθρώπων που διαμένουν στη Γερμανία ενώ δεν γεννήθηκαν σε αυτή που αγγίζει το 16,6%, κάτι όμως που δικαιολογείται και από τα χαρακτηριστικά της μετανάστευσης στη Γερμανία σε προηγούμενες περιόδους.

Ακόμη και στη Βρετανία, όπου υποτίθεται ότι η συγκράτηση των μεταναστευτικών ροών ήταν από τους βασικούς λόγους που οδήγησαν στη επικράτηση του Brexit, το ποσοστό των αλλοδαπών στον πληθυσμό ήταν 9,5% τον Ιανουάριο του 2018, με το συνολικό αριθμό όσων γεννήθηκαν εκτός Βρετανικού εδάφους συμπεριλαμβανομένων όσων απέκτησαν την ιθαγένεια να φτάνει το 14,4%.

Στην Ιταλία όπου πολιτικοί όπως ο Ματέο Σαλβίνι επιμένουν ιδιαίτερα στην αντιμεταναστευτική ρητορική το συνολικό ποσοστό των αλλοδαπών στον πληθυσμό φτάνει το 8,5%, εκ των οποίων το 2,6% είναι πολίτες άλλων χωρών μελών της ΕΕ. Μάλιστα οι δύο πρώτες χώρες προέλευσης των μεταναστών στην Ιταλία παραμένουν η Ρουμανία και η Αλβανία.

Στην Ελλάδα για να δώσουμε ένα μέτρο σύγκρισης, σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat το ποσοστό των αλλοδαπών ήταν στο 7,6% και το ποσοστό όσων έχουν γεννηθεί εκτός Ελλάδος, συμπεριλαμβανομένων όσων απέκτησαν εν συνεχεία την ιθαγένεια φτάνει το 11,9%.

Εάν μάλιστα πάμε να δούμε την εικόνα πανευρωπαϊκά τότε τα στοιχεία αναφέρουν ότι τον Ιανουάριο του 2018 διέμεναν στην Ευρώπη 22,3 εκατομμύρια πολίτες άλλο χωρών (εκτός ΕΕ) ή 4,4% του πληθυσμού, ενώ υπήρχαν και 17,6 εκατομμύρια άνθρωποι που είχαν την ιθαγένεια άλλου κράτους της ΕΕ από αυτό στο οποίο διέμεναν.

Αν θελήσουμε να δούμε τις συνολικές μεταναστευτικές ροές, πάλι οι αριθμοί απέχουν από την εικόνα της εισβολής. Η Eurostat μιλάει για 2,4 εκατομμύρια ατόμων τρίτων που μετανάστευσαν προς την Ευρώπη από τρίτες χώρες. Παράλληλα υπήρξαν και 1,3 εκατομμύρια πολίτες κρατών-μελών της ΕΕ που μετακινήθηκαν σε άλλα ευρωπαϊκά κράτη καθώς και 1 εκατομμύριο άτομα που επέστρεψαν στη χώρα μέλος της οποίας έχουν την ιθαγένεια.

Είναι προφανές ότι εάν σκεφτούμε ότι μιλάμε για μια περιοχή με συνολικό πληθυσμό 512 εκατομμυρίων κατοίκων με το 22% του παγκόσμιου ΑΕΠ, δύσκολα μπορούμε να πούμε ότι έχουμε να κάνουμε με μια εισβολή. Ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι μεγάλο μέρος της μετανάστευσης στην Ευρώπη αφορά την κατοχυρωμένη ελευθερία μετακίνησης των ευρωπαίων πολιτών εντός ΕΕ.

Οι πραγματικές ροές προσφύγων

Ούτε είναι η Ευρώπη η περιοχή με τους περισσότερους πρόσφυγες. Εάν δούμε τα στατιστικά της Ύπατης Αρμοστείας του ΟΗΕ για τους πρόσφυγες, το 2018 υπήρχαν στον κόσμο 25,9 εκατομμύρια πρόσφυγες. Πέραν των 5,5 εκατομμυρίων Παλαιστινίων προσφύγων, το 57% των προσφύγων προέρχεται από τρεις χώρες: 6.7 εκατομμύρια από τη Συρία, 2,7 εκατομμύρια από το Αφγανιστάν και 2,3 εκατομμύρια από το Νότιο Σουδάν.

Μόνο η Γερμανία, με 1,1 εκατομμύρια πρόσφυγες στο έδαφός της περιλαμβάνεται στις 5 πρώτες χώρες υποδοχής προσφύγων. Οι άλλες τέσσερις είναι εκτός Ευρώπης και είναι οι γειτονικές χώρες των χωρών από όπου φεύγουν οι περισσότεροι πρόσφυγες: 3,7 εκατομμύρια πρόσφυγες στην Τουρκία, 1,4 εκατομμύρια πρόσφυγες στην Ουγκάντα, 1,1 εκατομμύρια πρόσφυγες στο Σουδάν.

 

Και όμως θέλουν να βάλουν επιπλέον φραγμούς

Εάν κανείς κοιτάξει τις πολιτικές για τη μετανάστευση και το άσυλο στην Ευρώπη, θα διαπιστώσει μια διαρκή προσπάθεια να περιοριστούν ακόμη περισσότεροι οι αφίξεις. Σε ό,τι αφορά το δικαίωμα στο άσυλο, στις περισσότερες χώρες το καθεστώς έχει αυστηροποιηθεί και εφαρμόζονται διαδικασίες που οδηγούν σε γρηγορότερη εξέταση και απόρριψη των αιτημάτων ασύλου.

Κυρίως, όμως, τόσο με θεσμικούς όσο και με έμπρακτους τρόπους πολλές χώρες έχουν επιλέξει να σφραγίσουν τα σύνορά τους προς την άφιξη περισσότερων μεταναστών και προσφύγων.

Αυτό πρώτα και κύρια έχει πάρει τη μορφή τη αυστηροποίησης του καθεστώτος της βίζας ακόμη και της απλής «τουριστικής». Για παράδειγμα η Γερμανία το 2018 απέρριψε  241.796 χιλιάδες αιτήσεις βίζας, αρκετά περισσότερες από το 2017 που απέρριψε 205.345 αιτήσεις.

Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο τα προξενεία που ανήκουν στο σύστημα Σένγκεν απέρριψαν το 2018 το 9,6% των αιτήσεων βίζας που δέχτηκαν, μια σημαντική αύξηση σε σχέση με το 2015 όταν απέρριψαν το 6,2%.

Μόνο που αυτές οι απορρίψεις αφορούν ιδιαιτέρως κάποιες χώρες. Για παράδειγμα το ποσοστό απόρριψης αιτήσεων βίζας για τις χώρες Σένγκεν φτάνει το 2018 το 49,8% για αιτήσεις από την Νιγηρία, το 47,8% για αιτήσεις από το Ιράκ, το 46,8 % για αιτήσεις από τη Γουινέα, το 46% για αιτήσεις από τη Δημοκρατία του Κονγκό και το 45,5% για αιτήσεις από την Αλγερία.

Ας μην ξεχνάμε ότι αυτό αφορά όσους κάνουν αιτήσεις, καθώς το είδος των εγγράφων που ούτως ή άλλως απαιτεί μια τέτοια βίζα (που περιλαμβάνει πέραν των εισιτηρίων επιστροφής, ταξιδιωτική ασφάλιση, απόδειξη εξασφαλισμένης διαμονής και διαβεβαίωση ότι υπάρχουν οι αναγκαίοι οικονομικοί πόροι) σημαίνει ότι αρκετοί απλώς δεν κάνουν αίτηση να πάρουν βίζα.

Τα κλειστά σύνορα

Έπειτα υπάρχουν τα κλειστά σύνορα. Το κλείσιμο του «βαλκανικού διαδρόμου» στις αρχές του 2016 και η επαναφορά των συνοριακών ελέγχων σήμαινε ότι πρακτικά τα σύνορα έκλεισαν για μεγάλο αριθμό προσφύγων.

Με ανάλογο τρόπο λειτούργησε και η επιλογή της ιταλικής κυβέρνησης πρακτικά να κλείσει τα λιμάνια της, παρότι έχουν πληθύνει οι καταγγελίες για βάναυση κακομεταχείριση των προσφύγων και των μεταναστών που βρίσκονται στη Λιβύη.

Έτσι οι αφίξεις προσφύγων στη Μεσόγειο από 119.369 το 2017 υποχώρησαν σε 23.370 το 2018. Όμως, ο αριθμός των νεκρών στη Μεσόγειο παραμένει υψηλός: 2873 νεκροί και αγνοούμενοι το 2017 και 1311 το 2018. Το 2019 οι αφίξεις μειώθηκαν ακόμη περισσότερο, φτάνοντας τις 9649 στους πρώτους 10 μήνες, όμως το ταξίδι έγινε ακόμη πιο θανατηφόρο: 694 αγνοούμενοι. Ενώ το 2018 αναλογούσαν 56,9 νεκροί και αγνοούμενοι ανά 1000 αφίξεις, το 2019 η αναλογία είναι ακόμη πιο τρομακτική: 71,9 στους 1000.

Σε όλες σχεδόν τις χώρες έχει ενταθεί η επιτήρηση συνόρων, οι έλεγχοι, ακόμη και οι κυριολεκτικοί φράχτες, όπως για παράδειγμα αυτοί που έχει υψώσει στα δικά της σύνορα η Ουγγαρία του Βίκτωρ Όρμπαν.

 

Οι σκέψεις για ακόμη μεγαλύτερο περιορισμό της μετανάστευσης

Σε αυτό το τοπίο στις περισσότερες χώρες κυριαρχεί η ρητορική ότι πρέπει να μπουν φραγμοί στη μετανάστευση. Στη Γαλλία για παράδειγμα η υπουργός εργασίας Μυριέλ Πενικό δήλωσε ότι για πρώτη φορά πρόκειται να τεθούν όρια στον αριθμό των εργαζομένων που προέρχονται από χώρες εκτός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η δήλωση αυτή ακολούθησε ανάλογη του γάλλου πρωθυπουργού, Εντουάρ Φιλίπ, που δήλωσε τον περασμένο μήνα ότι δεν αντιτίθεται στην καθιέρωση ποσοστώσεων για μετανάστες.

Πάντως η προσπάθεια της κ. Πενικό να υιοθετήσει μια τοποθέτηση την οποία μέχρι τώρα κυρίως έβαζε η ακροδεξιά ήταν εμφανής: « προτεραιότητά μας είναι να βοηθήσουμε τους Γάλλους να επιστρέψουν στην αγορά εργασίας. Ύστερα θα καλωσορίσουμε τους πρόσφυγες προσφέροντάς τους τη δυνατότητα εξεύρεσης εργασίας», υποστήριξε και πρόσθεσε «Εάν υπάρξουν περαιτέρω ανάγκες, προς όφελος της χώρας και των εταιρειών, θα φέρουμε το ανθρώπινο δυναμικό που χρειαζόμαστε, ανάλογα με το επάγγελμά τους και τα προσόντα τους».

 

Και η Ελλάδα σε ρόλο «φραγμού»

Σε αυτό το τοπίο είναι προφανές ότι οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες θέλουν η Ελλάδα να συνεχίσει να παίζει το ρόλο ενός «φραγμού» στην είσοδο προσφύγων και μεταναστών στην Ευρώπη. Αυτό μπορεί να εξηγήσει τη διαρκή επί της ουσίας αδιαφορία για το γεγονός ότι στην Ελλάδα εγκλωβίζονται άνθρωποι που θέλουν να μετακινηθούν προς άλλες ευρωπαϊκές χώρες, πέραν των όποιων κατά καιρούς δηλώσεων ενδιαφέροντος.

Όμως, το πρόβλημα είναι πιο συνολικό. Η Ευρώπη σε μεγάλο βαθμό διαμορφώθηκε και από μετανάστες. Αυτοί για παράδειγμα συνέβαλαν στο «γερμανικό οικονομικό θαύμα», στο να γίνει το Λονδίνο οικονομικό κέντρο, ή το Παρίσι κέντρο των γραμμάτων και των τεχνών. Αρκετές ευρωπαϊκές χώρες πολύ πριν υπάρξουν χώρες υποδοχής μεταναστών είδαν μεγάλο αριθμό δικό τους πολιτών να φεύγουν μετανάστες.

Η ίδια η σημερινή σύνθεση των ευρωπαϊκών κρατών χρωστά πολλά στις μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών που έγιναν στον 20ο αιώνα. Ο ευρωπαϊκός πολιτισμός στηρίχτηκε στις πολιτιστικές ανταλλαγές που έφερναν διαδοχικές μεταναστεύσεις. Την ίδια ώρα η Ευρώπη γερνάει, ενώ οι μετανάστες μπορούν να βελτιώσουν την ηλικιακή κατανομή: Τον Ιανουάριο του 2018 η μέση ηλικία του ημεδαπού πληθυσμού στην Ευρώπη ήταν τα 44 έτη ενώ του αλλοδαπού πληθυσμού τα 36.

Παρ’ όλα αυτά κυριαρχεί η κοντόθωρη αντίληψη ότι οι υιοθέτηση πολιτικών περιορισμού της μετανάστευσης θα ανακόψει την επέλαση της ακροδεξιάς. Είναι, όμως, πολύ πιθανό, να απλώς να της δώσει ακόμη μεγαλύτερη νομιμοποίηση.