Το να ομιλήση κανείς δι’ ένα δημιουργόν εξ αιτίας του θανάτου του είνε γεγονός πολύ θλιβερόν. Μεγάλος δημιουργός ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης και το έργον του μέγα και κολοσσιαίον. Εις τα Ελληνικά γράμματα το έργον του κατέχει μίαν από τας πρώτας θέσεις και η Ελληνική γραμματολογία θ’ ασχοληθή επί πολύ επί αυτού. Ο κριτικός τής αύριον θα εύρη άφθονον υλικόν εις το έργον του κ. Θεοτόκη. Λογοτέχνης από τους ολίγους πρώτους και κορυφαίους των Ελληνικών γραμμάτων, αλλά και άνθρωπος από τους ολίγους. Σπανία ψυχή καλωσύνης και αγαθότητος.
Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης, υιός του κόμητος Μάρκου Θεοτόκη, της μεγάλης και αριστοκρατικής Βυζαντινής οικογενείας, ο οποίος έγραψε και ιστορικάς πραγματείας περί της Επτανήσου, και της θυγατρός (σ.σ. σε άλλες πηγές αναφέρεται ως ανιψιά ή ξαδέλφη) του Ιακώβου Πολυλά, εγεννήθη εις Κέρκυραν τω 1871 (σ.σ. κατά τας πηγάς, και σύμφωνα με την επικρατέστερη εκδοχή, γεννήθηκε στους Καρουσάδες της Κέρκυρας στις 13 Μαΐου 1872), όπου ετελείωσε και το Γυμνάσιον.
Νεώτατος εις ηλικίαν είκοσι δύο ετών ενυμφεύθη την Βαρώνην Φον-Μάλοβες (σ.σ. αλλαχού αναφέρεται ως φον Μάλοβιτς ή Μόλοβιτς), μεγάλης οικογενείας της Βιέννης, της οποίας ο αδελφός στρατηγός έπεσε κατά τον Ευρωπαϊκόν πόλεμον.
Μόλις αποπεράτωσε τας σπουδάς του εις Κέρκυραν, ανεχώρησεν εις Παρισίους, όπου έμεινεν επ’ αρκετόν σπουδάζων. Αργότερον μετέβη εις Γερμανίαν, Αυστρίαν, Αγγλίαν και Ιταλίαν. Εκ του εξωτερικού επιστρέψας εις Κέρκυραν, παρέμεινεν το πλείστον εις το μεγάλον του κτήμα, παρά το χωρίον Κρασάδες (σ.σ. Καρουσάδες). Γνώστης των περισσοτέρων ξένων γλωσσών και αυτής της Ινδικής και της Σανσκριτικής, ήτο από τους ολίγους της αρχαίας Ελληνικής κατόχους.
Η εγκυκλοπαιδική του μόρφωσις ήτο εξαιρετικόν φαινόμενον. Εις την Ελλάδα ελάχιστοι γνωρίζουν και εμελέτησαν όσα ο Θεοτόκης εγνώριζεν και εμελέτησεν. Εις τα γεωργικά ήτο από τας ολίγας ειδικότητας. Φίλος στενός του Μαβίλη, κατήρτισαν κατά το 1896-97 ίδιον εθελοντικόν σώμα, το οποίον εξ ιδίων συνετήρουν, και επολέμησαν εν Ηπείρω και Κρήτη.
Διαπνεόμενος από φιλελευθέρους και δημοκρατικάς αρχάς προσεχώρησεν ενθέρμως εις το σώσαν την Ελλάδα εθνικόν κίνημα της Θεσσαλονίκης. Η προσωρινή της Εθνικής Αμύνης Κυβέρνησις τον απέστειλεν αντιπρόσωπόν της εις Ρώμην.
Προ τριετίας ήλθεν εις Αθήνας και διωρίσθη ανώτερος υπάλληλος εις την Εθνικήν Βιβλιοθήκην. Η ασθένεια όμως, εξ ης απέθανεν προ μηνών και ο αδελφός του συνταγματάρχης Δημήτριος Θεοτόκης, ο διοικητής της Ανεξαρτήτου Μεραρχίας (σ.σ. σχηματισμός του Ελληνικού Στρατού, που έδρασε κατά τη Μικρασιατική Εκστρατεία), την οποίαν έσωσεν ολόκληρον εκ της αιχμαλωσίας, τον προσέβαλε μετά εν έτος.
Επί δύο έτη υπέφερε φρικτόν μαρτύριον ο συγγραφεύς· εις τον «Ευαγγελισμόν», όπου ενοσηλεύθη επί τινον χρόνον, του εγένετο και εγχείρισις, αλλά η ασθένειά του δεν εθεραπεύετο. Υποφέρων φρικτώς ο Κερκυραίος λογοτέχνης, και υπομένων το μαρτύριον του πόνου στωικώς, ανεχώρησεν εις Κέρκυραν, ίνα μη πλέον επιστρέψη εδώ. Το πολυαγαπημένο του νησί τον κρατεί διά παντός από προχθές…
Μεγάλο, πολύ μεγάλο το έργον του συγγραφέως, και εκλεκτόν.
Εις το Παρίσι, όπου ευρίσκετο τω 1895, εξέδωκε το πρώτον διήγημα με τον τίτλον Vie de Montagne, γραμμένο εις την γλώσσαν του Σατωβριάνδου και του Λαμαρτίνου.
Επανελθών εις την Ελλάδα εδημοσίευσε εις το περιοδικόν «Τέχνη» του αειμνήστου Κ. Χατζοπούλου σειράν διηγημάτων, μεταξύ των οποίων το «Βιο της Κυράς Κερκύρας», τα «Πάθη» (σ.σ. «Πάθος»), το «Πίστομα», παρμένα από την ζωήν του χωρίου της Κερκύρας. Εις τον «Νουμά» αργότερα εδημοσίευσε πεζάς και εμμέτρους μεταφράσεις από τον Μαχαβαράταν (σ.σ. το ινδικό έπος Μαχαμπαράτα), μεταφράσεις από τον Οράτιον και τον Πίνδαρον, εις Βυζαντινόν μέτρον των Εκκλησιαστικών τροπαρίων. Επίσης εδημοσιεύθησαν εις διάφορα περιοδικά τα εξής διηγήματα:
«Υπόληψη», «Κάιν», «Ακόμα;», το οποίον μετεφράσθη εις την Ρωσσικήν και εδημοσιεύθη εις Ρωσσικόν περιοδικόν, «Οι δύο αγάπες», «Τίμιος κόσμος», ο «Απελλής», αρχαίας υποθέσεως, η «Κασσώπη», με υπόθεσιν την επιδρομήν των Γότθων εις την Κέρκυραν τω 500 μ.Χ. Εις βιβλία εξέδωκε επίσης την «Τιμήν και το χρήμα» (πρώτη έκδοσις εις Κέρκυραν), τον «Κατάδικον», την «Ζωήν και τον θάνατον του Καραβέλα», τους «Σκλάβους στα δεσμά τους», τον «Οθέλλον» και την «Τρικυμίαν» του Σαίξπηρ. Μετά του Μαβίλη μετέφρασαν εκ του Ινδικού το «Νάλας και Νταμαγιάντη» (σ.σ. επεισόδιο του ινδικού έπους Μαχαμπαράτα). Επίσης μετέφρασε και εξέδωκε την «Σακούνταλα» του μεγάλου Ινδού δραματικού συγγραφέως Καλιδάσα.
Πλούσιον και άφθονον επίσης το ανέκδοτον έργον του Θεοτόκη. Εκ του Λατινικού έχει μεταφράσει του Βιργιλίου τα «Γεωργικά» και του Λουκρητίου εμμέτρως τα «Περί φύσεως». Από το Ινδικόν έχει μεταφράσει του Καλιδάσα «Ουρβάση» και την «Ιστορίαν του Μαλάβικα και της Αγκνιμέτρα», κεφάλαια από τους «Βέδες», την ιεράν βίβλον των Ινδών, από το Γερμανικόν του Γκαίτε τον «Έρμαν και την Δωροθέαν» εις δακτυλικόν εξάμετρον. Εκ του Αγγλικού του Σαίξπηρ τον «Μάκβεθ», τον «Βασιλέα Ληρ» και τον «Αμλέτον». Επίσης έχει γράψει ιστορίαν της «Ινδικής φιλολογίας», εισαγωγήν εις την «Σακούνταλα» και σχόλια δύο τόμους. Έχει μεταφράσει δε εμμέτρως και την «Λυσιστράτην» του Αριστοφάνους. Και υπάρχει ελπίς να ευρεθούν και άλλα του ανέκδοτα διηγήματα.
Αυτό είνε το έργον του Κερκυραίου λογοτέχνου. Μεγάλος δημιουργός, θαυμάσιος παρατηρητής και ψυχολόγος δυνατός, τεχνίτης εις τον διάλογον και εις την περιγραφήν λεπτομερέστατος. Εις την δημοτικήν γλώσσαν έδωκε χαρακτήρα. Εις το ηθογραφικόν διήγημα αναμφισβητήτως κατέχει την πρώτην θέσιν. Την ζωήν του χωριού και του χωριάτη ολίγοι μας την έδωσαν όπως ο Θεοτόκης. Την ψυχολογίαν της γυναικός κανείς δεν την εμελέτησεν όπως ο Θεοτόκης, αλλ’ ούτε και τον τύπον της μας τον εζωγράφισε κανείς εις τα έργα του όπως ο Κερκυραίος καλλιτέχνης.
Την Μαργαρίταν που μας δίνει ο Θεοτόκης εις τον «Κατάδικόν» του κανείς ως τώρα δεν ημπόρεσε να μας την δώση. Το έργον του, το πρωτότυπόν του έργον, το διήγημα του Θεοτόκη, η ηθογραφία του, τίθεται εις την πρώτην θέσιν της Ελληνικής λογοτεχνίας. Αλλά και ως άνθρωπος ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης ήτο εξαιρετικός. Όσοι τον εγνώρισαν και όσοι τον επλησίασαν, θα ενθυμούνται πάντοτε τον καλόν και αγαθόν άνθρωπον και την καλήν του και ευχάριστον συντροφιάν. Τους νέους τούς υπεστήριξεν και τους εβοήθησε πάντοτε, διότι ήτο καλός, πολύ καλός, όπως ήτο μεγάλος δημιουργός και δυνατός καλλιτέχνης.
*Κείμενο με την υπογραφή Μ (κατά πάσαν πιθανότητα, ανήκει στον Σπύρο Μελά, ο οποίος υπέγραφε την ίδια ημέρα και άλλα κείμενα της εφημερίδας), που έφερε τον τίτλο «Ο νεκρός ποιητής» και είχε δημοσιευτεί στο «Ελεύθερον Βήμα» την Τρίτη 3 Ιουλίου 1923. Την προτεραία είχε πραγματοποιηθεί η κηδεία του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, ο οποίος είχε φύγει από τη ζωή την 1η Ιουλίου 1923.
Ο Κωνσταντίνος Θεοτόκης (επιπρόσθετες πληροφορίες για τη ζωή και το έργο του μπορείτε να αναζητήσετε σε παλαιότερο άρθρο μας για εκείνον) θεωρείται ένας από τους πλέον αξιόλογους έλληνες πεζογράφους, καθώς το έργο του ανανεώνει την ηθογραφική πεζογραφία και διακρίνεται για τους κοινωνικούς προβληματισμούς και τη ρεαλιστική γραφή.
Η μουσική παράσταση «ASTORIA» μάς μεταφέρει στη Νέα Υόρκη του Μεσοπολέμου, εκεί όπου μια μικρή Ελλάδα γεννιέται μέσα σε ένα καφενείο στην καρδιά της Αστόριας και το τραγούδι γίνεται φωνή, παρηγοριά και αντίσταση.