Η επόμενη μέρα στα ελληνοτουρκικά σφραγίζεται οριστικά από τις εξελίξεις των γεγονότων που ξεκίνησαν το απόγευμα της Δευτέρας 10 Αυγούστου. Αλλη όμως η επόμενη μέρα μιας Ελλάδας έπειτα από απάντηση στα τουρκικά τετελεσμένα, άλλη χωρίς απάντηση, άλλη, η δυσμενέστερη, ύστερα από προαναγγελία αλλά όχι εφαρμογή μιας τέτοιας απάντησης.

Ολο το προηγούμενο διάστημα η Ελλάδα εξέπεμπε, ιδία πρωτοβουλία, με τον πιο απόλυτο τρόπο την απόφαση να μην επιτρέψει την παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων της. Στις 21 Ιουλίου ο τουρκικός στόλος έκανε πίσω όταν συνάντησε τις ελληνικές δυνάμεις.

Μήνες νωρίτερα, στον Εβρο, ο τουρκικός στρατός είχε αποτύχει στην παραστρατιωτική επιχείρηση να χρησιμοποιήσει χιλιάδες μετανάστες ως πολιορκητικό κριό κατά των ελληνικών συνόρων. Οι Τούρκοι επανήλθαν στο Αιγαίο 20 ημέρες μετά την αναδίπλωση του στόλου τους.

Αυτή τη φορά δεν αιφνιδιάστηκαν: γνώριζαν τι θα συναντήσουν. Το γεγονός αυτό πιστοποίησε την αποφασιστικότητά τους να επιβάλουν τετελεσμένα. Από τη στιγμή που εξέδωσαν την πρώτη σχετική NAFTEX μέχρι την ώρα που το ερευνητικό τους σκάφος εισερχόταν στην ελληνική υφαλοκρηπίδα ποντίζοντας καλώδια και φυσικά, στη συνέχεια, κινήθηκαν με βάση τα νέα δεδομένα του Ιουλίου.

Το ίδιο συνέβη σε διπλωματικό επίπεδο, όταν έσπευσαν να ακυρώσουν τον διάλογο που πριν ήθελαν, με αφορμή τη συμφωνία με την Αίγυπτο. Τον ακύρωσαν επειδή υπήρχαν πλέον επαρκείς στρατιωτικές και διπλωματικές ενδείξεις ότι η Ελλάδα δεν επρόκειτο να κάνει πίσω. Η Ελλάδα έστελνε συστηματικά αυτό το μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση απευθείας από την καρδιά της κυβέρνησης.

Ομως η Τουρκία επανήλθε. Και η Ελλάδα συνέχισε να εκπέμπει το ίδιο μήνυμα, στέλνοντας προειδοποιήσεις αποχώρησης, αλλά χωρίς απάντηση και (τελικά) χωρίς αντίκρισμα. Η Ελλάδα έδειξε πρώτη ότι υπήρξε προσβολή όταν διέρρεε συνεχείς προειδοποιήσεις αποχώρησης.

Αρχικά αυτή η κατάσταση έδειχνε προς σύγκρουση. Για το ποια μπορεί να ήταν η εξέλιξη και, κυρίως, το τέλος μιας τέτοιας σύγκρουσης ουδείς μπορεί να μιλήσει ως προφήτης ή να κάνει εικασίες. Υπάρχουν όμως τρεις βεβαιότητες: η πρώτη είναι ότι η Ελλάδα διαθέτει πλήρη στρατιωτική επάρκεια για να υποστηρίξει την ακεραιότητά της. Η δεύτερη, ότι η καθυστέρηση στο να το πράξει ευνοεί αποφασιστικά την Τουρκία, τόσο στρατιωτικά όσο και διπλωματικά.

Η τρίτη, ότι όταν ο ίδιος δείχνεις σύγκρουση και την αποφύγεις, δύσκολα πια θα πείσεις οποιονδήποτε στο μέλλον για την αποφασιστικότητά σου. Αυτά θα έπρεπε να ήταν επαρκή ώστε να μην επιτραπεί στην Τουρκία να επιβάλει τη θέλησή της με τετελεσμένα.

Οταν όμως η παραβίαση της εθνικής κυριαρχίας με διάρκεια και που έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα δεν απαντηθεί, παγιώνεται μια άλλη νεότερη δυσμενής πραγματικότητα. Που καθίσταται επαχθής από τη στιγμή που με κάθε τρόπο, σε κάθε επίπεδο, η χώρα έχει πριν διακηρύξει ότι δεν θα ανεχθεί τετελεσμένα. Τέτοιες διακηρύξεις χωρίς εφαρμογή εγγυώνται στα ελληνοτουρκικά πολύ χειρότερη επόμενη μέρα, ακόμα και από το αν η Ελλάδα είχε προχωρήσει σε διάλογο με αμιγώς πολιτικούς όρους. Η επίκληση προάσπισης «καίγεται» αν απαιτηθεί αλλά τελικά δεν υπάρξει.

Η επόμενη μέρα με την Ελλάδα να μην έχει απαντήσει στις τουρκικές κινήσεις προσβολής κυριαρχίας, ενώ έχει διακηρύξει το αντίθετο, σημαίνει διάλογο εφ’ όλης της ύλης από θέση αδυναμίας. Επειδή έτσι δηλώνει προς όλους ότι δεν τολμά να προασπιστεί την κυριαρχία της.

Αυτομάτως στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων που έπεται η Ελλάδα είναι αδύναμη και, ουσιαστικά, μόνη. Ουδείς υπάρχει να μπορεί και να θέλει να σταματήσει την Τουρκία από το να επιβάλει ολοκληρωτικά τη θέλησή της από τη στιγμή που ξεκινήσουν τέτοιες διαπραγματεύσεις. Και αυτή είναι η χειρότερη δυνατή έκβαση, η πιο ζοφερή επόμενη μέρα.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο