Ο Μιχάλης Κατσαρός, χαρακτηριστικός ποιητής της α’ μεταπολεμικής γενιάς, γεννήθηκε το 1919 στην Κυπαρισσία, αλλά από το 1945 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου έζησε μέχρι το θάνατό του το 1998. Αριστερός στις πολιτικές πεποιθήσεις του, έλαβε στη διάρκεια της Κατοχής μέρος στην Αντίσταση. Άσκησε πολλά περιστασιακά επαγγέλματα και πέρασε για αρκετά χρόνια κάτω από δύσκολες συνθήκες διαβίωσης.

Στα γράμματα εμφανίστηκε το 1946 με το ποίημα σε παραδοσιακή μορφή «Το Μπαρμπερίνικο καράβι», στο 37ο τεύχος του περιοδικού Ελεύθερα Γράμματα. Εξέδωσε 15 ποιητικές συλλογές: Μεσολόγγι (1949), Κατά Σαδδουκαίων (1953), Οροπέδιο (1956), Σύγγραμμα (1975), Πρόβα και ωδές (1975), Ενδύματα (1977), Αλφαβητάριον – Ποιήματα Α-Ω (1978), Ονόματα (1980), 3Μ + 3Μ = 6Μ (1981), 4 Μαζινό (1982), Ο πατέρας του ποιητή (1982), Μείον ωά (1985), Κορέκτ – Φόβος ποιητή (1996), Καζαμία Ελλήνων (1997), Εννέα το επτά (1997). Για το βιβλίο του 4 Μαζινό τιμήθηκε το 1983 με το Κρατικό Βραβείο Ποιήσεως. Υπήρξε μέλος της εκδοτικής ομάδας μεταπολεμικών λογοτεχνικών περιοδικών, ενώ το 1975 εξέδωσε το περιοδικό Σύστημα. Ποιήματά του μελοποίησαν οι Μίκης Θεοδωράκης, Αργύρης Κουνάδης και Γιάννης Μαρκόπουλος.

Δε θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο Κατσαρός, παρότι έγραψε και τύπωσε 15 βιβλία, είναι ουσιαστικά ποιητής ενός μόνο βιβλίου, της συλλογής Κατά Σαδδουκαίων, το οποίο αρκεί, ωστόσο, να τον χαρακτηρίσει σπουδαίο ποιητή. Η ποιητική παραγωγή του Κατσαρού θα μπορούσε να χωριστεί σε δύο φάσεις, που διακρίνονται μεταξύ τους μ’ ένα μεγάλο διάστημα σιωπής. Η πρώτη περιλαμβάνει τα 3 πρώτα βιβλία του, από το 1949 έως το 1956 (ή λίγο αργότερα με κάποιες δημοσιεύσεις σε λογοτεχνικά περιοδικά), και η δεύτερη το διάστημα από το 1975 μέχρι το 1997, που περιλαμβάνει τα υπόλοιπα 12 βιβλία του.

Η δεύτερη περίοδος δεν έχει να εμφανίσει κάτι αξιόλογο ποιητικά, καθώς δεν υπάρχει ούτε λογικός ειρμός ούτε δυνατότητα προσδιορισμού τόσο του λόγου του όσο και του κλίματος που επιδιώκει. Η γραφή του δεν είναι καν υπερρεαλιστική της αυτόματης γραφής, είναι αυθαίρετη, χωρίς ακολουθία νοημάτων και χωρίς στόχο. Δύσκολα βρίσκει κανείς εδώ ολοκληρωμένα ποιήματα, ενώ διασώζονται ένθεν κακείθεν κάποιοι στίχοι.

 
 

Η πρώτη περίοδος περιλαμβάνει τα συνθετικά ποιήματα Μεσολόγγι (1949), ένα επικής πνοής ποίημα, και Οροπέδιο (1956), ένα ποίημα σε 7 μέρη, μια σύνθεση στην οποία καταδεικνύεται η μοναξιά και η απομόνωση του ανθρώπου μέσα σ’ έναν αλλοτριωμένο κόσμο, αλλά και η ελπίδα για κάτι καλύτερο. Μεταξύ των δύο αυτών συνθέσεων εκδόθηκε το 1953 το κορυφαίο έργο του Κατά Σαδδουκαίων. Το Κατά Σαδδουκαίων περιλαμβάνει 19 ποιήματα και είναι όχι μόνο το σημαντικότερο του Κατσαρού βιβλίο, αλλά και ένα από τα σημαντικότερα της μεταπολεμικής μας ποίησης. Ο ποιητής καταγγέλλει κάθε μορφή συμβιβασμού, υποτέλειας και φαλκίδευσης του επαναστατικού πνεύματος. Η μυθολογία και το ιστορικό περικείμενο χρησιμοποιούνται για να στηλιτεύσουν σύγχρονες καταστάσεις.

Ο λόγος του Κατσαρού είναι ρητορικός και διδακτικός, κριτικός και επαναστατικός, αλληγορικός και ενίοτε προφητικός. Αμφισβητώντας τα πάντα και ωθώντας προς μιαν εξέγερση, στοχεύει στην ουτοπία, στην απόλυτη ελευθερία και στο αυτεξούσιο του ανθρώπου. Ο ποιητής επαγγέλλεται μια επανάσταση άνευ ορίων και άνευ όρων, μια επανάσταση που οδηγήσει στην κατάργηση όλων των καθεστώτων, στην κατάργηση της πάσης μορφής εξουσίας, μια επανάσταση που θα οδηγήσει σε μια κοινωνία χωρίς δικαστές και χωροφύλακες, χωρίς ρήτορες και αυλοκόλακες, σε μια κοινωνία που τα μέλη της θα απολαμβάνουν απόλυτη εσωτερική Ελευθερία. Ο ποιητής, λοιπόν, αντιστάθηκε δίνοντας όραμα. Ύψωσε θεριό τη φωνή του ενάντια σε κάθε τείχος που δημιουργούσε περιορισμούς. Δεν εκφυλίστηκε σε αγοραίο ρήτορα, δεν ξέπεσε και δεν αφομοιώθηκε, όπως έγινε με τον ξανθό όμορφο εχθρό του βασίλειου. Δεν «τετραγωνίστηκε» (πώς θέλετε να μπω μες στα τετράγωνα;) και δεν υποτάχθηκε στην τρομερή εξουσία – καμιάς μορφής.  Ανάμεσα στη ζωή και το έργο του υπήρχε μέχρι τέλους μια θαυμαστή συνέπεια, που σπάνια συναντάμε σε ομοτέχνους του. Δε μετέπλαθε μόνο το βίωμα σε ποίηση, ζούσε και την ποίηση με την ένταση του βιώματος.

Ο ποιητής ένιωθε γέννημα θρέμμα των απανταχού καταπιεσμένων, των απανταχού εξεγερμένων. Αισθανόταν ότι αντιπροσώπευε τα στρατεύματα της Κορέας / των Γάλλων πατριωτών / των Ισπανών εξορίστων / την παυμένη εφημερίδα «Ελεύθερη γνώμη». Δεν ανήκε στους δήθεν, σ’ αυτούς που παριστάνουν τους επιδρομείς, στους ποιητές που κρατώντας τα λάβαρα έγραφαν ύμνους / κρατούσαν την αναπνοή μπροστά στους επισήμους / χειροκροτούσαν ακατάπαυστα όλους τους ρήτορες. Το μοναδικό λάβαρο που σήκωσε ήταν αυτό της Ελευθερίας: Εγώ / ένδοξος / γράφω / σ’ όλα τα όνειρά σας / Ελευθερία.

Η καθολική αυτή αντίσταση του Κατσαρού, η αδυναμία και η απροθυμία του να υποταχθεί σε οποιαδήποτε σύμβαση, τον οδήγησαν σε μια εμφανή διαφορετικότητα. Και το αντίτιμο αυτής της διαφορετικότητας το πλήρωσε ακριβά με τη μοναξιά του. Ο ποιητής υπήρξε ένας μάρτυρας με θέληση καταπατημένη, που έζησε από πολύ νωρίς σε μια βαθειά αλλά ιδιαίτερη μοναξιά: Εγώ είχα χαθεί μέσα στο ταραγμένο πλήθος / μόνος μου / σα νάμουνα η φωνή του.

Ο Μιχάλης Κατσαρός υπήρξε αναμφίβολα ιδιάζων ποιητής: ένας σκοτεινός συνωμότης, που παρέμεινε μέχρι το τέλος της ζωής του εν πλήρει συγχύσει αθώος.

[…]

*Κείμενο του ηλείου ποιητή, πεζογράφου και κριτικού Στάθη Κουτσούνη για τον αείμνηστο ποιητή Μιχάλη Κατσαρό. Είχε περιληφθεί, εν είδει εισαγωγής, στο αφιέρωμα που είχε ετοιμάσει για τον Κατσαρό το περιοδικό Οροπέδιο του επίσης ηλείου Δημήτρη Κανελλόπουλου (τεύχος 13, χειμώνας 2013).

Ο Μιχάλης Κατσαρός έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 79 ετών, το πρωί του Σαββάτου 21 Νοεμβρίου 1998, στο 251 ΓΝΑ, όπου νοσηλευόταν.

«Παλιός ΕΠΟΝίτης, αιρετικός της Αριστεράς που κατήγγειλε από νωρίς τον σταλινισμό», έγραφε στο φύλλο των «Νέων» της Δευτέρας 23 Νοεμβρίου 1998 η Μικέλα Χαρτουλάρη, «ο Μιχάλης Κατσαρός κατάφερε να συνδυάσει τη δουλειά του στις Ένοπλες Δυνάμεις (υπηρέτησε και συνταξιοδοτήθηκε από την Αεροπορία) με την Ποίηση. Και σφράγισε γενιές αναγνωστών και μια ολόκληρη εποχή […]. Ένας φλογερός πρίγκιπας-μάγος της ποίησης, που μιλούσε πια με γρίφους, με μια συνθηματική-συλλαβιστική γλώσσα, η οποία όμως γινόταν ξεκάθαρη στην ποίησή του».

Σε βιογραφικό σημείωμα που είχε συνταχθεί από εκείνον τη δεκαετία του ’90, ο ίδιος ο Κατσαρός έγραφε τα εξής:

«Τώρα πια έχω την αίσθηση πως είμαι μόνος. Δεν ξέρω γιατί εγώ διατηρούμαι ακόμη κι όλοι οι μεγάλοι ποιητές χάθηκαν. Θέλω να υπάρχουν πολλοί ποιητές, γιατί ο ποιητής είναι ο μόνος λόγιος που κινεί κάποια άλλα νήματα μέσα του. Κρύβει ένα βάθος που σε οδηγεί στην πραγματική εξουσία, είτε στην πραγματική σωτηρία».

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr