Η όπερα «Ηλέκτρα» του Richard Strauss αποτελεί ίσως το πιο αμφιλεγόμενο έργο που σύνθεσε ο Γερμανός συνθέτης. Η ιδέα για τη σύνθεσή της ήλθε στο Strauss το 1905, όταν παρακολούθησε την παράσταση του Max Reinhardt, που ήταν βασισμένη στην απόδοση της ομώνυμης τραγωδίας του Σοφοκλή από τον Hugo von Hofmannstahl. Τότε, εντυπωσιασμένος από τις μουσικές […]
Η όπερα «Ηλέκτρα» του Richard Strauss αποτελεί ίσως το πιο αμφιλεγόμενο έργο που σύνθεσε ο Γερμανός συνθέτης. Η ιδέα για τη σύνθεσή της ήλθε στο Strauss το 1905, όταν παρακολούθησε την παράσταση του Max Reinhardt, που ήταν βασισμένη στην απόδοση της ομώνυμης τραγωδίας του Σοφοκλή από τον Hugo von Hofmannstahl. Τότε, εντυπωσιασμένος από τις μουσικές δυνατότητες που εμφάνιζε το κείμενο του έργου, το οποίο σε ένα ύφος σύγχρονο με το πνεύμα της εποχής ωθούσε την αρχαία τραγωδία στα άκρα, και παρά τις ομοιότητες που φαινόταν να παρουσιάζει η υπόθεση με αυτήν της «Σαλώμης», που πρόσφατα είχε συνθέσει, αποφάσισε να προχωρήσει στη δημιουργία της όπερας. Ο Hugo von Hofmannsthal έγραψε το έργο του «Ηλέκτρα» το καλοκαίρι του 1903. Αν και πρόκειται για προσαρμογή της τραγωδίας του Σοφοκλή, είναι έντονα επηρεασμένο από το κλίμα που επικρατούσε στη Βιέννη στις αρχές του αιώνα. Οι Sigmund Freud και Joseph Breuer είχαν δημοσιεύσει το 1895 το σημαντικό έργο «Σπουδές στην Υστερία» και το 1900 ο Freud δημοσίευσε το επίσης φημισμένο «Ερμηνεία των Ονείρων». Στις «Σπουδές στην Υστερία», το πιο γνωστό περιστατικό μελέτης ήταν μία γυναίκα με την ονομασία Anna O., που παρουσίαζε συμπτώματα υστερίας και διαταραχής μετά το θάνατο του πατέρα της. Το προφίλ της γυναίκας αυτής επηρέασε καθοριστικά τη δημιουργία του χαρακτήρα της Ηλέκτρας από τον Hofmannsthal η οποία, αν και είναι η ηρωίδα του Σοφοκλή, παρουσιάζει τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου θέματος, που ήταν γνωστό στους κύκλους διανοουμένων της Βιέννης την εποχή εκείνη. Σε αντίθεση με το έργο του Σοφοκλή, ο Hoffmanstahl βάζει στο προσκήνιο την Ηλέκτρα και όχι τον Ορέστη, δίνοντας έμφαση στο εσωτερικό δράμα των τριών γυναικών (Ηλέκτρα, Χρυσόθεμις και Κλυταιμνήστρα). Ο Strauss μετέφερε στην παρτιτούρα το σύμπλεγμα συναισθημάτων και καταστάσεων με αριστοτεχνικό τρόπο. Η μουσική εντείνει το κείμενο του Hoffmanstahl. Τα παθολογικά και νευρωτικά στοιχεία στην πλοκή και τους χαρακτήρες εκφράζονται με ασυνήθιστη μουσική γραφή. Χρησιμοποιείται μία πρωτοφανούς μεγέθους για δεδομένα όπερας ορχήστρα 111 μουσικών, η μουσική γραφή είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη εξαντλώντας τις τεχνικές και τις ηχοχρωματικές δυνατότητες των οργάνων. Η αρμονία θα χαρακτηριζόταν τουλάχιστον τολμηρή, πολλές φορές, ενώ για να αναπαραστήσει το τρομερό και το άσχημο, καταλήγει σε ισχυρές διαφωνίες και «κρύες» ηχητικές δομές οδηγώντας όλο το άκουσμα στα όρια της ατονικότητας. Μέσα από τη συμπύκνωση και τη στρωμάτωση πολυτονικών δομών και ηχητικών όγκων, ο Strauss καταφέρνει να κάνει ορατή την άβυσσο της ανθρώπινης ψυχής. Η πρώτη παρουσίαση της «Ηλέκτρας» δόθηκε στην όπερα της Δρέσδης στις 25 Ιανουαρίου 1909 με μεγάλη επιτυχία, αλλά μετέπειτα εκτελέσεις του έργου δεν είχαν την ίδια απήχηση, με το κοινό να μπερδεύεται από την αχανή-διάφωνη παρτιτούρα αδυνατώντας να αναγνωρίσει το λυρισμό που περιέχει -ένας κριτικός έφτασε μάλιστα να χαρακτηρίσει το έργο σαν μία «φρικτή βοή». Η παραγωγή της «Ηλέκτρας» το 1989 ήταν η πρώτη όπερα του Strauss που διηύθυνε ο Claudio Abbado στην όπερα της Βιέννης. Η σκηνοθεσία ανήκε στον Harry Kupfer, τα σκηνικά στον Hans Schavernoch και τα κοστούμια σχεδιάστηκαν από τον Reinhard Heinrich. Οι τραγουδιστές που επιλέχθηκαν για τους τόσο απαιτητικούς ρόλους ήταν μερικοί από τους καλύτερους της εποχής. Εξίσου καλοί ήταν και οι τραγουδιστές που ερμήνευσαν τους δεύτερους ρόλους του έργου. Ένα μεγάλο άγαλμα του Αγαμέμνονα με το ένα πόδι επάνω σε μία σφαίρα δεσπόζει στη σκηνή. Το άγαλμα είναι αποκεφαλισμένο και το κεφάλι κείται στη γη. Μεταλλικά γκρι χρώματα κυριαρχούν δημιουργώντας ένα έντονα υποβλητικό-νοσηρό κλίμα. Ο Kupfer χειρίζεται δεξιοτεχνικά τη δημιουργία σκηνικής έντασης. Δεν υπάρχει άσκοπη δράση, οι κινήσεις και τα νεύματα των χαρακτήρων γίνονται με μεγάλη οικονομία. Η ερμηνεία-παρουσία της Eva Marton, τόσο φωνητικά όσο και υποκριτικά, είναι υποδειγματική. Υποδύεται μία Ηλέκτρα με πολλά πρόσωπα, μία -εκουσίως- απομακρυσμένη από το παλάτι που μετατρέπεται σε αμείλικτο εκδικητή. Η Brigitte Fassbaender παρουσιάζει μία Κλυταιμνήστρα όχι τόσο διεφθαρμένη και ακόλαστη, όσο μία γυναίκα που βασανίζεται από τη συνείδηση και δεν ξαναβρήκε την ηρεμία μετά το έγκλημά της. Η Χρυσόθεμις της Cheryl Studer καταφέρνει να μεταφέρει την ευαισθησία και τους φόβους που έχει ζώντας μέσα σε αυτό το μακάβριο περιβάλλον. Οι ανδρικοί ρόλοι του έργου αποδίδονται από τους έμπειρους σε αυτού του είδους το ρεπερτόριο Franz Grundheber (Ορέστη) και James King (Αίγισθο) πειστικά και με μεγάλη οικονομία μέσων. Η ανάγνωση της παρτιτούρας από τον Claudio Abbado, καθώς και η απόδοση της ορχήστρας δίνουν μία πρώτης τάξεως παρουσίαση αυτού του τόσο απαιτητικού έργου του Strauss. Η κυκλοφορία σε DVD της «Ηλέκτρας» από την Arthaus Musik είναι η μοναδική, προς το παρόν ελπίζουμε, που μπορεί να βρει κανείς στην αγορά και δεν διαφέρει από την πλειονότητα ως προς τις παροχές που προσφέρει, εκτός ίσως από την ύπαρξη περισσότερων γλωσσών τόσο για το αρχικό μενού όσο και για τους υπότιτλους. Ο ήχος και η εικόνα κινούνται στα καθιερωμένα καλά επίπεδα. Θα έπρεπε να επισημάνουμε όμως ένα πρόβλημα που παρουσιάστηκε στη μετάβαση από το track 13 στο track 14. Το DVD Player παρουσίασε παύση, διακόπτοντας για λίγο την ομαλή ροή του έργου, αδικαιολόγητο δεδομένου ότι το DVD είναι single layer. Το πρόβλημα αυτό, όχι ιδιαίτερα σημαντικό ή ενοχλητικό, παρουσιάστηκε σε δύο διαφορετικά DVD που χρησιμοποιήσαμε και σε τρία διαφορετικά DVD Player, τα DV 616 και 717 της Pioneer και το DVD 930 της Philips, αφήνοντας ερωτηματικά για το αν πρόκειται για προγραμματιστικό λάθος στην κατασκευή του DVD ή για κάποιο πρόβλημα της συγκεκριμένης παρτίδας.