Παρά τη σχετική της υπεροχή σε παγκόσμιο επίπεδο, η Ευρωπαϊκή Ένωση εμφανίζει στασιμότητα στην καταπολέμηση της διαφθοράς. Η Ελλάδα κινείται στη μεσαία ζώνη, με χρόνιες αδυναμίες στη διαφάνεια, τον έλεγχο της εξουσίας και τη χρηματοδότηση της πολιτικής.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξακολουθεί να καταγράφεται ως η λιγότερο διεφθαρμένη περιοχή του κόσμου, όμως η εικόνα αυτή δεν συνοδεύεται από ουσιαστική πρόοδο. Αντιθέτως, η τελευταία δεκαετία χαρακτηρίζεται από στασιμότητα και, σε αρκετές χώρες, από σαφή οπισθοδρόμηση.
Το συνολικό ευρωπαϊκό σκορ παραμένει αισθητά υψηλότερο από τον παγκόσμιο μέσο όρο, ωστόσο πίσω από τον μέσο όρο κρύβονται έντονες ανισότητες, θεσμικές αδυναμίες και αυξανόμενοι κίνδυνοι, ιδίως στη διαχείριση δημόσιου χρήματος.
Στο ευρωπαϊκό τοπίο, οι σκανδιναβικές χώρες συνεχίζουν να αποτελούν σημείο αναφοράς. Δανία, Φινλανδία και Σουηδία διατηρούν υψηλές επιδόσεις, βασισμένες σε ισχυρούς θεσμούς, ανεξάρτητη Δικαιοσύνη, ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και ανεπτυγμένες κουλτούρες λογοδοσίας.
Ωστόσο, ακόμη και σε αυτές τις χώρες καταγράφονται ρωγμές, κυρίως λόγω καθυστερήσεων στον εκσυγχρονισμό των πλαισίων διαφάνειας για τη δράση των ομάδων πίεσης και τη χρηματοδότηση της πολιτικής.
Στον αντίποδα, κράτη-μέλη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης αντιμετωπίζουν σοβαρά και διαρθρωτικά προβλήματα. Η αποδυνάμωση των ελέγχων και ισορροπιών, οι παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη και η πίεση στα ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης δημιουργούν περιβάλλον αυξημένου κινδύνου διαφθοράς, ιδίως σε τομείς όπως οι δημόσιες συμβάσεις και η κατανομή ευρωπαϊκών πόρων.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα τοποθετείται στη μεσαία κατηγορία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν συγκαταλέγεται στις χώρες με τη σοβαρότερη θεσμική διάβρωση, αλλά απέχει σημαντικά από τις καλύτερες ευρωπαϊκές πρακτικές.
Η εικόνα της χώρας χαρακτηρίζεται από διαχρονικές αδυναμίες: περίπλοκες διοικητικές διαδικασίες, ελλιπή πρόληψη συγκρούσεων συμφερόντων, περιορισμένη διαφάνεια στη χρηματοδότηση κομμάτων και προεκλογικών εκστρατειών, καθώς και αργούς ρυθμούς απονομής δικαιοσύνης σε υποθέσεις διαφθοράς.
Ιδιαίτερη σημασία για την ελληνική περίπτωση έχει ο τομέας του δημόσιου χρήματος. Τα μεγάλα έργα, οι προμήθειες και η διαχείριση κονδυλίων –εθνικών και ευρωπαϊκών– αποτελούν πεδία όπου οι μηχανισμοί ελέγχου συχνά δοκιμάζονται. Παρά τις βελτιώσεις στη ψηφιοποίηση και στη διαφάνεια διαδικασιών, η αποτελεσματική εποπτεία και η ουσιαστική λογοδοσία παραμένουν ζητούμενα, ειδικά όταν οι υποθέσεις αγγίζουν πολιτικά ή οικονομικά ισχυρά συμφέροντα.
Σε σύγκριση με άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, η Ελλάδα παρουσιάζει παρόμοια χαρακτηριστικά: πρόοδος σε επιμέρους τομείς, αλλά έλλειψη συνολικής, συνεκτικής στρατηγικής που να εφαρμόζεται σταθερά και χωρίς εξαιρέσεις. Το πρόβλημα δεν εντοπίζεται μόνο στους νόμους, αλλά κυρίως στην εφαρμογή τους και στη διάρκεια των θεσμικών μεταρρυθμίσεων.
Η πρόσφατη ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για την εναρμόνιση της ποινικής αντιμετώπισης της διαφθοράς και την υποχρέωση υιοθέτησης εθνικών στρατηγικών δημιουργεί ένα νέο πλαίσιο υποχρεώσεων. Για την Ελλάδα, αυτό συνιστά ευκαιρία αλλά και πρόκληση. Η επιτυχία δεν θα κριθεί από τη συμμόρφωση στα ελάχιστα απαιτούμενα, αλλά από το κατά πόσο θα υπάρξει πολιτική βούληση για βαθύτερες τομές: αυστηρότεροι κανόνες διαφάνειας, πραγματική προστασία των καταγγελλόντων, ενίσχυση της ανεξαρτησίας των ελεγκτικών αρχών και ουσιαστικός έλεγχος της πολιτικής χρηματοδότησης.
Σε μια Ευρώπη που παραμένει σχετικά «καθαρή» σε παγκόσμιο επίπεδο αλλά δείχνει σημάδια κόπωσης, η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε ένα κρίσιμο σταυροδρόμι. Μπορεί να παραμείνει εγκλωβισμένη στη μετριότητα ή να αξιοποιήσει το ευρωπαϊκό πλαίσιο ως μοχλό για να πλησιάσει τα πρότυπα των χωρών που αποδεικνύουν ότι η διαφθορά δεν είναι αναπόφευκτη, αλλά πολιτικά και θεσμικά αντιμετωπίσιμη.
Η κατάταξη
Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Δείκτη Αντίληψης της Διαφθοράς 2025 (Corruption Perceptions Index – CPI) που δημοσιεύει η διεθνής οργάνωση Transparency International, η Ελλάδα κατατάσσεται στη μεσαία ζώνη του παγκόσμιου πίνακα, με σκορ περίπου 50/100, δηλαδή λίγο πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο, που είναι 42/100.
Ο δείκτης αυτός μετρά την αντίληψη διαφθοράς στο δημόσιο τομέα, σε μια κλίμακα από 0 (πολύ διεφθαρμένο) ως 100 (πολύ καθαρό) βάσει αντιλήψεων εμπειρογνωμόνων και επιχειρηματιών παγκοσμίως.
Ο δείκτης περιλαμβάνει 182 χώρες και εδαφικές οντότητες.
Ερμηνεία της Θέσης της Ελλάδας
Από τα στοιχεία που έχουν ήδη δημοσιοποιηθεί, η Ελλάδα έχει σκορ περίπου 50/100. Αυτό σημαίνει ότι περίπου 55 κράτη ή περιοχές θεωρούνται «λιγότερο διεφθαρμένα» από την Ελλάδα, ενώ περισσότερες από 120 χώρες έχουν χειρότερο ή πολύ χειρότερο δείκτη.
Παρά τη σχετική της θέση, η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στις χώρες με τις υψηλότερες επιδόσεις στην ΕΕ ή στον κόσμο, ούτε δείχνει σημαντική βελτίωση τα τελευταία χρόνια.
Η μέση επίδοση της Ευρωπαϊκής Ένωσης (~64/100) δείχνει ότι πολλές ευρωπαϊκές χώρες – ιδίως στο βόρειο και βορειοδυτικό τμήμα – έχουν σαφώς καλύτερα αποτελέσματα στη διαφάνεια και στην αντιμετώπιση της διαφθοράς συγκριτικά με την Ελλάδα.
Η Ελλάδα βρίσκεται μακριά από τις κορυφαίες χώρες στην ΕΕ (όπως Δανία και Φινλανδία) αλλά επίσης δεν είναι στις χειρότερες, όπου συναντώνται χώρες με βαθμό κάτω από 45 καθώς και σημαντική θεσμική οπισθοδρόμηση.