Ιδιαίτερα ανησυχητικά για το μέλλον της Ελλάδας, είναι πρόσφατα δημογραφικά στοιχεία, που δείχνουν ότι οι γεννήσεις στη χώρα μας είναι σχεδόν 36.000 λιγότερες από τους θανάτους.

Κάτι που μεταφράζεται σε μεγάλο και σοβαρό πρόβλημα υπογεννητικότητας με τραγικές συνέπειες στο μέλλον.

Μάλιστα με βάση ένα συντηρητικό σενάριο, εάν δεν ληφθούν άμεσα μέτρα για την ανάσχεση της υπογεννητικότητας, το 2050 ο πληθυσμός της Ελλάδας θα κυμαίνεται μεταξύ 8,3 και 10 εκατομμυρίων ατόμων, με μέση ηλικία τα 47-50 έτη.

Τα άτομα άνω των 65 ετών θα αποτελούν ποσοστό 36% του πληθυσμού.

Πιο συγκεκριμένα η Ελλάδα, βρίσκεται σε έντονο καθοδικό ρυθμό μείωσης του πληθυσμού της από το 2011, οπότε και καταγράφηκε αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων για πρώτη φορά μετά την περίοδο της Κατοχής του 1944.

Το 2017 στην Ελλάδα είχαμε 124.501 θανάτους και 88.553 γεννήσεις, δηλαδή 35.948 λιγότερες.

«Ο πληθυσμός στη χώρα μας αναμένεται να φτάσει τα 8 εκατομμύρια το 2050, με βάση ένα συντηρητικό σενάριο» ανέφερε ο Στέφανος Χανδακάς, Μαιευτήρας-Γυναικολόγος, Ιδρυτής & Πρόεδρος της HOPEgenesis, κατά την ομιλία του στην τελευταία διάλεξη του Ινστιτούτου Δημόσιας Υγείας του Αμερικανικού Κολλεγίου Ελλάδος.

Ο κ. Χανδακάς μαζί με τον Γιώργο Ραχιώτη, που είναι Ειδικός Ιατρός Εργασίας, Αναπληρωτής Καθηγητής Επιδημιολογίας και Επαγγελματικής Υγιεινής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, προσέγγισαν το φλέγον δημογραφικό πρόβλημα, όπως καταγράφεται στην Ελλάδα.

Προσπάθησαν παράλληλα να αναδείξουν την ανάγκη εύρεσης μιας κεντρικής λύσης του προβλήματος που θα δώσει κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική ώθηση στη χώρα μας.

Ανάγκη στήριξης της μητρότητας, της οικογένειας και της γονιμότητας

Οι επιστήμονες, τόνισαν ότι η Ελλάδα είναι αρκετά χαμηλά στην κατάταξη της Ευρώπης σχετικά με την υιοθέτηση πολιτικών στήριξης της μητρότητας, της οικογένειας και της γονιμότητας, υπογραμμίζοντας ότι κύριος στόχος θα πρέπει να είναι η δημιουργία ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος ενίσχυσης των ζευγαριών που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία.

Ο κ. Χανδακάς, εστίασε κυρίως στη σημασία της υπογεννητικότητας και στους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσε η κοινωνία να ξεπεράσει τα εμπόδια που διατηρούν χαμηλό ρυθμό γεννήσεων τα τελευταία χρόνια.

Όπως είπε, ο ολικός δείκτης αναπαραγωγής, ο οποίος υποδηλώνει τον αριθμό των παιδιών που αποκτάει κάθε γυναίκα στη διάρκεια της αναπαραγωγικής της ηλικίας, μεταβλήθηκε από 1,31 που ήταν το 2004, σε 1,5 το 2008 και 2009, ενώ μειώθηκε ξανά σε 1,35 το 2017.

Ιδιαίτερη σημασία έχει, επίσης, η ηλικία απόκτησης του πρώτου παιδιού από τις Ελληνίδες, η οποία από τα 28,8 έτη που ήταν το 2008, μετατέθηκε στα 30,3 έτη το 2016.

Άνω των 65 το 36% του πληθυσμού τις επόμενες δεκαετίες

Την ίδια ώρα, υπάρχουν στοιχεία που δείχνουν ότι στην χώρα μας ένα ποσοστό 17-20% ζευγαριών αναπαραγωγικής ηλικίας αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα υπογονιμότητας (περίπου 300.000 ζευγάρια).
Νέοι άνθρωποι 25-40 ετών,  μαστίζονται από υψηλή ανεργία της τάξης του 30-40% ή παρέχουν μερική ή ανασφάλιστη εργασία.

Μέσα σε αυτό το δυσμενές πλαίσιο τα ζευγάρια είναι αναγκασμένα να μεταθέσουν την απόκτηση παιδιού στο μέλλον.

Το πιο δυσοίωνο μήνυμα, όμως, συνοψίζεται στη βαθιά γήρανση του πληθυσμού τις επόμενες δεκαετίες, καθώς προβλέπεται ότι το 36% των κατοίκων της Ελλάδας το 2050 θα είναι άνω των 65 ετών.

Το ποσοστό αυτό αποτελεί ρεκόρ για τη χώρα μας, αν ληφθεί υπόψη ότι τη δεκαετία του ΄70 ήταν 6% και στις μέρες μας υπολογίζεται στο 18-20%.

Στις αιτίες του δημογραφικού προβλήματος οι δύο ομιλητές εστίασαν στην οικονομική κρίση, που πυροδότησε μια διαδικασία σημαντικής μείωσης του πληθυσμού της χώρας.

Βασική αιτία, και η μετανάστευση, που επιδεινώνει το πρόβλημα, αφαιρώντας σημαντικό ποσοστό του πληθυσμού της χώρας σε αναπαραγωγική ηλικία που υπολογίζεται περίπου σε 400.000 νέους από το 2011.

Άλλη αιτία είναι και το άνισα κατανεμημένο νοσοκομειακό και μαιευτικό δίκτυο, που δυσκολεύει την πρόσβαση στις υπηρεσίες, με αποτέλεσμα να υπάρχουν κρυμμένα κόστη.

Οι συνέπειες που προκύπτουν από τα δημογραφικά χαρακτηριστικά της χώρας μας έχουν κοινωνικό και οικονομικό χαρακτήρα:

Γήρανση του πληθυσμού, μείωση εργατικού δυναμικού και επιβάρυνση του ασφαλιστικού συστήματος καθώς και κατάρρευση του συνταξιοδοτικού συστήματος.

ΣΔΙΤ για την αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας;

Εν μέσω αυτών των δυσοίωνων προβλέψεων, μοντέλο σύμπραξης δημοσίου, ιδιωτικού και μη κερδοσκοπικού τομέα για την έμπρακτη αντιμετώπιση της υπογεννητικότητας στην Ελλάδα συνυπέγραψαν η Β’ Μαιευτική και Γυναικολογική Κλινική του Αρεταίειου νοσοκομείου με τη ΗOPEgenesis.

Οπως επεσήμανε ο καθηγητής Νικόλαος Βλάχος, διευθυντής της Β’ Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής του Αρεταίειου η κλινική με τις δυνατότητες που διαθέτει τόσο σε έμψυχο υλικό, όσο και σε υποδομές μπορεί να βοηθήσει στην αντιμετώπιση ενός προβλήματος το οποίο αποτελεί μια βραδυφλεγή βόμβα στα θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας.

Από την πλευρά του, ο πρόεδρος της HOPEgenesis Στέφανος Χανδακάς τόνισε ότι η συνεργασία θα αποφέρει μετρήσιμα αποτελέσματα, αναστρέφοντας σταδιακά το πρόβλημα της υπογεννητικότητας και αυξάνοντας τις γεννήσεις στην Ελλάδα.

Γράψτε το σχόλιό σας