Ο «Trovatore», μαζί με την «Traviata» και τον «Rigoleto», είναι από τις δημοφιλέστερες όπερες του Giuseppe Verdi. Τυπική ρομαντική όπερα, είναι ένα έργο όπου τα έντονα πάθη κυριαρχούν, οι φωνητικές απαιτήσεις για τους τραγουδιστές είναι πολύ μεγάλες, ενώ κάθε σελίδα της παρτιτούρας κρύβει θησαυρούς. Δεν άργησε λοιπόν να αναγνωριστεί ως μία από τις καλύτερες όπερες […]
Ο «Trovatore», μαζί με την «Traviata» και τον «Rigoleto», είναι από τις δημοφιλέστερες όπερες του Giuseppe Verdi. Τυπική ρομαντική όπερα, είναι ένα έργο όπου τα έντονα πάθη κυριαρχούν, οι φωνητικές απαιτήσεις για τους τραγουδιστές είναι πολύ μεγάλες, ενώ κάθε σελίδα της παρτιτούρας κρύβει θησαυρούς. Δεν άργησε λοιπόν να αναγνωριστεί ως μία από τις καλύτερες όπερες της εποχής του, γνωρίζοντας πλήθος εκτελέσεων στην Ιταλία αλλά και τον υπόλοιπο κόσμο. Το Μάρτιο του 1851 ο Verdi βρισκόταν στη Βενετία, απολαμβάνοντας τη μεγάλη επιτυχία που γνώριζε ο «Rigoleto», ο οποίος είχε μόλις παρουσιαστεί. Τότε έγραψε ένα γράμμα στο λιμπρετίστα Salvatore Cammarano, στο οποίο του πρότεινε το θέμα της επόμενης όπερας που θα συνέθετε να βασιστεί στο έργο του Garcia Gutierrez «El trovador». Το τελευταίο είχε πρωτοπαιχτεί το 1836 και θεωρούνταν ένα από τα πιο γνωστά αλλά και με νοσηρή υπόθεση θεατρικά έργα της εποχής του. Είναι προφανές ότι ο Verdi στον «Trovatore» έβλεπε τη συνέχεια του «Rigoleto», στον οποίο τη φορά αυτή κεντρικό πρόσωπο θα ήταν ο αντισυμβατικός χαρακτήρας της Τσιγγάνας Azucena. Αυτή, όπως και ο Rigoleto, φλεγόταν από δύο αντικρουόμενα πάθη: την εκδίκηση αλλά και τη γονική αγάπη. Πέρα από αυτό, όμως, ο συνθέτης ήθελε να εξελίξει περαιτέρω τα δομικά και στιλιστικά στοιχεία που πειραματικά είχε εισαγάγει στον «Rigoleto». Είναι πράγματι εντυπωσιακός ο τρόπος με τον οποίο ο Verdi κατόρθωσε να μετατρέψει ένα τόσο «δύσκολο» υλικό σε μία από τις ωραιότερες όπερες που γράφτηκαν το 19ο αιώνα. Η ιστορία ξεκινά πολλά χρόνια πριν από τα γεγονότα που βλέπουν οι θεατές κατά την έναρξη του έργου, όταν ο μικρός γιος του κόμη di Luna αρρωσταίνει από τα μάγια που του κάνει μια γριά Τσιγγάνα, η οποία για το λόγο αυτό καταδικάζεται να καεί στην πυρά. Η κόρη όμως της Τσιγγάνας, η Azucena, για να εκδικηθεί το θάνατο της μητέρας της, αρπάζει το γιο του κόμη με σκοπό να τον σκοτώσει. Ένα ολέθριο παιχνίδι της μοίρας όμως την κάνει να σκοτώσει κατά λάθος το δικό της γιο, συνομήλικο του γιου του κόμη, τον οποίο θα μεγαλώσει πλέον σαν παιδί της. Ο άλλος γιος του κόμη αναζητεί συνεχώς το χαμένο αδελφό του, καταδιώκοντας ταυτόχρονα τους Τσιγγάνους και μαζί τους την Azucena και το γιο της -και αδελφό του- Manrico, τον τροβαδούρο, ο οποίος είναι και αντίζηλός του για την καρδιά της Leonora. Έπειτα από συναντήσεις και μάχες, ο κόμης συλλαμβάνει και εκτελεί το Manrico. Τότε η Azucena του αποκαλύπτει ότι σκότωσε τον, για πολλά χρόνια χαμένο, αδελφό του. Ο «Trovatore» είναι γεμάτος από ωραίες σκηνές και άριες, μεγάλα χορωδιακά, έντονες κλιμακώσεις της έντασης και πολύπλοκα φινάλε. Χαρακτηριστικό είναι επίσης ότι οι υποκριτικές ικανότητες που απαιτούνται για τους ερμηνευτές είναι σχετικά περιορισμένες, όχι όμως και οι φωνητικές. Ο θρυλικός Enrico Caruso είπε κάποτε ότι για το έργο απαιτούνται οι τέσσερις μεγαλύτεροι τραγουδιστές στον κόσμο. Πράγματι, η όπερα βρίθει σκηνών με μεγάλες φωνητικές απαιτήσεις και έντονο πάθος, ενώ τα λυρικά σημεία λειτουργούν ως συνδετικοί κρίκοι. Δεν είναι τυχαίο λοιπόν το γεγονός ότι κάποια μέρη του έργου περιλαμβάνονται στα δημοφιλέστερα του λυρικού ρεπερτορίου, όπως η καμπαλέτα «Di quella pira» του Manrico, η άρια «Stride la vampa» της Azucena, το χορωδιακό των Tσιγγάνων από την τρίτη πράξη κ.ά. Στην παραγωγή του «Trovatore» από τη Metropolitan Opera της Νέας Υόρκης τον Οκτώβριο του 1988 μπορούσε να ακούσει κανείς μερικούς από τους καλύτερους τραγουδιστές που διακρίνονταν στο ρεπερτόριο αυτό την περίοδο εκείνη, όπως ο τακτικός συνεργάτης της Metropolitan βαρύτονος Sherill Milnes στο ρόλο του κόμη di Luna, η πολύ καλή σοπράνο Eva Marton στο ρόλο της Leonora ή η Dolora Zajick σε μια εξαιρετική απόδοση γεμάτη ένταση και πάθος του ρόλου της Τσιγγάνας Azucena. Η άλλη μεγάλη παρουσία στη διανομή ήταν ο Luciano Pavarotti, σε έναν από τους καλύτερους ρόλους του, αυτόν του τροβαδούρου Manrico. Ο Pavarotti δίνει μια εντυπωσιακή ερμηνεία, άψογη φωνητικά και πολύ καλή υποκριτικά. Μεγάλης σημασίας για το καλό αποτέλεσμα είναι και η συμβολή του James Levine με την ορχήστρα της Metropolitan Opera, καθώς και όλων των άλλων συντελεστών. Η μεταφορά σε DVD της συγκεκριμένης παράστασης, η οποία πραγματοποιήθηκε στα στούντιο της Deutsche Grammophon, έχει όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά που συναντώνται στις περισσότερες κυκλοφορίες του είδους στις ημέρες μας, αποτελώντας έτσι μια καλή πρόταση για τους φίλους της όπερας.