Ηταν στις αρχές της δεκαετίας του 1910 όταν ο Ντιαγκίλεφ με τα Ρωσικά Μπαλέτα του αναστάτωνε το Παρίσι, όχι μόνο καλλιτεχνικά. Τα πολύχρωμα φολκλόρ κοστούμια, σε παραστάσεις όπως η «Πετρούσκα» και η «Σεχραζάτ», ξετρέλαιναν τις Παριζιάνες της υψηλής κοινωνίας που άρχισαν να αποκωδικοποιούν τον εξωτισμό στην γκαρνταρόμπα τους. Στην αυτοβιογραφική αφήγηση της Κοκό Σανέλ «Η αύρα της Σανέλ» που κατέγραψε ο Πολ Μοράντ, η μαντεμουαζέλ διηγείται πως ένα βράδυ, ενώ παρακολουθούσε μία παράσταση και έβλεπε τις κυρίες να εκστασιάζονται από την, επί της σκηνής, έκρηξη των χρωμάτων, σκεπτόταν: «Καλά, χορτάστε τώρα χρώμα γιατί του χρόνου θα σας ταράξω στο μαύρο». Την επόμενη σεζόν λάνσαρε το «μικρό μαύρο χρώμα» ένα ρούχο που, μέχρι τότε, οι κομψές Παριζιάνες δεν θα μπορούσαν να το φανταστούν ούτε για τις υπηρέτριες των σατό τους.

Ο ριζοσπαστισμός της γυναίκας που άλλαξε όχι μόνο τις νόρμες της μόδας αλλά και της θηλυκής φιγούρας, είχε ήδη εκδηλωθεί όταν ξευτέλισε τη ζιμπελίνα κάνοντάς τη φόδρα σε πανωφόρια από κάμποτο, καθιέρωσε τη μόδα της ηλιοκαμένης επιδερμίδας που, μέχρι τότε, παρέπεμπε σε εργάτριες της υπαίθρου και «ανακάλυψε» τα φο κοσμήματα.

Λίγες δεκαετίες αργότερα, ο Ιβ Σεν Λοράν ανέδειξε το φολκλόρ ως κλασικό στυλ και γέμισε τις γυναικείες ντουλάπες με πολύχρωμους φραμπαλάδες και σαλβάρια. Πάμε παρακάτω. Αν τη δεκαετία του 1980, τότε που η μόδα ήθελε τη μέση των τζιν να φτάνει μέχρι λίγο πιο κάτω από το στήθος, βλέπαμε τα χαμηλοκάβαλα παντελόνια του Αλεξάντερ ΜακΚουίν που αφήνουν να φαίνεται το εσώρουχο, θα γελούσαμε – τουλάχιστον. Αντίστοιχα, την ίδια εποχή, όταν ετοιμαζόμουν για βραδινή έξοδο, η μητέρα μου, γαλουχημένη με τους κανόνες κομψότητας του 1950 και του 1960, βλέποντας τι φορούσα, με ρωτούσε αν το πάρτι που θα πάω είναι μασκέ.

Το στοίχημα της κομψότητας

Είναι σαφές πως η κινητήρια δύναμη της μόδας είναι το ότι, κάθε τόσο, αναθεωρεί τους κανόνες αισθητικής. (Τι να πρωτοθυμηθώ; Το mix and match ή τις γόβες με σοσόνια του Γκοτιέ;). Πολύ περισσότερο τους καταργεί το προσωπικό στυλ – το οποίο επίσης πριμοδότησε η Σανέλ. Που σημαίνει ότι το να κρίνουμε έναν άνθρωπο από τα ρούχα που φοράει, είναι τόσο αυθαίρετο που αποτυπώνει μικροψυχία. Στην εποχή μας, δεν υπάρχουν «ανάρμοστα ρούχα» παρά μόνο όταν, για ειδικούς λόγους, ισχύει ενδυματολογικό πρωτόκολλο. Ναι, είναι ανάρμοστο να πας σε κηδεία με κόκκινο φόρεμα, στη Βουλή με σαγιονάρες ή σύζυγος πρωθυπουργού να εμφανιστεί σε επίσημη συνάντηση με κομπινεζόν.

Φόρα το όπως θες

Την εποχή της πολιτικής ορθότητας βλέπω την έξαρση μιας ασύμμετρης τάσης να στοχοποιούνται κυρίες της πολιτικής ή του ευρύτερου χώρου της, με «σκανδάλη» τις ενδυματολογικές τους επιλογές. Από τη στέκα της Μενδώνη έως το παντελόνι της Μαρέβας και από την Πρόεδρο της Δημοκρατίας έως την Πατούλη. Καταλαβαίνω τον σχολιασμό στα πλαίσια ενός απολύτως αποδεκτού κοινωνικού κουτσομπολιού – όλοι το κάνουμε. Οχι όμως να βγάζεις, με βάση το ρούχο, συμπεράσματα για ψυχικές ή πνευματικές ιδιότητες. Στο κάτω κάτω, το να συνδυάζει η Κατερίνα Σακελλαροπούλου δαντελένια τουνίκ με παντελόνι – φόρμα ή αθλητικά παπούτσια δεν την κάνει χειρότερη ΠτΔ. Από την αντίληψη «Είμαστε ό,τι φοράμε» προκύπτει το «Τα ήθελε και τα έπαθε το θύμα του βιασμού». Και το να κρίνεις κάποιον από τα ρούχα που φοράει είναι ακριβώς της ίδιας ούγιας με το να τον κατακρίνεις επειδή δεν έχει ρούχα να φορέσει.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο