Μέσο ετήσιο πληθωρισμό 3% για το 2002 προβλέπει η ΤτΕ – Στο 3,5% το ΑΕΠ
Στο 3% αναμένεται να διαμορφωθεί ο μέσος ετήσιος ρυθμός του πληθωρισμού το 2002, ενώ ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ αναμένεται να αγγίξει το 3,5%, σύμφωνα με την εξαμηνιαία έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος για τη νομισματική πολιτική.
Στο 3% αναμένεται να διαμορφωθεί ο μέσος ετήσιος ρυθμός του πληθωρισμού το 2002, σύμφωνα με δηλώσεις του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος Λουκά Παπαδήμου την Τετάρτη.
Κατά την παράδοση της 6μηνιαίας έκθεσης της ΤτΕ για τη νομισματική πολιτική 2001 – 2002 στον πρόεδρο της Βουλής Απόστολο Κακλαμάνη, ο κ. Παπαδήμος σημείωσε ότι -αν και δεν αποκλείονται κάποιες διακυμάνσεις στο ρυθμό του πληθωρισμού- αναμένεται ότι από τον Απρίλιο και μετά θα επιβραδύνεται, και ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός του θα διαμορφωθεί γύρω στο 3%.
Η Τράπεζα της Ελλάδος εμφανίζεται πιο συγκρατημένη στις προβλέψεις της για το ρυθμό ανόδου του ΑΕΠ φέτος σε σύγκριση με αυτές που περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα Σταθερότητας. Αντίθετα, εμφανίζεται αισιόδοξη για την πορεία αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού. Παράλληλα επισημαίνει ότι μεσοπρόθεσμα η ταχύτητα με την οποία θα επιτευχθεί η πραγματική σύγκλιση θα εξαρτηθεί από την επιλογή και την αποτελεσματική εφαρμογή ενός κατάλληλου συνδυασμού δημοσιονομικής και διαρθρωτικής πολιτικής.
Αναλυτικά, η ΤτΕ προβλέπει ότι ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ θα διαμορφωθεί στο 3,5% έναντι 3,8% που προβλέπει το Πρόγραμμα Σταθερότητας που έχει υποβάλει στην ΕΕ η ελληνική κυβέρνηση. Όπως επισημαίνεται στην έκθεση, δεν έχει εξαλειφθεί πλήρως η αβεβαιότητα όσον αφορά στους εξωτερικούς παράγοντες που επηρεάζουν την πορεία της ελληνικής οικονομίας, όπως η πορεία των τιμών του πετρελαίου και η ανάκαμψη της ευρωπαϊκής και αμερικανικής οικονομίας.
Ταυτόχρονα υπάρχουν και στοιχεία αβεβαιότητας που συνδέονται με εσωτερικούς παράγοντες, όπως ο χρόνος και ο βαθμός υλοποίησης των επενδυτικών σχεδίων των ιδιωτικών επιχειρήσεων καθώς και η τελική διαμόρφωση του κόστους εργασίας και οι συνέπειες που αυτό θα έχει στην ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.
Η ΤτΕ παρατηρεί ότι το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος στο σύνολο της οικονομίας αναμένεται να επιταχυνθεί. Για το λόγο αυτό επισημαίνεται η ανάγκη -στις συλλογικές διαπραγματεύσεις που διεξάγονται για τις αυξήσεις των μισθών- οι κοινωνικοί εταίροι να λάβουν υπόψη τους κατ αρχήν την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού, καθώς και την ενίσχυση του εισοδήματος των εργαζομένων κατά 1% ως αποτέλεσμα των πρόσφατων φορολογικών μέτρων που εξήγγειλε η κυβέρνηση.
«Είναι ανάγκη να προωθηθούν ταχύτερα οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα οδηγήσουν σε αποτελεσματικότερη λειτουργία των αγορών και σε υψηλούς ρυθμούς ανόδου της παραγωγικότητας, καθώς με τον τρόπο αυτό θα αποτραπούν οι πληθωριστικές πιέσεις που δημιουργούνται από την συνεχή αύξηση των πραγματικών αποδοχών των εργαζομένων» υπογραμμίζεται στην έκθεση.
Σύμφωνα με πληροφορίες, η διοίκηση της ΤτΕ εκτιμά ότι η ονομαστική αύξηση των μισθών για το 2002 μπορεί να φθάσει το 6% προκειμένου να συγκρατηθεί η αύξηση του κόστους εργασίας ανά μονάδα προιόντος στο 3%, εάν συνυπολογισθεί η αναμενόμενη αύξηση της παραγωγικότητας κατά 3%.
Τέλος, σύμφωνα με την ΤτΕ, για την επίτευξη της πραγματικής σύγκλισης απαιτείται η εφαρμογή μίας δημοσιονομικής πολιτικής, η οποία θα καθορίζει σαφείς και δεσμευτικούς στόχους για τις πρωτογενείς δαπάνες του προϋπολογισμού (στις οποίες περιλαμβάνονται και οι δαπάνες μισθών). Αυτό εν μέρει μπορεί να επιτευχθεί με την εξυγίανση των δημόσιων επιχειρήσεων και οργανισμών ώστε να περιοριστούν οι επιδοτήσεις από τον προϋπολογισμό.
Ταυτοχρόνως, η ΤτΕ κρίνει σκόπιμο να προωθηθεί το ταχύτερο δυνατό η φορολογική μεταρρύθμιση καθώς και η μεταρρύθμιση της κοινωνικής ασφάλισης, όχι μόνο για να διασφαλιστεί η βιωσιμότητα του συστήματος, αλλά προκειμένου να διασφαλιστεί μακροπρόθεσμα η δημοσιονομική σταθερότητα.
Στην έκθεση εξάλλου αναφέρεται ότι στη ζώνη του ευρώ ο ετήσιος πληθωρισμός σε μέσα επίπεδα εκτιμάται πως θα διαμορφωθεί κάτω από το 2%. Επίσης ο ρυθμός ανόδου του ΑΕΠ στην ευρωζώνη θα κυμανθεί μεταξύ 0,7% και 1,7% για το 2002, ενώ προβλέπεται ότι στο τελευταίο τρίμηνο ο ρυθμός αυτός θα διαμορφωθεί στο 2%.