Δεν θεωρήθηκε από τις καλύτερες ταινίες του Ντε Πάλμα, ούτε του «κύκλου Βιετνάμ» (είχαν προηγηθεί η «Αποκάλυψη» και το «Full Metal Jacket»), δεν παύει όμως να προσθέτει ένα λιθαράκι στις καταγγελίες σχετικά με τα εγκλήματα που έγιναν σε έναν πόλεμο σκοπιμότητας. Με αφετηρία ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε το 1969 στην εφημερίδα New Yorker -και που […]
Δεν θεωρήθηκε από τις καλύτερες ταινίες του Ντε Πάλμα, ούτε του «κύκλου Βιετνάμ» (είχαν προηγηθεί η «Αποκάλυψη» και το «Full Metal Jacket»), δεν παύει όμως να προσθέτει ένα λιθαράκι στις καταγγελίες σχετικά με τα εγκλήματα που έγιναν σε έναν πόλεμο σκοπιμότητας. Με αφετηρία ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε το 1969 στην εφημερίδα New Yorker -και που αργότερα έγινε βιβλίο- παρακολουθούμε την αποτρόπαιη πράξη μιας ομάδας Αμερικανών στρατιωτών που συναίνεσαν στο σχέδιο του επικεφαλής. Ο λοχίας τους άρπαξε μια νεαρή Βιετναμέζα. Την έσυρε μαζί του σε περιπολία, κατά τη διάρκεια της οποίας όλοι σχεδόν οι άντρες τη βίασαν και στη συνέχεια τη δολοφόνησαν. Ένας φαντάρος που αρνήθηκε να συμμετάσχει σε όσα συνέβησαν καταγγέλλει το γεγονός. Όμως, κανείς από τους ανωτέρους του δεν δείχνει να ενδιαφέρεται. Το μέρος του φιλμ που εστιάζει στις ανακρίσεις έχει μια θεατρικότητα ξένη προς το υπόλοιπο κλίμα (μάχες, περιπολίες στη ζούγκλα). Παρ΄ όλα αυτά, το έργο κερδίζει τις εντυπώσεις χάρη στην έξοχη σκιαγράφηση των χαρακτήρων. Ο Πεν είναι εξαιρετικός στο ρόλο του αμόρφωτου βλάχου που θεωρεί τους «κιτρινιάρηδες» αναλώσιμους. Το ίδιο πειστικά είναι και τα μέλη της ομάδας, από τον κλασικό νταή έως τους φοβισμένους φαντάρους, που παρασύρονται από την ψυχολογία της κλίκας. Η νέα έκδοση περιέχει την εκδοχή των 114 λεπτών. Η αναμορφική εικόνα προέρχεται από μήτρα υψηλής ευκρίνειας και διαθέτει εξαιρετική υφή, ανάλυση και απόδοση των χρωμάτων. Η ηχητική μπάντα έχει υποστεί εκ νέου επεξεργασία, με εντυπωσιακά αποτελέσματα: Αριστη αίσθηση περιβάλλοντος χώρου, πλούσιες χαμηλές συχνότητες, ενώ οι ήχοι από τον αυλό του Πάνα (μουσική του Ένιο Μορικόνε) σκορπίζονται σε όλο το χώρο. Τα έξτρα είναι λιγότερα από εκείνα της παλιάς έκδοσης και δεν έχουν ούτε ελληνικούς ούτε αγγλικούς υπότιτλους. Όσοι είναι εξασκημένοι στα αγγλικά μπορούν να παρακολουθήσουν τη συζήτηση με τον Φοξ ή το σκηνοθέτη να εξηγεί πώς αποφάσισε να γυρίσει το συγκεκριμένο φιλμ.