Ο τραγουδιστής των Illegal Operation -μέλη τους τον συνοδεύουν εδώ κατά περίσταση, συμπεριλαμβανομένων των Αντώνη Λιβιεράτου στα πλήκτρα και Στάθη Ιωάννου στην κιθάρα και στην επιμέλεια ολόκληρης της παραγωγής- δραπετεύει προς στιγμή από τη ζούγκλα του space boogie και χώνεται σε ακόμα πιο σκοτεινά και τελματώδη ύδατα, προκειμένου να συναντήσει τους αυστηρά προσωπικούς του εφιάλτες. […]
Ο τραγουδιστής των Illegal Operation -μέλη τους τον συνοδεύουν εδώ κατά περίσταση, συμπεριλαμβανομένων των Αντώνη Λιβιεράτου στα πλήκτρα και Στάθη Ιωάννου στην κιθάρα και στην επιμέλεια ολόκληρης της παραγωγής- δραπετεύει προς στιγμή από τη ζούγκλα του space boogie και χώνεται σε ακόμα πιο σκοτεινά και τελματώδη ύδατα, προκειμένου να συναντήσει τους αυστηρά προσωπικούς του εφιάλτες. Μιλούν απταίστως την ελληνική -στίχοι με «σάρκα» και «αίμα», για τους περισσότερους εκ των οποίων ευθύνεται ο Χρήστος Κανελλόπουλος- αν και φαίνεται πως αντίκρισαν για πρώτη φορά το φως της ζωής σε κάποιο αμερικανικό αστικό καταγώγιο. Ανάμεσα στο παρφουμαρισμένο κουφάρι του Hank Williams και τον ολοκαίνουριο πίνακα του Don Van Vliet ή Captain Beefheart, διαγωνίως κάθετα στο τραπέζι που συνήθιζε να τα πίνει ο Screamin΄ Jay Hawkins, ακριβώς απέναντι από εκείνη τη γωνία, όπου ο Tom Waits, άρτι αφιχθείς από τη Σιγκαπούρη, τα έλεγε με το μουσκεμένο Σκύλο της Βροχής υπό το άγρυπνο μα για πάντα χαμένο βλέμμα του Nick Cave των σκοτεινών ημερών… Τούτο το ντεμπούτο άλμπουμ του Μανώλη Αγγελάκη αφήνει σχεδόν γυμνό στα μάτια μας το δημιουργό του. Πλημμυρισμένο από τις προσωπικές εμμονές, τους φόβους, τα ιερά και απαραβίαστα σημεία αναφοράς, τα ανεκπλήρωτα, τις ευκαιρίες που πέρασαν, έφυγαν και δεν ξαναγύρισαν, ολόκληρο εν ολίγοις τον ατομικό μικρόκοσμο του ανθρώπου που το γέννησε, ξετυλίγει αργά και βασανιστικά τα πλοκάμια του, καθώς απομακρύνεται όλο και περισσότερο από το φως, λες και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι μιας σπάνιας όσο και βασανιστικής ιεροτελεστίας που πρωτίστως βασίζεται στην αυτοέκθεση.
Η «Σταματίνα» φτιάχτηκε από φαντάσματα που, πλέον, δεν κυνηγούν, αλλά συντροφεύουν κάποιους ανθρώπους. Είναι σαν το πιο όμορφο κορίτσι του κόσμου που, από τότε που «την κοπάνησε» πηδώντας από το φωταγωγό, έγινε μάγισσα και παρηγορεί τις παγωμένες νύχτες τον πρώην καλό της. Κάπως έτσι εξηγείται και το φαινόμενο να σπαρταρούν τα τραγούδια και τα λόγια τους να ανάβουν και άλλες, μεγαλύτερες φωτιές. Αν και, με το σχεδόν συγκλονιστικό «Τέλος», δεν παίρνουν τέλος και τα ερωτήματά σου… Πρόκειται για ένα δίσκο σωστό καθαρτήριο. Προσωπικά με τσουρουφλίζει ακόμα…