Στις 6 Μαΐου 1895 γεννήθηκε στα Μοσχονήσια της Μικράς Ασίας (συστάδα νησίδων στην είσοδο του κόλπου του Αδραμυττίου, απέναντι από το Αϊβαλί και ανατολικά της Λέσβου) ο Στρατής Δούκας, αξιοπρόσεκτος λογοτέχνης της περίφημης Γενιάς του ’30.
Πολύπλευρη προσωπικότητα, ο Δούκας εργάστηκε και έδρασε ως πεζογράφος, ως δημοσιογράφος, ως ζωγράφος και ως τεχνοκρίτης.
Το ανήσυχο και προοδευτικό αυτό πνεύμα δεν εννοούσε την τέχνη χωρίς βίωμα, χωρίς ζωή. Πάντα σεμνός και ειλικρινής, ανυποχώρητος στις αρχές του, ο Δούκας έζησε μακριά από κάθε δημοσιότητα και έξω από το φιλολογικό κατεστημένο της εποχής του.
Οι έννοιες της απλότητας και της φιλανθρωπίας συνιστούν τους βασικούς άξονες της προσωπικότητας και του συνολικού έργου του.
Η «Ιστορία ενός αιχμαλώτου», η συγκλονιστική μαρτυρία του Δούκα για τις περιπέτειες όσων δεν μπόρεσαν να διαφύγουν εγκαίρως από τη Μικρασία το ’22, πρωτοδημοσιευμένη το 1929, θεωρείται ένα από τα αριστουργήματα της Γενιάς του ’30.
Ο Στρατής Δούκας απεβίωσε στην Αθήνα στις 26 Νοεμβρίου 1983, πλήρης ημερών αλλά και σοβαρών προβλημάτων υγείας, που τον είχαν ταλαιπωρήσει επί μακρόν.
Λίγες ημέρες μετά το θάνατό του, την Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 1983, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα» η τελευταία συνέντευξη που επέπρωτο να παραχωρήσει.
Από τη συνομιλία του Στρατή Δούκα με το συνεργάτη των «Νέων» Γιώργο Πηλιχό (1929-2003), διακεκριμένο καλλιτεχνικό συντάκτη, προέρχονται τα ακόλουθα αποσπάσματα:
— Ας μιλήσουμε λίγο για το έργο των άλλων. Στη νεότερη ελληνική λογοτεχνία, έχετε επισημάνει κάποια ενδιαφέροντα ταλέντα, κάποια αξιόλογα βιβλία;
Λόγω γηρατειών δεν παρακολουθώ, σ’ όλο το φάσμα της, τη λογοτεχνία μας, γι’ αυτό δεν έχω γνώμη. Στο σημείο πάντως που την παρακολουθώ, βρίσκω ένα σφάλμα, ότι δεν καταφέρνει να έχει μια απλότητα στην έκφραση. Είναι εκείνο που λέγει ο Καραγκιόζης για τον Χατζηαβάτη: κατσαρή φωνή. Δεν είναι μια άμεση έκφραση. Μπερδεύει. Στη σύνταξη, στα επίθετα, στις λέξεις. Εγώ πάντοτε ήμουν απλός. Όταν η γυναίκα του Ζεράρ Φιλίπ (σ.σ. διάσημου γάλλου ηθοποιού, 1922-1959) είχε έρθει πριν κάμποσα χρόνια στην Ελλάδα και βρέθηκε σε μια εκδρομή στους Δελφούς μαζί με τον Σεφέρη, τον ρωτάει σε μια στιγμή: «Είσαστε πάντα απλός;» Ο Σεφέρης απάντησε: «Όχι, έγινα απλός». Και πραγματικά, με τους ερμητισμούς του Έλιοτ, τότε στις αρχές, είχε μπερδευτεί. Και δεν είναι το καλύτερο μέρος απ’ το έργο του εκείνη η περίοδος. Εκτιμώ πάντως πολύ τον Σεφέρη, εκτιμώ ιδίως τα Κρυφά Ποιήματα, όπως τα ονομάζει. Είναι ποίηση αληθινή. Πέρα απ’ αυτό, ο Σεφέρης έχει μιλήσει απλά κι έχει πει μερικά λόγια αρκετά σοφά. Διότι εκείνο που διακρίνει τον Σεφέρη είναι ο στοχασμός, εν αντιθέσει με άλλους, ακόμα και τον Ελύτη. Ο Σεφέρης λέγει: «Να μην παραβιάζουμε τη γλώσσα». Κι είναι σα να παρακαλεί το Θεό να του δώσει τη χάρη να μιλήσει με απλά χείλη.
— Για τους πεζογράφους τους συγκαιρινούς σας αλλά και τους μεταγενέστερους, τι έχετε να πείτε; Ποια έργα τους θα μείνουν;
Λίγα πράγματα μένουν τελικά. Να, αίφνης, ήρθε κάποιος σήμερα το πρωί και μου μιλούσε για τον Κόντογλου και μου ’λεγε ότι δεν μπορεί να διαβάσει πια τον «Πέδρο Καζάς». Εγώ δεν έχω τη γνώμη αυτή. Απ’ τους παλιούς πεζογράφους ξεχωρίζω τον Ντίνο τον Θεοτόκη, ιδίως για το βιβλίο του «Η ζωή και ο θάνατος του Καραβέλα». Απ’ τους κατοπινούς, ο Θράσος ο Καστανάκης δε μ’ αφήνει αδιάφορο. Δυσκολεύομαι όμως να τον βάλω στους συγγραφείς της αξίας του Θεοτόκη.
Ο Στρατής Δούκας διά χειρός Φώτη Κόντογλου
— Προξενεί εντύπωση ότι δεν αναφέρατε τον Καζαντζάκη. Μήπως τον λησμονήσατε;
Εγώ είμαι αντι-παλαμικός και αντι-καζαντζακικός. Αυτό δε σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζω την αξία τους. Απλούστατα δε μου πάνε εμένα. Την αξία τους όμως την παραδέχομαι, όπως σας είπα. Κάποτε στη Θεσσαλονίκη, ο Ταχογιάννης της «Μακεδονίας» έκανε μια καμπάνια με το ερώτημα: «Σολωμός ή Παλαμάς;» Και απαντώ: «Γιατί όχι και οι δυο; Μήπως η αφαίρεση θα μας έκανε πλουσιότερους; Έχουμε τόσο λίγα που δε μας επιτρέπονται τέτοια διλήμματα». Πέρα απ΄τη στάση που κράτησα σ’ εκείνο το ερώτημα, δεν το κρύβω ότι εγώ είμαι σολωμιστής. Είναι πολύ μακριά ο Παλαμάς από τον Σολωμό. Μέγα ποιητικό μέγεθος ο Σολωμός.
— Θα ήθελα να μιλήσετε και για τους νεότερους πεζογράφους μας. Ξεχωρίζετε κανέναν, κάποιο βιβλίο τους;
Όπως σου ’λεγα και πριν, τα τελευταία χρόνια δεν παρακολουθώ συστηματικά τη λογοτεχνία μας, με κουράζει το διάβασμα. Πάντως, απ’ τα λίγα βιβλία που διάβασα τα τελευταία χρόνια, δε βρέθηκα μπροστά σε μεγάλα πετάγματα. Όταν σου μιλούσα πριν για την έλλειψη απλότητας, για ένα μπέρδεμα της γλώσσας, αυτούς τους συγγραφείς, αυτά τα βιβλία είχα υπόψη μου. Βέβαια, κάποια ταλέντα υπάρχουν. Θε να ’λεγα κάτι καλό, ας πούμε, για τον Κουμανταρέα, αλλά μέσα σ’ ορισμένα όρια. Το βιβλίο του «Βιοτεχνία υαλικών» μού άρεσε. Νομίζω, μάλιστα, ότι επηρεάστηκε κάπως κι από μένα, από την παρατακτική σύνθεση του «Αιχμαλώτου». Με τη «Βιοτεχνία» ο Κουμανταρέας κάνει στροφή σε σχέση με τα προηγούμενα γραφτά του.
[…]
— Εσάς το θέατρο δε σας τράβηξε καθόλου;
Η μόνη άλλη τέχνη, εκτός από τη λογοτεχνία, που με τράβηξε ήταν η ζωγραφική. Ίσως και λόγω των σχέσεών μου με τον Κόντογλου, τον Πικιώνη και τον Παπαλουκά. Έπιασα να ζωγραφίζω επειδή νόμιζα ότι δεν έχω μνήμη. Ήταν η εποχή, μετά το Άγιον Όρος, όταν πήγα στη Θεσσαλονίκη, όπου γνώρισα και τον Πεντζίκη, με τον οποίο εξακολουθούσα να επικοινωνώ κι όταν κατέβηκα στην Αθήνα, δι’ αλληλογραφίας. Για χρόνια ολόκληρα ανταλλάσσαμε γράμματα, πολλές φορές τρία την ημέρα! Ένα μέρος αυτής της αλληλογραφίας, που θα μπορούσε να καλύψει δυο μεγάλους τυπωμένους τόμους, βρίσκεται στο Πανεπιστήμιο της Θεσσαλονίκης. Τότε λοιπόν, επειδή πίστευα ότι δεν έχω μνήμη, άρχισα να μαθαίνω από στήθους ποιήματα Ελλήνων ποιητών. Έμαθα όλα τα σονέτα του Μαβίλη και τα περισσότερα του Γρυπάρη. Το ίδιο, επειδή νόμιζα ότι δεν μπορώ να συγκρατήσω τις εικόνες που έβλεπα γύρω μου —και πραγματικά τα μάτια μου για ένα διάστημα δεν μπορούσανε καθόλου να προσέξουν ούτε τα πράγματα που ήταν δίπλα μου— καταπιάστηκα με τη ζωγραφική. Ζωγράφιζα για να παρατηρώ.
Ο Στρατής Δούκας διά χειρός Σπύρου Παπαλουκά
[…]
— Σίγουρα θα αισθάνεστε κάποια πίκρα που μείνατε όλ’ αυτά τα χρόνια ουσιαστικά στο περιθώριο. Έφταιξαν οι πολιτικές συνθήκες, έφταιξε το πνευματικό κατεστημένο που βόλεψε στα διάφορα πόστα τους δικούς του ανθρώπους ή μήπως συνέτρεξαν κι άλλοι λόγοι που είχατε αυτήν την άδικη μεταχείριση μέσα στον ίδιο σας τον τόπο;
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως το έργο μου παραμελήθηκε. Αλλά σ’ αυτό φταίω κι εγώ. Διότι, μετά την πρώτη και δεύτερη έκδοση του «Αιχμαλώτου» το ’29 και το ’32, που το ’βγαλα εγώ ο ίδιος, το εγκατέλειψα. Κι ύστερα από τριάντα χρόνια ξαναβγήκε στην εκδοτική επιφάνεια κι έκανε πάλι μεγάλη εντύπωση. Όσο για τα άλλα που είπες, ότι έμεινα αγνοημένος στο περιθώριο, εγώ ο ίδιος δεν αξίωσα ούτε τίτλους, ούτε θέσεις, ούτε τίποτα. Εδώ άφησαν έξω από την Ακαδημία έναν Καζαντζάκη κι έναν Σικελιανό, εμένα θα σκεφτόντουσαν; Ο Καζαντζάκης έλεγε ότι η πραγματική Ακαδημία είναι άλλη, κι εννοούσε τον κόσμο. Το ίδιο λέγω κι εγώ.
— Νομίζω πως, αν σας αντιμετώπισαν έτσι όπως σας αντιμετώπισαν, αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι ποτέ δεν κρύψατε ότι ανήκετε στην Αριστερά. Είστε κομμουνιστής, δεν είν’ έτσι;
Ναι, είμαι κομμουνιστής. Όχι όμως δογματικός. Ανήκω δηλαδή στο κόμμα του Εσωτερικού. Λυπάμαι που υπάρχει αυτή η διαίρεση, αλλά το ΚΚΕ έχει κάνει σοβαρά σφάλματα. Πρώτα πρώτα θέλησε να μονοπωλήσει την Αντίσταση. Αυτό ήταν λάθος. Γι’ αυτό, όταν ήρθαν οι άλλοι καβάλα στην εξουσία, η Αντίσταση πήγε περίπατο. Μεγάλο κακό. Εγώ, υποστηρίζοντας τον Μανώλη Γλέζο, στο στρατοδικείο, ήμουν ο πρώτος που μίλησα για όλη, το υπογραμμίζω, όλη την Αντίσταση του ελληνικού λαού. Ένα άλλο λάθος του ήταν η αποχή απ’ τις εκλογές μετά την Απελευθέρωση. Τεράστιο λάθος. Θυμάμαι μια κουβέντα με τον Γιώργο Λυδάκη, ήταν τις μέρες που είχε έρθει ο Ζαχαριάδης. Με ρώτησε: «Τι λες για την αποχή που λέμε να κάνουμε;» Του απάντησα ότι η αποχή είναι ένα παθητικό όπλο. […] Δεν μπορείς να κρατήσεις ένα μεγάλο κόμμα παθητικό.
[…]
Σχέδιο του Δημήτρη Μυταρά για την «Ιστορία ενός Αιχμαλώτου» (Κέδρος 1977)
— Πώς περνάτε όλες αυτές τις ατέλειωτες ώρες που είστε υποχρεωμένος να μένετε καθηλωμένος στο κρεβάτι; Πώς αντιμετωπίζετε τη μοναξιά σας;
Στωικά. Στωικά και φιλοσοφικά. Ξέρω τα πράγματα. Είμαι 89 χρονών, σε λίγους μήνες, στις 6 Μαΐου του ’84, μπαίνω στα ενενήντα. Λοιπόν μοιραία είναι όλ’ αυτά. Όπως σου είπα, φιλοσοφώ, δεν αντιστέκομαι στα πράγματα. Τα πράγματα μοιραία είναι έτσι. Κι αν ακόμα ήμουν σε θέση να περπατάω, τι μπορούσα να κάνω στα 89 μου χρόνια; Έχω κάνει το καθήκον μου. Ξέρω ότι το έκανα το καθήκον μου σε κάθε τομέα.
— Τι είναι για σας το καθήκον, πώς το εννοείτε;
Όπως το εννοώ εγώ, καθήκον είναι όταν κάνεις κάτι όχι για το προσωπικό όφελος, αλλά για το γενικό. Καθήκον είναι να θυσιάζεις το ίδιο σου το συμφέρον για το καλό του συνόλου. Όταν κοιτάζεις μόνο τον εαυτό σου, αυτό δεν είναι καθήκον, είναι το συμφέρον σου. Βέβαια, δεν ξεχνάω ότι ο άνθρωπος από φυσικού του κοιτάζει πρώτα τον εαυτό του και μετά τους άλλους. Όταν θα φτάσει η μέρα να νοιάζεται πρώτα για το σύνολο, τότε ο άνθρωπος όχι μόνο θα ’χει κάνει το καθήκον του, αλλά μαζί θα ’χει λυτρωθεί απ’ όλα τα δεινά.
— Μια και μιλήσατε για τα δεινά, ποιο θεωρείτε ότι είναι το χειρότερο απ’ τα δεινά του ανθρώπου;
Ο πόλεμος. Κι όταν είναι εμφύλιος, είναι ακόμη χειρότερο το κακό.
[…]
Ο Στρατής Δούκας διά χειρός Αμαλίας Παρασκευοπούλου
— Τα τελευταία χρόνια βιώνετε την πικρή εμπειρία των γηρατειών, καθηλωμένος στο κρεβάτι, μακριά από τον κόσμο και τη δράση. Μιλήστε μου γι’ αυτήν την εμπειρία των γηρατειών.
Τα γηρατειά θα ’πρεπε να είναι εκείνο που λέγει η θρησκεία: χριστιανά τα τέλη της ζωής ημών, ανώδυνα, ανεπαίσχυντα και ειρηνικά. Τα γηρατειά, όμως, είναι επώδυνα, μαρτυρικά και στο έπακρο επαίσχυντα. Σε ρεζιλεύουν όσο τίποτε άλλο. Σ’ ένα τέτοιο χάλι πώς να πεις «και καλήν απολογίαν παρά του Κυρίου αιτησώμεθα». Αλλά όπως σου είπα και πριν, έτσι έχουν τα πράγματα. Τα έσχατα γηρατειά είναι η τελευταία δοκιμασία της ζωής. Ευτυχώς, όχι για όλους τους ανθρώπους.
— Όλοι ξέρουμε ότι πάντα σταθήκατε με αγάπη κοντά στους νέους. Ποιες συμβουλές θα είχατε να τους δώσετε με την πείρα και τη σοφία που κατακτήσατε στη μακρινή διαδρομή της ζωής σας;
Νομίζω ότι σ’ αυτόν τον τόπο δεν αγαπάμε την αλήθεια. Γι’ αυτό όσοι υπερασπίζονται την αλήθεια, καταντούν μάρτυρες. Επομένως, εκείνο που θα είχα να συστήσω είναι ν’ αγαπήσουμε περισσότερο την αλήθεια. Το λέγει άλλωστε κι ο Σολωμός: μάθε να θεωρείς εθνικό ό,τι είναι αληθές. Μεγάλος λόγος. Γι’ αυτό ο Σολωμός είναι μεγάλος γενάρχης. Επίσης, εκείνο που έχω ακόμα να συστήσω στους νέους είναι να μην έχουν τη μανία της προβολής. Τα θυσιάζουν όλα για την αυτοπροβολή. Ν’ αγαπήσουν το απλό και την αλήθεια, κι όχι το περίπλοκο και το ψεύδος. Η αλήθεια και η απλότητα είναι, για μένα, οι σπουδαιότερες αρετές.
— Ο θάνατος σάς τρομάζει; Έχετε συμφιλιωθεί μαζί του ή προσπαθείτε να μην τον σκέφτεστε;
Είμαι ογδονταεννιά χρονών. Κι εύχομαι φέτος να ξοφλήσω. Έχω τους πόνους μου, είμαι πληγιασμένος από τη συνεχή κατάκλιση. Είναι κι αυτά τα εξευτελιστικά πράγματα που ζει καθημερινά ένας άνθρωπος στην κατάστασή μου και στην ηλικία μου. Όχι μόνο, λοιπόν, δεν τον φοβάμαι το θάνατο, αλλά τον περιμένω σαν λυτρωτή.
[…]
— Μιλήσατε για τα γηρατειά, μιλήσατε για το θάνατο, θα ’θελα, σαν επίλογο στη συνομιλία μας, να μιλήσετε και για τη ζωή, να δώσετε το δικό σας ορισμό για τη ζωή. Τι είναι η ζωή;
Α, πολλά ζητάς. Πώς να μιλήσει κανείς με δυο κουβέντες για τη ζωή; Η ζωή είναι πολλά πράγματα, όλα τα πράγματα και συγχρόνως ένα τίποτε. Ο Ουγκώ είχε πει πως η ζωή είναι ένα άνοιγμα του ματιού κι ένα κλείσιμο του ματιού. […]