Aπό το Homeland στο Slow Horses: Oι οκτώ καλύτεροι τηλεοπτικοί κατάσκοποι για γεωπολιτικό binge-watching
Ο βρωμερός Λαμπ του Slow Horses ή η διπολική Μάθισον του Homeland; Στον αντίποδα κάθε Μποντ, αυτοί οι τηλεοπτικοί χαρακτήρες κατασκόπων δικαίωσαν τη γοητεία του είδους στη μικρή οθόνη
Σε έναν κόσμο όπου οι γεωπολιτικές ισορροπίες θυμίζουν κινούμενη άμμο και οι σκιώδεις δυνάμεις καθορίζουν τη μοίρα των εθνών πίσω από κλειστές πόρτες, οι τηλεοπτικές σειρέςκατασκοπείας διασκεδάζουν με τις αγωνίες μιας άοκνης παγκόσμιας ανησυχίας.
Οι πρωταγωνιστές που ενσάρκωσαν την απόλυτη αφοσίωση και τον κίνδυνο, μετατρέποντας τα μυστικά των υπηρεσιών σε συγκλονιστικά αφηγήματα επιβίωσης, που ακολουθούν ήταν και οι ήρωες που κουβάλησαν στους ώμους τους τη δημοτικότητα των κατασκοπευτικών θρίλερ, ενός genre που επιμένει να εκτοξεύεται με όρους τηλεθέασης καθώς η δημόσια δυσπιστία προς τους θεσμούς και οι αόρατοι πόλεμοι της πληροφορίας κυριαρχούν στην επικαιρότητα.
Από την κυνική ωμότητα του Τζάκσον Λαμπ, αυτό το υπέροχα άξεστο alter ego του Τζέιμς Μποντ μέχρι την ασταμάτητη ορμή του Τζακ Μπάουερ που έκανε και τα πιο απίστευτα σενάρια πιστευτές κούρσες επιβίωσης ενάντια στο χρόνο, οι χαρακτήρες που συνθέτουν τη λίστα είναι και αυτοί που έδωσαν πρόσωπο στις αθέατες μάχες εκεί που η εξουσία ρίχνει σκοτεινές σκιές και απαιτεί θυσίες.
Η ακαταμάχητη έλξη που ασκούν οι κατασκοπευτικές σειρές στο παγκόσμιο κοινό έχει απασχολήσει πολλούς. Ακαδημαϊκοί και οι πολιτικοί αναλυτές έχουν ασχοληθεί εκτενώς με το φαινόμενο της κατασκοπείας στη μικρή οθόνη, βλέποντας σε αυτό κάτι πολύ βαθύτερο από μια απλή περιπέτεια. Όπως επισημαίνουν οι σειρές αυτές λειτουργούν ως ένα εργαλείο κατανόησης της «μετα-αλήθειας» και της διάβρωσης της εμπιστοσύνης προς τα κράτη.
Η τηλεοπτική κατασκοπεία είναι το απόλυτο εργαλείο για να διαχειριστούμε το συλλογικό μας άγχος σε έναν κόσμο που δεν εμπιστεύεται κανέναν
Η γοητεία των κατασκοπευτικών σειρών δεν εξαντλείται στις σφαίρες και τις καταδιώξεις, αλλά εδράζεται στην ανάγκη μας να χαρτογραφήσουμε το αόρατο. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο οι πράκτορες της οθόνης έγιναν οι σύγχρονοι φιλόσοφοι της ηθικής αμφισημίας και της κρατικής εξουσίας.
Καθώς οι μυστικές υπηρεσίες μετατράπηκαν από σκοτεινοί θεσμοί σε πρωταγωνιστές της ποπ κουλτούρας, μελετητές υποστηρίζουν ότι η τηλεοπτική κατασκοπεία είναι το απόλυτο εργαλείο για να διαχειριστούμε το συλλογικό μας άγχος σε έναν κόσμο που δεν εμπιστεύεται πλέον κανέναν.
Η δημοτικότητα των κατασκοπευτικών σειρών δεν είναι απλώς αποτέλεσμα καλογραμμένων σεναρίων, αλλά, σύμφωνα με τον καθηγητή Τζέιμς Ντέρ Ντέριαν, ειδικό στις διεθνείς σχέσεις, αποτελεί μέρος αυτού που ονομάζει «στρατιωτικό-βιομηχανικό-ψυχαγωγικό σύμπλεγμα». Για τον Ντέριαν αυτά τα τηλεοπτικά προϊόντα μας βοηθούν να γνωρίσουμε, να επεξεργαστούμε και να εξοικειωθούμε με έννοιες που θα έμοιαζαν περίπλοκες -όπως η κρατική επιτήρηση και η τρομοκρατία-, μετατρέποντας τον φόβο σε μια ελεγχόμενη μορφή ψυχαγωγίας.
Η γοητεία τους έγκειται στο γεγονός ότι μας επιτρέπουν να εισέλθουμε σε έναν κόσμο όπου οι αποφάσεις έχουν παγκόσμιο αντίκτυπο, προσφέροντας μια αίσθηση συμμετοχής στη γεωπολιτική σκακιέρα που στην πραγματική ζωή φαντάζει απρόσιτη.
Σύμφωνα με την ακαδημαϊκή μελέτη Spies on Screen, οι κατασκοπευτικές σειρές λειτουργούν ως ένας τρόπος για να διαπραγματευτούμε τη σχέση μας με το κράτος.
Ο αναλυτής Τζον Κόλφιλντ επισημαίνει ότι η μετατόπιση από τον «καθαρό» κατάσκοπο τύπου Τζέιμς Μποντ στον «βρώμικο» και κυνικό Τζάκσον Λαμπ του πολυβραβευμένου Slow Horses (και οι δύο Βρετανοί κατάσκοποι γεννήθηκαν σε σελίδες βιβλίων πριν περάσουν στις οθόνες) αντικατοπτρίζει την κατάρρευση της πίστης μας στους θεσμούς.
Οι ακαδημαϊκοί τονίζουν ότι πλέον δεν αναζητούμε τον ιππότη με τη γυαλιστερή πανοπλία, αλλά τον άνθρωπο που ξέρει πόσο διεφθαρμένο είναι το σύστημα και επιλέγει να παραμείνει αποτελεσματικός μέσα στη λάσπη. Αυτή η «αισθητική της παρακμής» προσδίδει στις σύγχρονες σειρές μια αληθοφάνεια που ταυτίζεται με τη σύγχρονη κοινή γνώμη που δεν έχει άλλη επιλογή παρά να μυρίζει ατόφιο κυνισμό.
«Οι τηλεοπτικοί κατάσκοποι είναι οι απαραίτητοι μεσάζοντες μεταξύ της ατομικής μας ελευθερίας και της εθνικής ασφάλειας. Τους παρακολουθούμε γιατί θέλουμε να δούμε αν είναι δυνατόν να παραμείνει κανείς άνθρωπος ενώ υπηρετεί έναν απάνθρωπο μηχανισμό» σημειώνει ο καθηγητής Τόμπι Μίλερ, συγγραφέας του Cultural Strategy. Αυτή η ηθική πάλη είναι που κρατά το ενδιαφέρον αμείωτο, καθώς κάθε επεισόδιο αποτελεί ένα πείραμα πάνω στα όρια της ανθρώπινης αντοχής.
Η κατασκοπεία στην οθόνη προσφέρει μια ψευδαίσθηση ελέγχου πάνω στο άγνωστο και μια κρυφή ματιά στους μηχανισμούς που καθορίζουν την τύχη μας
Από την άλλη, ο αναλυτής των μέσων ενημέρωσης Στίβεν Σταρκ, γράφοντας για την επιρροή του Τζακ Μπάουερ στο 24, σημειώνει: «Η σειρά αυτή πέτυχε γιατί εξέφρασε το συλλογικό ασυνείδητο μιας Αμερικής που ένιωθε ευάλωτη. Ο Μπάουερ δεν ήταν απλώς ένας πράκτορας, ήταν η ενσάρκωση της επιθυμίας μας να παρακάμψουμε τη γραφειοκρατία για να σώσουμε ό,τι αγαπάμε».
Τέλος, η Δρ. Ρόζι Γουάιτ, στο βιβλίο της Spying on Women, εστιάζει στη γυναικεία εκπροσώπηση στο είδος. «Η ανάδυση χαρακτήρων όπως η Κάρι Μάθισον (Homeland) ή η Ελίζαμπεθ Τζένινγκς (Τhe Americans) ανατρέπει το ανδρικό βλέμμα στην κατασκοπεία» σημειώνει η Γουάιτ.
«Αυτές οι γυναίκες δεν χρησιμοποιούν τη σεξουαλικότητά τους ως όπλο, αλλά την ευφυΐα και την ψυχική τους ανθεκτικότητα, αναγκάζοντας το κοινό να δει την κατασκοπεία ως μια βαθιά εσωτερική, ψυχολογική διαδικασία και όχι μόνο ως μια φυσική σύγκρουση». Η προσέγγιση επιβεβαιώνει ότι μια ακόμη γοητευτική ποιότητα αυτών των τηλεοπτικών προϊόντων είναι το πως εξελίσσονται παράλληλα με τις κοινωνικές αλλαγές (όταν δεν τις πυροδοτούν), παραμένοντας πάντα στην αιχμή του δόρατος της σύγχρονης προβληματικής.
Και είναι σε αυτές τις σειρές με την αποπλάνηση και το ψέμα ως τέχνη που, αντιμέτωπος με δεδομένη μια ολοένα και πιο χαοτική γεωπολιτική σκακιέρα ο θεατής αναζητεί απαντήσεις. Οι γκρίζες ζώνες της μυθοπλασίας της δίνουν γενναιόδωρα.
Aπό την ποπ ψυχαγωγία στη γειωμένη γεωπολιτική σκακιέρα του Σμάιλι, οι κατάσκοποι στη μικρή οθόνη είναι παράγωγο μιας ειδησεογραφικής δυστοπίας
Η κατασκοπεία στην οθόνη προσφέρει μια ψευδαίσθηση ελέγχου πάνω στο άγνωστο, μια κρυφή ματιά στους μηχανισμούς που καθορίζουν την τύχη μας χωρίς ποτέ να ερωτηθούμε.
Είναι ένας κόσμος όπου η προδοσία θεωρείται αρετή, η αλήθεια είναι μια μεταβλητή έννοια και οι ήρωες δεν φορούν κάπες, αλλά καπαρντίνες ή, συχνότερα πλέον, τα ράκη της δικής τους ηθικής κατάπτωσης.
Με την επιστροφή μεγάλων παραγωγών, όπως η συνέχεια του The Night Manager μετά από μια δεκαετία, η ανάγκη μας να κατανοήσουμε το παρασκήνιο των μυστικών υπηρεσιών γίνεται πιο επιτακτική από ποτέ.
Όλα ένα δράμα
Η Ιβ Πολάστρι, στην καρδιά του Killing Eve, δεν είναι η τυπική κατάσκοπος. Είναι η προσωποποίηση της ανθρώπινης περιέργειας που μετατρέπεται σε καταστροφική εμμονή.
Στη σειρά (με ένα φινάλε που για πολλούς την αδίκησε) η Σάντρα Ο υποδύθηκε μια αναλύτρια της MI5 που, εγκλωβισμένη στη ρουτίνα μιας γραφειοκρατικής ζωής, ανακαλύπτει μέσα της μια σκοτεινή έλξη για το αίμα και τον κίνδυνο. Η σχέση της με τη δολοφόνο Βιλανέλ ήταν ένα μανιώδες κυνηγητό και μια βαθιά ενδοσκόπηση στην ίδια της την ταυτότητα.
Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Σίντνεϊ Μπρίστοου του Alias έγινε το σύμβολο μιας γενιάς που ήθελε τη δράση να βρωμάει συναίσθημα. Στη σειρά, η Τζένιφερ Γκάρνερ ενσάρκωσε μια γυναίκα που έπρεπε να ισορροπήσει ανάμεσα στις οικογενειακές της πληγές και το καθήκον της ως διπλή πράκτορας, σε μια εποχή που η τεχνολογία και οι συνωμοσίες άρχισαν να παίρνουν τη μορφή που γνωρίζουμε σήμερα.
Το καθήκον
Η Ελίζαμπεθ Τζένινγκς στο The Americans αποτελεί ίσως την πιο σύνθετη μελέτη χαρακτήρα που είδαμε ποτέ στο είδος.
Η Κέρι Ράσελ έφερε βάθος και εκτόπισμα σε μια κατάσκοπο της KGB που, πηγαίνοντας κόντρα στα πάντα, έμεινε πιστή στην ιδεολογία της θυσιάζοντας την προσωπική της ευτυχία, τη μητρότητα και την ίδια της την ηρεμία για μια πατρίδα που, ακόμη και άγνωστη πια, ήταν ο τόπος και η ρίζα της.
Η ικανότητά της να μεταμορφώνεται μέσα από περούκες και ψεύτικες ταυτότητες ήταν μόνο το προκάλυμμα για μια γυναίκα που παρέμενε «κοιμώμενη» ακόμη και στην αγκαλιά του συζύγου της.
Αντίστοιχα, ο Τζόναθαν Πάιν στο The Night Manager, μέσα από την ερμηνεία του Τομ Χίντλστον, φέρνει στο προσκήνιο την ηθική αμφισημία του σύγχρονου πράκτορα. Πρώην στρατιώτης και νυν διευθυντής ξενοδοχείου, ο Πάιν διεισδύει στα άδυτα του εμπορίου όπλων, χρησιμοποιώντας τη γοητεία του ως δούρειο ίππο, σε μια σειρά που αποθεώνει την αισθητική του κινδύνου.
Τικ τοκ
Δεν υπάρχει χαρακτήρας που να έχει ταυτιστεί περισσότερο με την αγωνία της αντιτρομοκρατικής δράσης από τον Τζακ Μπάουερ. Ο Κίφερ Σάδερλαντ στο 24 δημιούργησε έναν αντι-ήρωα που δεν είχε τον χρόνο να σκεφτεί τις συνέπειες των πράξεών του, καθώς κάθε λεπτό που περνούσε τον έφερνε πιο κοντά στην καταστροφή.
Ο Μπάουερ ήταν ο άνθρωπος που έκανε τη βρώμικη δουλειά που κανείς άλλος δεν τολμούσε, χρησιμοποιώντας αμφιλεγόμενες μεθόδους που συχνά έφταναν στα όρια των βασανιστηρίων.
Η μοναχική του πορεία, η άρνησή του να λυγίσει μπροστά στον πόνο και η απόλυτη απομόνωσή του από κάθε κοινωνική σύμβαση, τον κατέστησαν το απόλυτο σύμβολο της μετα-11ης Σεπτεμβρίου εποχής. Ήταν ο πράκτορας που δεν χρειαζόταν ύπνο ή τροφή, παρά μόνο έναν στόχο και μια γεμάτη γεμιστήρα.
Ραγισμένη ευφυΐα
«Η ανάδυση χαρακτήρων όπως η Κάρι Μάθισον (Homeland) ή η Ελίζαμπεθ Τζένινγκς (Τhe Americans) ανατρέπει το ανδρικό βλέμμα στην κατασκοπεία»
Στο Homeland, η Κάρι Μάθισον έφερε μια επανάσταση στον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την ικανότητα ενός πράκτορα. Η Κλερ Ντέινς έδωσε μια συγκλονιστική ερμηνεία μιας γυναίκας που πάλευε με τη διπολική διαταραχή, μετατρέποντας την αστάθεια του μυαλού της στο μεγαλύτερο πλεονέκτημά της.
Η Μάθισον μπορούσε να δει το αόρατο, να συνδέσει τα ασύνδετα και να προβλέψει τις κινήσεις των τρομοκρατών μέσα από μια κατάσταση υπερεστίασης που την εξουθένωνε σωματικά και ψυχικά.
Η μάχη της με τους εσωτερικούς της δαίμονες ήταν εξίσου έντονη με τη μάχη της κατά της Αλ Κάιντα ή της ρωσικής παρέμβασης. Ήταν μια πράκτορας που πλήρωσε το τίμημα της διορατικότητάς της με την προσωπική της κατάρρευση, παραμένοντας όμως η τελευταία γραμμή άμυνας για έναν κόσμο που συχνά την αγνοούσε προδίδοντας την ξανά και ξανά.
Από τον Σμάιλι στον Λαμπ
Βέβαια, αλίμονο, η ιστορία της κατασκοπείας στην τηλεόραση θα ήταν ελλιπής χωρίς τον Τζορτζ Σμάιλι, τον ήρωα που μας σύστησε ο Τζον Λε Καρέ τον Τζορτζστο μυθιστόρημα «Η τελευταία κλήση» (εκδ. Καστανιώτη) το 1961 γράφοντας:
«Κοντός, χοντρός και με ήπιο χαρακτήρα, έδειχνε να ξοδεύει πολλά χρήματα σε πολύ άσχημα ρούχα, που κρέμονταν στο κοντόχοντρο σώμα του σαν ζαρωμένο δέρμα βατράχου». Αντίπαλο δέος του κοσμοπολίτη και φλύαρου Μποντ του Iαν Φλέμινγκ ο Σμάιλι απέφευγε να μιλήσει με σφαίρες. Ο Σμάιλι πρωταγωνίστησε σε επτά μυθιστορήματα του Λε Καρέ με το πρώτο και τρίτο μέρος της περίφημης «τριλογίας του Κάρλα» [ τα «Κι ο κλήρος έπεσε στον Σμάιλι» («Tinker, tailor, soldier, Spy» και «Οι άνθρωποι του Σμάιλι» αντίστοιχα] να μεταφέρονται αριστοτεχνικά στη μικρή οθόνη από το BBC.
Η πολυβραβευμένη σειρά που κέρδισε την εκτίμηση και του Λε Καρέ, ο Aλεκ Γκίνες έγινε ο Σμάιλι και ο Σμάιλι ο Γκίνες με τον Γκάρι Όλντμαν να ακολουθεί πολύ μετά. Το 2011, ο Όλντμαν διαδέχεται τον Γκίνες στην κινηματογραφική εκδοχή του «Tinker Tailor Soldier Spy» του Τόμας Άλφρεντσον προτού μας συστήσει τον πιο σπουδαίο τηλεοπτικό κατάσκοπο των καιρών μας.
Έχοντας κρεμάσει στον καλόγερο την απόλυτη πνευματική κυριαρχία αυτού του χαρακτήρα που επινόησε ο Λε Καρέ -ο Σμάιλι ήταν ο κατάσκοπος των εγγράφων, της σιωπής και της λεπτομερούς παρατήρησης, ήταν βαθύς γνώστης της ιστορίας και κάθε αποστολή του ήταν μια άσκηση υπομονής και ηθικής αντοχής- ο Όλντμαν έφερε στην οθόνη έναν κατάσκοπο ακραία διαφορετικό από κάθε άλλο.
Ως Τζάκσον Λαμπ στο πολυβραβευμένο Slow Horses της Apple TV, o Γκάρι Όλντμαν υποδύεται έναν άνθρωπο που φαίνεται να έχει εγκαταλείψει κάθε προσπάθεια ευπρέπειας. Με τρύπιες κάλτσες ηγείται των «αποτυχημένων» πρακτόρων του Slough House για να αποδείξει σε όλους ότι η πραγματική ικανότητα δεν χρειάζεται την έγκριση των σαλονιών της εξουσίας. Σε έναν κόσμο αυτοαναφορικών κατασκόπων ο δύσομος, ηθικά διαυγής, κυνικός αντιήρωας Λαμπ είναι ειλικρινής.
Στον αντίποδα του καλογυαλισμένου 007, ο Τζάκσον Λαμπ ταιριάζει γάντι σε καιρούς που η κοινωνία τρώει τις σάρκες της
«Είναι απελευθερωτικό να υποδύεσαι κάποιον που δεν υποκρίνεται. Στην πραγματική ζωή, είμαστε αναγκασμένοι να τηρούμε χίλιες κοινωνικές συμβάσεις, να μετράμε κάθε λέξη. Εκείνος όχι. Λέει αυτό που σκέφτεται, ακόμα και εάν είναι δυσάρεστο. Είναι ένας τραχύς, σαρκαστικός, αδίστακτος γέρος, αλλά είναι απολαυστικό να τον ερμηνεύεις. Είναι σαν να δίνεις φωνή σε μια σκέψη που κανονικά θα λογόκρινες», είπε ο Όλντμαν σε συνέντευξή του για τον χαρακτήρα που δημιούργησε ο συγγραφέας Μικ Χέρον συνεχίζοντας τη βρετανική κατασκοπευτική λογοτεχνία των προκατόχων του.
Ο Τζάκσον Λαμπ είναι στην κορυφή της λίστας αυτής με τους πιο σπουδαίους τηλεοπτικούς κατασκόπους για κάτι ακόμη. Εμποτισμένος σε κυνική ειρωνεία, κάνει αυτή την ποιότητα όπλο του. «Είναι μέρος της τέχνης του ως κατάσκοπος. Του επιτρέπει να παραμένει αδιαφανής, απρόσιτος. Αλλά πίσω από αυτό το προσωπείο, υπάρχει η ενσυναίσθηση. Νοιάζεται για τους ανθρώπους του, αλλά δεν το δείχνει. Τους πιέζει, τους ταπεινώνει, τους προκαλεί, αλλά το κάνει για να τους κρατάει ζωντανούς. Ξέρει ότι σε αυτή τη δουλειά, η μετριότητα σκοτώνει, ή, χειρότερα, κάνει άλλους να σκοτώνονται. Είναι ένας ηγέτης που προσποιείται ότι είναι σκληρός για να είναι δίκαιος».
Στον αντίποδα του καλογυαλισμένου 007 με λάμψη που τυφλώνει ο Λαμπ ζέχνει. Εκπτωτος και ιδιοφυής, αληθινά αφοσιωμένος στους ανθρώπους του και τραυματισμένος για πάντα, ο σαρκαστικός αυτός κατάσκοπος ταιριάζει γάντι σε καιρούς που τρώμε τις σάρκες μας.
Η Σονάτα του Σεληνόφωτος, ο σκηνικός μονόλογος του μεγάλου ποιητή Γιάννη Ρίτσου, θα παρουσιαστεί για μία μοναδική βραδιά τη Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου στο θέατρο Ολύμπια «Μαρία Κάλλας».
Στις 30 και 31 Ιανουαρίου, στο Ολύμπια θα πραγματοποιηθεί η συναυλία «Δύο Επέτειοι, Μία Σκηνή» - αφορμή τη συμπλήρωση 30 δημιουργικών χρόνων του συνθέτη Κώστα Λειβαδά και για τα 40 χρόνια της Ορχήστρας Νυκτών Εγχόρδων «Θανάσης Τσιπινάκης» του Δήμου Πατρέων.