Την ώρα που περισσεύουν οι πολεμικές μεταφορές για τη μάχη κατά της πανδημίας, ένας άλλος πραγματικός πόλεμος, που όσο καθυστερεί να κηρυχθεί τόσο λιγοστεύουν οι πιθανότητες να κερδηθεί, δεν προκρίνεται στην ίδια κλίμακα: αυτός που αφορά την επικείμενη κλιματική καταστροφή. Μάλιστα, δεν είναι τυχαίο ότι εν μέσω πανδημίας υπήρχαν ακόμη και εγκαίνια νέων μονάδων παραγωγής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα σε χώρες όπως η Γερμανία, ενώ στη Νοτιοανατολική Μεσόγειο εξελίσσεται μια επικίνδυνη γεωπολιτική σύγκρουση γύρω από κοιτάσματα φυσικού αερίου με προβλεπόμενη εκμετάλλευση σε ένα μέλλον όπου θα πρέπει να έχει προχωρήσει σε μεγάλο βαθμό η απεξάρτησή μας από τα ορυκτά καύσιμα.

Και όλα αυτά τη στιγμή που η πανδημία αλλά και όλο το φάσμα των ζωονόσων που επανέρχονται με αυξημένη συχνότητα σχετίζονται με τις ανθρώπινες επεμβάσεις ση φύση που προκαλούν και την κλιματική αλλαγή: την εκτεταμένη μετατροπή δασικών εκτάσεων, συμπεριλαμβανομένων και τροπικών δασών, σε γη που παραδίδεται στη βιομηχανική γεωργία και κτηνοτροφία, την καταστροφή παραδοσιακών οικοσυστημάτων, την οικιστική επέκταση, τις παγκοσμιοποιημένες ροές προϊόντων και ανθρώπων.

Ενώ παρατηρούμε μια μεγάλη ετοιμότητα για τη λήψη έκτακτων μέτρων για την πανδημία, συμπεριλαμβανομένης μιας εκτεταμένης αναστολής οικονομικών δραστηριοτήτων, δεν ισχύει το ίδιο για την επικείμενη κλιματική αλλαγή, παρότι η τελευταία, μέσα στον βραχύ χρόνο μερικών δεκαετιών, θα καταστήσει μεγάλες πυκνοκατοικημένες περιοχές αβίωτες. Συνθήκη που επιταχύνεται από τον κίνδυνο απελευθέρωσης μεγάλων ποσοτήτων μεθανίου (αερίου που συμβάλλει στην κλιματική αλλαγή) που σήμερα είναι εγκλωβισμένες κάτω από στρώματα πάγου που λιώνουν εξαιτίας της αύξησης της θερμοκρατίας.

Μάλιστα, αυτή τη στιγμή είμαστε σε ένα σημείο όπου μεγάλο μέρος των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής δεν θα αποτραπεί, με δεδομένη την ήδη μεγάλη συγκέντρωση αέριων ρύπων που ευνοούν το «φαινόμενο του θερμοκηπίου». Η μάχη είναι σε πρώτη φάση να συγκρατηθεί η κλίμακα της καταστροφής. Και έπεται μια ακόμη μεγάλη μάχη που είναι η προσπάθεια να αντιστραφεί η τάση, δηλαδή να περιοριστεί ο συνολικός όγκος των αερίων του θερμοκηπίου που βρίσκεται στην ατμόσφαιρα. Παρότι η συζήτηση αυτή έχει επικεντρωθεί σε μεγάλα και φιλόδοξα σχέδια γεω-μηχανικής (geo-engineering), γνωρίζουμε ότι η απλούστερη και αποτελεσματική μέθοδος δεν είναι άλλη από τη μαζική αναδάσωση σε πλανητική κλίμακα.

Η σύγκρουση

Ομως, μια τέτοια πλανητική απόδοση ξανά στη φύση τεράστιων εκτάσεων έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τη σημερινή διαρκή παράδοση τροπικών δασών στη βιομηχανική γεωργική και αγροτική εκμετάλλευση. Να το πούμε πολύ απλά: είναι αδύνατο να έχουμε σημαντική βελτίωση της κατάστασης και ταυτόχρονα να έχουμε το σημερινό μοντέλο αγροτικής και κτηνοτροφικής παραγωγής, ιδίως μάλιστα όταν η τελευταία συμβάλλει αποφασιστικά στην κλιματική αλλαγή.

Και τα πράγματα κάνει ακόμη πιο δύσκολα το γεγονός ότι η ανάγκη ταχύτατης μετάβασης σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και εγκατάλειψης τόσο των ορυκτών καυσίμων όσο και της πυρηνικής ενέργειας έχει συγκεκριμένες χωρικές απαιτήσεις: τα αιολικά πάρκα και τα πάρκα με φωτοβολταϊκά απαιτούν σημαντικές εκτάσεις, διαμορφώνοντας τη δύσκολη απαίτηση να συνδυαστούν η αναγκαία βιώσιμη αγροτική παραγωγή, η μαζική αναδάσωση και η τεράστια αναγκαία επέκταση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.

Ολα αυτά παραπέμπουν σε μια μεγάλη ανατροπή των όρων με τους οποίους αντιλαμβανόμαστε αυτό που συνηθίσαμε να ονομάζουμε οικονομία και ανάπτυξη. Η στροφή στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, σε συνδυασμό με την εκτεταμένη ανάγκη αναδάσωσης, δημιουργεί ένα πραγματικό πρόβλημα ως προς τη δυνατότητα να ισχύει παγκοσμίως π.χ. η κατά κεφαλήν κατανάλωση ενέργειας των ΗΠΑ, την ώρα που μεγάλα τμήματα της ανθρωπότητας όντως χρειάζονται περισσότερη ενέργεια για να βελτιώσουν τη ζωή τους.

Αυτό συνεπάγεται αλλαγές πολύ πιο ριζικές από αυτές που συχνά συζητούμε. Η απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα σημαίνει ότι πράγματα που θεωρούμε αυτονόητα, όπως η χρήση ιδιωτικών αυτοκινήτων, θα περιοριστεί, ενώ το ίδιο θα ισχύει και για την ευκολία αεροπορικών ταξιδιών. Η στροφή στη βιώσιμη γεωργία και κτηνοτροφία θα σημαίνει μεγαλύτερη εποχικότητα στη διατροφή και πολύ μικρότερη κατανάλωση κρέατος. Η έμφαση θα πρέπει να δοθεί σε συλλογικά αγαθά, όπως η παιδεία, το σύστημα υγείας, ο πολιτισμός, παρά στη συσσώρευση ατομικών καταναλωτικών ειδών. Ο κόσμος θα πρέπει να γίνει πολύ πιο αποκεντρωμένος και με έμφαση στην τοπικότητα (το οικολογικό αποτύπωμα της παγκοσμιοποίησης είναι αρνητικό) και ταυτόχρονα πιο αλληλέγγυος, από την αναδιανομή πλούτου και τεχνογνωσίας (που μπορεί να έχει και αντίστροφη φορά: έχουμε πολλά να μάθουμε από τοπικές βιώσιμες αγροτοκτηνοτροφικές παραδόσεις) μέχρι την ετοιμότητα για την υποδοχή των περιβαλλοντικών προσφύγων που αναμένονται τις επόμενες δεκαετίες.

Απο-ανάπτυξη;

Από διάφορες πλευρές έχει προταθεί ότι όλα αυτά συνεπάγονται ένα είδος «απο-ανάπτυξης». Οντως, με όρους συνολικού «υλικού μεταβολισμού», χρειαζόμαστε μια επιβράδυνση. Αυτό δεν συνεπάγεται ούτε μαζική ανεργία, ούτε εξαθλίωση. Η μετάβαση σε μια βιώσιμη συνθήκη απαιτεί την εργασία, τη δημιουργικότητα και την εφευρετικότητα των ανθρώπων για μια νέα παραγωγική και κοινωνική οργάνωση. Αυτό που αμφισβητείται είναι το εάν η επιδίωξη του ατομικού κέρδους προσφέρει αποτελεσματικότερη κινητοποίηση από το αίτημα συλλογικής επιβίωσης.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο