Το ρόλο που έπαιξε η συλλογή «Buena Vista Social Club» για το παραδοσιακό κουβανέζικο son και τους μουσικούς του φιλοδοξεί να επαναλάβει η «Cuba Without Borders», τη φορά αυτή αποτυπώνοντας δράσεις από το κύριο ρεύμα της σύγχρονης αφροκουβανέζικης μουσικής δημιουργίας και τις απόπειρες αλληλεπίδρασής της με τη jazz και την αμερικανική folk και pop.Μεταξύ των […]
Το ρόλο που έπαιξε η συλλογή «Buena Vista Social Club» για το παραδοσιακό κουβανέζικο son και τους μουσικούς του φιλοδοξεί να επαναλάβει η «Cuba Without Borders», τη φορά αυτή αποτυπώνοντας δράσεις από το κύριο ρεύμα της σύγχρονης αφροκουβανέζικης μουσικής δημιουργίας και τις απόπειρες αλληλεπίδρασής της με τη jazz και την αμερικανική folk και pop. Μεταξύ των μουσικών -νεαρών αλλά και πρεσβύτερων (συμμετέχει ο φημισμένος Carlos «Patato» Valdes, το μελωδικό στιλ του οποίου στην ερμηνεία των τυμπάνων επηρέασε τον Herbie Mann και τον Tito Puente)- που συμμετέχουν στην ανθολογία αυτή, ξεχωρίζουν ο περκασιονίστας Pancho Quinto (στη rumba «La Gorra»), η μουσική οικογένεια Los Terrys (αγκαλιάζει με τις βελούδινες φωνητικές αρμονίες της το charanga «Y Manana Que»), η πιανίστα Rebeca Mauleon-Santana (σε μια danzon διασκευή του «Round Midnight» του Thelonious Monk), ο φλαουτίστας John Calloway (στο bebop προσανατολισμού «Aprovecha Que Me Voy», με αναφορές στον Dizzy Gillespie) και ο Πορτορικανός περκασιονίστας John Santos (διασκευάζει το στάνταρτ του Ellington «Caravan»).