Στο τέλος του 19ου αιώνα οι Γάλλοι μουσικοκριτικοί θεωρούσαν ότι η γαλλική μουσική είχε εξ ολοκλήρου επισκιαστεί από συνθέτες και μουσικές άλλων χωρών, κυρίως δε από το έργο του Wagner. Το 1902, είκοσι χρόνια μετά την πρώτη εκτέλεση του «Parsifal», δόθηκε η πρεμιέρα της όπερας του Debussy «Pelleas et Melisande», ένα γεγονός που, σύμφωνα με […]
Στο τέλος του 19ου αιώνα οι Γάλλοι μουσικοκριτικοί θεωρούσαν ότι η γαλλική μουσική είχε εξ ολοκλήρου επισκιαστεί από συνθέτες και μουσικές άλλων χωρών, κυρίως δε από το έργο του Wagner. Το 1902, είκοσι χρόνια μετά την πρώτη εκτέλεση του «Parsifal», δόθηκε η πρεμιέρα της όπερας του Debussy «Pelleas et Melisande», ένα γεγονός που, σύμφωνα με τον Romain Rolland, ήταν «μία από τις τρεις, τέσσερις φωτεινές ημέρες στην ιστορία της λυρικής σκηνής μας». Δίνοντας την πρώτη βιώσιμη εναλλακτική πρόταση στα θυελλώδη πάθη της σύγχρονης όπερας, ο «Pelleas et Melisande» είναι ταυτόχρονα το απόσταγμα του ρομαντικού πόθου για δημιουργία (yearning) και ένας προάγγελος του μοντερνισμού. Το Μάιο του 1893 ο Debussy παρακολούθησε μια παράσταση του δράματος «Pelleas et Melisande» του Maurice Maeterlinck στο Theatre des Bouffes-Parisiens. Τρεις μήνες αργότερα, έχοντας πάρει την άδεια του συγγραφέα, άρχισε να μελοποιεί το θεατρικό έργο. Παρά την προσπάθειά του να εξορκίσει την επιρροή του Wagner, η σκιά του «Parsifal» γίνεται αισθητή στις αρμονίες του «Pelleas» και, ακόμη περισσότερο, στη χρήση των leitmotif που ο συνθέτης χρησιμοποιεί για να σηματοδοτήσει αλλαγές συναισθημάτων και διαθέσεων. Οι παρεμβάσεις που ο Debussy έκανε στο θεατρικό κείμενο ήταν ελάχιστες και συνίστανται στην περικοπή κάποιων σημείων και στην αφαίρεση μερικών ελασσόνων χαρακτήρων. Δημιουργήθηκε έτσι ένα από τα πρώτα δείγματα λόγιας όπερας, η οποία έμελλε να καθορίσει τον εικοστό αιώνα. Μία όπερα που έρχεται να σταθεί στον αντίποδα της επιτυχημένης και λαοφιλούς Grand Opera. Η διακριτικότητα, η λεπτότητα και η συγκρατημένη αφήγηση είναι βασικής σημασίας για ένα έργο στο οποίο βρίσκει κανείς μόνο τέσσερα fortissimo στο σύνολο της διάρκειάς του, καθώς επίσης και ελάχιστα δείγματα μελωδίας, όπως τουλάχιστον αυτή θα οριζόταν με τον παραδοσιακό τρόπο. Μέσα από μία συνεχώς μεταβαλλόμενη τονική παλέτα και με τη χρήση πολύπλοκης αρμονίας, η φωνητική γραφή του Debussy απορρίπτει εντελώς το λυρισμό που είχε καθιερωθεί και χαρακτήριζε την ιταλική, τη γερμανική και τη γαλλική όπερα, χωρίς να αφήνει περιθώρια για φωνητική επίδειξη. Η φωνητική γραφή του ‘Πελλέα’, όπως και η ελαφριά αλλά πολύπλοκη ενορχήστρωση, χρησιμοποιείται περισσότερο για να δημιουργήσει ατμόσφαιρα παρά για να εκφράσει χαρακτήρες ή να προάγει τη δράση. Στην πραγματικότητα ο όρος «δράση» δεν είναι η κατάλληλη λέξη. Ελάχιστα γίνονται στον ‘Πελλέα’, περισσότερο μένει μια αίσθηση ότι οι αναμνήσεις «συμβαίνουν». Aλλωστε, ο ίδιος ο Debussy είπε κάποτε ότι θα προτιμούσε ένα θέμα στο οποίο η δράση με κάποιον τρόπο θα θυσιαζόταν για χάρη του συναισθήματος. Η βάση στην οποία στηρίζεται η υπόθεση της όπερας είναι η τραγική σχέση μεταξύ της Μελισάνθης, του συζύγου της Golaud και του ετεροθαλούς αδελφού του Πελλέα. Όταν η Μελισάνθη χάνει το δαχτυλίδι του γάμου της στη λιμνούλα κοντά σε μία πηγή, ο Golaud αρχίζει να την υποψιάζεται ότι αγαπά τον Πελλέα. Για το λόγο αυτό βάζει το γιο από τον πρώτο του γάμο Yniold να κατασκοπεύσει το ζευγάρι. Οι πληροφορίες που δίνει το παιδί στον Golaud επιβεβαιώνουν τις υποψίες του. Κοντά στην πηγή ο Πελλέας και η Μελισάνθη ομολογούν τον έρωτά τους, όταν ο Golaud εμφανίζεται και τους βρίσκει αγκαλιασμένους. Οργισμένος σκοτώνει τον αδελφό του και καταδιώκει τη Μελισάνθη στο δάσος. Η όπερα τελειώνει με το θάνατο της Μελισάνθης κατά τη διάρκεια του τοκετού. Πριν πεθάνει λέει στον Golaud ότι δεν έκανε τίποτε κακό. Αν και η υπόθεση φαίνεται να βασίζεται σε ένα ερωτικό τρίγωνο, ο πραγματικός χαρακτήρας του έργου εντοπίζεται σε στοιχεία που δεν εκφράζονται άμεσα. Ο Golaud είναι ένας άνθρωπος με αυστηρές αρχές και δυσκολεύεται να κατανοήσει τη γυναίκα του. Ο Πελλέας τρέφει αθώα, ‘παιδικά’ αισθήματα για τη Μελισάνθη. Μόνο την τελευταία μοιραία στιγμή τής αποκαλύπτει τον έρωτά του. Η πιο περίεργη φιγούρα στην όπερα είναι η Μελισάνθη, η οποία εμφανίζεται από τη μια σαν ένα χαμένο παιδί και από την άλλη σαν μοιραία γυναίκα. Η καταγωγή της παραμένει ασαφής και η βάση των βαθύτερων φόβων της αδιευκρίνιστη. Η παραγωγή αυτή της όπερας του Debussy έγινε το 1988, την περίοδο που ο John Eliot Gardiner ήταν ακόμη διευθυντής της όπερας της Λυών (1981-1988). Τους κύριους ρόλους κλήθηκαν να ερμηνεύσουν κορυφαίοι τραγουδιστές, γνώστες του ύφους και των ιδιαιτεροτήτων της μουσικής αυτής, όπως ο εξαιρετικός Βέλγος μπάσος Jose Van Dam, μαζί με τους Colette Alliot-Lugaz , Francois Le Roux, Roger Soyer κ.ά. Ο John Eliot Gardiner, στο πόντιουμ της ορχήστρας της όπερας της Λυών, δίνει μια προσεγμένη ανάγνωση του έργου. Ο ήχος της ορχήστρας εντυπωσιάζει με τη διαύγεια, τον ηχοχρωματικό πλούτο και το δυναμικό του εύρος, χαρακτηριστικά που έχουν πολύ καλά μεταφερθεί στο ψηφιακό μέσο. Ο Pierre Strosser επιλέγει μια λιτή, αφαιρετική προσέγγιση του έργου, επιστρατεύοντας ελάχιστα σκηνικά και σκηνοθετικά μέσα. Στη μουσική και συναισθηματική ένταση αντιτείνει το συμβολισμό και την ακινησία. Οι αργοί χρόνοι που επιλέγει, σε συνδυασμό με την απουσία δράσης και συμπαγούς δομής που χαρακτηρίζουν το έργο, δημιουργούν ένα ονειρικό κλίμα που φτάνει στα όρια εξωπραγματικής εμπειρίας.