Στις 13 Μαΐου 1960 απεβίωσε στην Αθήνα ο Αντώνιος Κεραμόπουλος (απαντά και ως Κεραμόπουλλος), διαπρεπής αρχαιολόγος και ακαδημαϊκός, με αξιομνημόνευτο ερευνητικό και συγγραφικό έργο.
Ο Αντώνιος Δημητρίου Κεραμόπουλος είχε γεννηθεί το 1870 στη Βλάστη (το πάλαι ποτέ Μπλάτσι), το ιστορικό Βλαχοχώρι της Κοζάνης.
Έλαβε την εγκύκλιο παιδεία στο δημοτικό της γενέτειράς του και σε γυμνάσιο της Θεσσαλονίκης.
Σπούδασε Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ μετά την αποφοίτησή του (1894) εργάστηκε ως ελληνοδιδάσκαλος στη μέση εκπαίδευση επί πέντε έτη.
Πηγή: Εκδοτική Αθηνών – ΕΙΕ/ΙΙΕ
Εν συνεχεία ο Κεραμόπουλος πραγματοποίησε ως υπότροφος μεταπτυχιακές σπουδές στην Αρχαιολογίασε πανεπιστήμια της Ευρώπης (Βιέννη, Μόναχο, Βερολίνο, Παρίσι).
Το 1903 εισήλθε κατόπιν εξετάσεων στην Αρχαιολογική Υπηρεσία, υπηρέτησε δε αρχικά ως νομισματογνώμων στο Νομισματικό Μουσείο και ακολούθως (από το 1904) ως Έφορος Αρχαιοτήτων στην Αττική, τη Στερεά Ελλάδα, την Πελοπόννησο και τις Κυκλάδες.
Ο Κεραμόπουλος διετέλεσε τακτικός καθηγητής στη Φιλοσοφική Σχολή του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών από το 1924 έως το 1938 (και κοσμήτορας αυτής κατά τα έτη 1932-1933), στην έδρα του Δημοσίου και ιδιωτικού βίου των αρχαίων Ελλήνων.
Το 1926 διορίστηκε τακτικό μέλος της νεοσυσταθείσης Ακαδημίας Αθηνών, ενώ το 1938 εξελέγη πρόεδρός της.
Κατά τα έτη 1941-1944, επί Γερμανικής Κατοχής, διετέλεσε επικεφαλής της Διευθύνσεως Αρχαιοτήτων του υπουργείου Θρησκευμάτων και Εθνικής Παιδείας.
Ο Κεραμόπουλος, ο οποίος —στο πλαίσιο της πολυσχιδούς δραστηριότητάς του— συνέβαλε ουσιωδώς στην ενημέρωση της ελληνικής και διεθνούς κοινής γνώμης για τα μείζονα εθνικά θέματα, υπήρξε μέλος της ελληνικής αντιπροσωπείας στη Διάσκεψη Ειρήνης των Παρισίων το 1946.
Το 1950 ο Κεραμόπουλος υπήρξε υποψήφιος βουλευτής στο νομό Κοζάνης με το Εθνικόν Ενωτικόν Κόμμα του Παναγιώτη Κανελλόπουλου.
Η επιστημονική δραστηριότητα του Κεραμόπουλου αναγνωρίστηκε σε διεθνές επίπεδο και τιμήθηκε από επιστημονικά ιδρύματα της χώρας μας και της Ευρώπης.
Στο φύλλο των «Αθηναϊκών Νέων» που είχε κυκλοφορήσει την Τετάρτη 16 Φεβρουαρίου 1938, στη δεύτερη σελίδα της εφημερίδας, υπήρχε ένα άρθρο υπό τον τίτλο «Τι επάγγελμα θα έκαναν σήμερον εάν άκουαν την γνώμην των γονέων των;»
Σημαντικές προσωπικότητες τής τότε ελληνικής κοινωνίας —μία εξ αυτών, ο Αντώνιος Κεραμόπουλος— είχαν κληθεί να απαντήσουν στο εν λόγω ερώτημα.
Ιδού όσα είχαν γραφεί στο υπό εξέταση δημοσίευμα για τον Κεραμόπουλο, τότε πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών:
Ο πατέρας του φιλομαθούς νεαρού Αντωνίου Κεραμοπούλου, αγαθώτατος και απλοϊκός επαρχιώτης, δεν είχε σχέδια διά τον βλαστόν του, τον σημερινόν πρόεδρον της Ακαδημίας Αθηνών και καθηγητήν του πανεπιστημίου. Τον έβλεπε μόνον να διαβάζη με μανία και επειδή τον αγαπούσε με αληθινήν στοργήν, τον άφινε να εκλέξη μόνος.
— Γράμματα θέλεις παιδί μου; Γράμματα να μάθης.
Ο απλοϊκός άνθρωπος συνεκέντρωσε όλη τη διανόησι μέσα σ’ αυτή τη λέξι «γράμματα». Εφρόντιζε να βοηθή όσο μπορούσε το παιδί του. Αλλά και ο νεαρός μαθητής εφρόντιζε να διαβάζη τα πάντα. Μέσα στην παιδική του φαντασία είχε ιδρύση μια νέα επιστήμη, που την ωνόμαζε «γενική γραμματολογία» και που περιελάμβανε όλες τις ανθρώπινες γνώσεις, όσες είνε γραμμένες σε βιβλία.
— Ήθελα να διαβάσω, λέγει ο κ. Κεραμόπουλος, όλα όσα έχουν γράψη οι άνθρωποι εις τους αιώνας.
Καμμία συγκεκριμένη κλίσις ακόμη. Η αγάπη προς την ελληνικήν αρχαιότητα ανεπτύχθη αργότερα, στο πανεπιστήμιον. Διαβάζοντας τους αρχαίους, μελετώντας τη ζωή και το πνεύμα τους, εσκέφθη ότι το ελληνικό έδαφος κλείνει μέσα του θησαυρούς. Η αρχαιολογία ως επιστήμη δεν είχεν αποδώση ακόμη όλους τους καρπούς της. Και ο φοιτητής Κεραμόπουλος έταξε ως σκοπόν της ζωής του το έργον αυτό. Επηκολούθησαν λαμπρές σπουδές στο εξωτερικόν, εργασία πολυετής στην αρχαιολογικήν υπηρεσία, συγγραφή μελετών, που αποτελούν την πολυτιμώτερη συμβολή στην επιστήμη. Μια εξ αυτών, τα «Θηβαϊκά», εβραβεύθη από την γαλλικήν ακαδημία. Ο κ. Κεραμόπουλος απεδείχθη ο καλλίτερος «σκαφτιάς», αφού έκαμε ανασκαφές σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Η πανεπιστημιακή έδρα κι’ έπειτα η ακαδημαϊκή απετέλεσαν νέες αφετηρίες δράσεως.
Μία λεπτομέρεια όμως, ένα ασήμαντο γεγονός των μαθητικών χρόνων, παρ’ ολίγον να αλλάξη τον δρόμον αυτόν. Κοντά στο σπίτι της οικογενείας είχεν εγκατασταθή ένας ζωγράφος. Ο Αντωνάκης παρηκολούθει το έργον του ζωγράφου με αληθινό ενδιαφέρον κι’ άρχισε να σχεδιάζη. Ο πατέρας του ενόμισε ότι ανεκάλυψε το κλειδί της επαγγελματικής κατευθύνσεως του παιδιού του. Θα γίνη ζωγράφος. Και ο υιός παρ’ ολίγον θα ακολουθούσε την καλλιτεχνική καρριέρα. Σήμερα ο κ. Κεραμόπουλος θα ήταν… ζωγράφος.
Ο κ. πρόεδρος της Ακαδημίας έχει κάθε λόγον να είνε ευχαριστημένος, γιατί δεν ηκολούθησε την παρόρμησι εκείνη. Εν τούτοις, ζηλεύει κάποτε… τους γιατρούς.
Η κεντρική φωτογραφία του παρόντος άρθρου προέρχεται από την Ακαδημία Αθηνών (ΕΙΕ/ΙΙΕ).
Η μουσική παράσταση «ASTORIA» μάς μεταφέρει στη Νέα Υόρκη του Μεσοπολέμου, εκεί όπου μια μικρή Ελλάδα γεννιέται μέσα σε ένα καφενείο στην καρδιά της Αστόριας και το τραγούδι γίνεται φωνή, παρηγοριά και αντίσταση.