«Ήμουν σε παρακμή, ήμουν ανόητη, ήμουν χαζή» – Οι σκοτεινές ημέρες της Ντόνα Σάμερ
Στο κοινό έδειχνε γεμάτη γοητεία, αλλά στην ιδιωτική της ζωή η σταρ της ντίσκο, Ντόνα Σάμερ, πάλευε με την κατάθλιψη, την αυτοαπέχθεια και τις αυτοκτονικές σκέψεις.
Σε ένα δωμάτιο ξενοδοχείου στη Νέα Υόρκη το 1976, η Ντόνα Σάμερ πλησίασε το περβάζι του παραθύρου. Είχε γίνει ταχύτατα διάσημη τον προηγούμενο χρόνο για τα οργασμικά φωνητικά της στο single της Love to Love You Baby, το οποίο είχε φτάσει στο Νο 2 στις ΗΠΑ και στο Top 10 σε όλη την Ευρώπη.
Όμως, αντίθετα με το τι πίστευαν οι θαυμαστές της η ίδια βρισκόταν σε φρικτή σύγκρουση με τη σεξουαλικοποιημένη ερμηνεία της, και επίσης υπό την επήρεια μιας βίαια καταχρηστικής σχέσης. Άρχισε να σκαρφαλώνει στο περβάζι.
Σκοτάδι
«Άλλα 10 δευτερόλεπτα και θα είχα φύγει» είπε αργότερα, αλλά το πόδι της μπλέχτηκε σε μια κουρτίνα και εκείνη τη στιγμή μπήκε μια καμαριέρα. «Ένιωσα ότι ο Θεός δεν θα μπορούσε ποτέ να με συγχωρήσει επειδή τον είχα απογοητεύσει» εξήγησε.
«Ήμουν σε παρακμή, ήμουν ηλίθια, ήμουν ανόητη. Απλά αποφάσισα ότι η ζωή μου δεν είχε νόημα».
Photo: Wikimedia Commons
Διαισθητικό συναίσθημα
Αυτά τα συναισθήματα παρέμεναν κρυφά από το κοινό που την γνώριζε ως μία από τις πιο γοητευτικές και εξαιρετικά ταλαντούχες προσωπικότητες της αμερικανικής ποπ, τη γυναίκα που αργότερα θα ερμήνευε το «I Feel Love» που άλλαξε τον κόσμο, τα αλαζονικά «Hot Stuff» και «Bad Girls», το πομπώδες ποπ «She Works Hard for the Money» και τόσες άλλες σπινθηροβόλες επιτυχίες.
Ακόμα και τώρα, 14 χρόνια μετά τον θάνατό της από καρκίνο (17 Μαΐου 2012), ο παραγωγός και συν-συνθέτης της, Πιτ Μπελότ, τη θεωρεί ακόμα «την καλύτερη φωνή που έχω ηχογραφήσει ποτέ. Τραγουδούσε με αυτό το απίστευτο, διαισθητικό συναίσθημα. Κατακτούσε ένα τραγούδι αμέσως. Όλα γίνονταν πάντα με μία λήψη –ποτέ δεν δυσκολευόταν».
Τραύματα, ενοχές και ανασφάλειες
Όμως, όπως αποκάλυψε ένα ντοκιμαντέρ του 2023, το «Love to Love You, Donna Summer», πίσω από την λαμπερή εικόνα της «βασίλισσας της ντίσκο» κρυβόταν ένας σκληρός αγώνας. Η Σάμερ βασανιζόταν κρυφά από τραύματα, ενοχές και ανασφάλειες.
«Αυτή η διαδικασία με άλλαξε για πάντα» θα πει στον Guardian η συν-σκηνοθέτις της ταινίας και κόρη της Σάμερ, Μπρούκλιν Σουντάνο. «Νιώθω ευγνώμων που βρίσκομαι σε αυτή τη θέση, γιατί ήταν πολύ έντονο».
Η εκκλησία ήταν πηγή πίστης και ελπίδας για τη νεαρή Σάμερ. Μεγάλωσε σε ένα βαθιά θρησκευτικό περιβάλλον, αλλά ως έφηβη υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από τον πάστορα
«Θεέ μου»
Όταν η Σάμερ τραγουδούσε στην εκκλησία ως παιδί, μερικές φορές δυσκολευόταν να φτάσει τις υψηλές νότες. Απογοητευμένη, μια μέρα προσευχήθηκε: «Θεέ μου, σε παρακαλώ, δίδαξέ με πώς να τραγουδάω καλύτερα».
Η εκκλησία ήταν πηγή πίστης και ελπίδας για τη νεαρή Σάμερ. Μεγάλωσε σε ένα βαθιά θρησκευτικό περιβάλλον, αλλά ως έφηβη υπέστη σεξουαλική κακοποίηση από τον πάστορα.
«Έκανε το έργο του διαβόλου καλύτερα από τους περισσότερους» λέει στο ντοκιμαντέρ ο αδελφός της Σάμερ, Ρίκι Γκέινς. «Αυτό έγινε καθοριστικό σημείο στη ζωή της».
«Πόσους ρόλους;»
Αυτή η στιγμή, την οποία η Σάμερ δεν είχε περιγράψει δημόσια μέχρι τη δημοσίευση των απομνημονευμάτων της το 2003, αποτελεί τον κεντρικό άξονα του ντοκιμαντέρ. «Με κοιτάζετε, αλλά αυτό που βλέπετε δεν είναι αυτό που είμαι» ακούμε τη Σάμερ να λέει στις αρχές της ταινίας. «Πόσους ρόλους παίζω στη δική μου ζωή;».
Είναι μια ερώτηση που η Σουντάνο θέλησε να θέσει μαζί με τον συν-σκηνοθέτη της, Ρότζερ Ρος Γουίλιαμς (ο οποίος το 2010 έγινε ο πρώτος Αφροαμερικανός σκηνοθέτης που κέρδισε Όσκαρ, για το ντοκιμαντέρ μικρού μήκους του Music by Prudence).
«Θέλαμε να φτιάξουμε μια πολύ προσωπική, ειλικρινή ταινία» λέει η Σουντάνο. «Να κατανοήσουμε πραγματικά τη μαμά, την αδελφή και τη σύζυγο που γνωρίζαμε –μια πολύπλοκη, καλλιτεχνική και πολύχρωμη γυναίκα».
Δουλεύοντας ως δεύτερη φωνή στο Μόναχο, γνώρισε τους παραγωγούς Πιτ Μπελότ και Τζόρτζιο Μόροντερ. Μέχρι το 1975, οι τρεις τους είχαν γράψει το «Love to Love You Baby», το πρότυπο της αισθησιακής ντίσκο
Photo: Wikimedia Commons
Οι δικές της ταινίες
Μεγάλο μέρος της ταινίας αποτελείται από υλικό της ίδιας της Σάμερ, καθώς ήταν μια ενθουσιώδης ερασιτέχνης σκηνοθέτις που της άρεσε να γυρίζει ταινίες στο δρόμο ή στο σπίτι.
Υπάρχουν ταινίες με αυτήν να παριστάνει την μάντισσα, στα οικογενειακά Χριστούγεννα, σε πάρτι χορού σε δωμάτια ξενοδοχείων, να κάθεται ήσυχα στο πιάνο και να αφήνει τη φωνή της να αντηχεί καθαρά σε όλο το σπίτι της οικογένειας.
Μουσικά ορόσημα διανθίζουν τη ζωή της, συμπεριλαμβανομένων των οκτώ επιτυχιών της στο Top 5 των ΗΠΑ σε μια καταιγιστική περίοδο 18 μηνών στα τέλη της δεκαετίας του ’70.
Η άλλη πλευρά –η αφώτιστη
«Το πρώτο πράγμα που ρώτησα την κόρη της, Μπρούκλιν, ήταν “είσαι διατεθειμένη να πας σε δυσάρεστα μέρη και να είσαι απόλυτα ειλικρινής;”» λέει ο Γουίλιαμς. Το αποτέλεσμα είναι μια οικεία ματιά σε μια καλλιτέχνιδα που έκρυβε μια σκοτεινή πλευρά, ενώ δημοσίως ενσάρκωνε τη γοητεία και τη σεξουαλικότητα.
Μεγαλώνοντας στη Βοστώνη της Μασαχουσέτης, η Ντόνα Σάμερ υπέστη ρατσισμό από μικρή ηλικία και δέχτηκε ξυλοδαρμούς από συμμορίες λευκών νεαρών -μια ουλή στο πρόσωπό της την έκανε να νιώθει «άσχημη» και «ανεπαρκής».
Όταν διαγνώστηκε με καρκίνο του πνεύμονα στα τελευταία της χρόνια, δεν το είπε σε κανέναν εκτός από την άμεση οικογένειά της. «Αυτό ήταν πολύ δύσκολο» λέει η κόρη της
Επίσης, παραλίγο να πεθάνει από πνιγμό όταν ήταν οκτώ ετών. Η γυναίκα που έγινε ήταν αστεία και εξαιρετικά ταλαντούχα, αλλά επιφυλακτική και κλειστή. Όταν η Σάμερ έγινε μητέρα, κρατούσε το υπνοδωμάτιό της κλειδωμένο, απαγορευμένο ακόμη και για τα ίδια της τα παιδιά.
Όταν διαγνώστηκε με καρκίνο του πνεύμονα στα τελευταία της χρόνια, δεν το είπε σε κανέναν εκτός από την άμεση οικογένειά της. «Αυτό ήταν πολύ δύσκολο» λέει η Σουντάνο.
«Σεβόμασταν την πορεία της, αλλά ήταν δύσκολο, γιατί οι άνθρωποι έκαναν ερωτήσεις και έπρεπε να απαντάμε: “Ω, είναι μια χαρά”».
Μια απάντηση
Αυτή η διττότητα -της ιδιωτικής θλίψης και της ρόδινης δημόσιας προσποίησης- έγινε το κεντρικό θέμα της ταινίας. «Μετά τον θάνατό της, πολλοί άνθρωποι ήρθαν σε μένα να βρουν μια απάντηση» λέει η Σουντάνο.
«Ήθελαν να καταλάβουν γιατί έκανε αυτή την επιλογή να μην τους το πει. Σκέφτηκα ότι πρέπει να πούμε την ιστορία – αλλά να την πούμε σωστά».
Αφού μετακόμισε στη Νέα Υόρκη για να γίνει μέλος του ψυχεδελικού ροκ συγκροτήματος Crow, η Σάμερ πήρε έναν ρόλο στο μιούζικαλ Hair.
Η παραγωγή την οδήγησε στη Γερμανία το 1968, όπου πέντε χρόνια αργότερα κατέληξε να παντρευτεί τον Αυστριακό ηθοποιό Χέλμουτ Σόμερ και να αποκτήσουν την κόρη τους, Μίμι. Δουλεύοντας ως δεύτερη φωνή στο Μόναχο, γνώρισε τους παραγωγούς Πιτ Μπελότ και Τζόρτζιο Μόροντερ.
Μέχρι το 1975, οι τρεις τους είχαν γράψει το «Love to Love You Baby», το πρότυπο της αισθησιακής ντίσκο, το οποίο ήταν τόσο ωμό στην απόδοση των σεξουαλικών αναστεναγμών που το BBC το απαγόρευσε.
Ήδη από το 1976 και μετά, αυτό ήταν κάτι που η Σάμερ δεν ήθελε να την χαρακτηρίζει. «Έχω τόσα περισσότερα να προσφέρω», είπε στο Rolling Stone.
Ξύλο από τον πατέρα
Η εξαιρετικά ερωτική μουσική ήταν επίσης σε πλήρη αντίθεση με το παρελθόν της Σάμερ –όταν ήταν παιδί, ο πατέρας της την χτυπούσε επειδή φορούσε κόκκινο βερνίκι νυχιών, επειδή, όπως έλεγε, «αυτό φορούσαν οι πόρνες».
Ο Μπελότ θυμάται ότι πήγε σε ένα πάρτι για την κυκλοφορία του προκλητικού single, αλλά δεν του σύστησαν τους γονείς της Σάμερ. «Νομίζω ότι ήμασταν εχθροί», λέει.
Αυτό προκάλεσε μια βαθιά εσωτερική σύγκρουση –παράλληλα η ραγδαία άνοδος της Σάμερ στη φήμη συνοδεύτηκε από την ψυχική της κατάρρευση. «Οι πιο θλιβερές μέρες της ζωής μου ήταν στο αποκορύφωμα της καριέρας μου» είπε.
Σε μια περίπτωση, μετά από ξυλοδαρμό, έμεινε αναίσθητη, με μαύρο μάτι και σπασμένα πλευρά. Στα τέλη του 1976, η Σάμερ σκεφτόταν να αυτοκτονήσει σε εκείνο το δωμάτιο ξενοδοχείου
H Μίμι στάλθηκε να ζήσει με τους παππούδες της, ενώ η Σάμερ, που είχε πλέον χωρίσει από τον σύζυγό της, βίωνε μια κακοποιητική σχέση με τον καλλιτέχνη Πίτερ Μούλντορφερ.
Σε μια περίπτωση, μετά από ξυλοδαρμό, έμεινε αναίσθητη, με μαύρο μάτι και σπασμένα πλευρά. Στα τέλη του 1976, η Σάμερ σκεφτόταν να αυτοκτονήσει σε εκείνο το δωμάτιο ξενοδοχείου.
«Μερικές φορές φοβόμασταν να ξεκινήσουμε αυτές τις συζητήσεις με τους συγγενείς της Μπρούκλιν… υπήρχαν πολλά δάκρυα» λέει ο Γουίλιαμς. Εντόπισαν μάλιστα και τον Μίλντορφερ, ο οποίος παραδέχτηκε: «Την χτύπησα και δεν μπόρεσα ποτέ να συγχωρήσω τον εαυτό μου».
Οικογένεια, πίστη και φήμη
«Ένας από τους θεμελιώδεις πυλώνες αυτής της ταινίας είναι ότι αυτές οι δύσκολες συζητήσεις είναι απαραίτητες» λέει η Σουντάνο. «Ήξερα ότι η μητέρα μου τον είχε συγχωρήσει, οπότε ένιωθα άνετα να κάνω αυτή τη συζήτηση, και με αυτόν τον τρόπο φέρνεις θεραπεία».
Όταν αποκαλύπτεται ότι και η Μίμι είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση ως παιδί, στο σπίτι της οικογένειας από κάποιον συγγενή της οικονόμου, η ταινία απομακρύνεται ακόμη περισσότερο από το παραδοσιακό μουσικό ντοκιμαντέρ και μετατρέπεται σε μια εξερεύνηση του γενεαλογικού τραύματος και των περιπλοκών του όταν εμπλέκονται η οικογένεια, η πίστη και η φήμη.
«Η ιστορία της Μίμι ήταν αναπόσπαστο κομμάτι» λέει η Σουντάνο. «Είναι τόσο στενά συνυφασμένη με τη ζωή της μητέρας μου και τους αγώνες της, καθώς και με τον τρόπο που προσπάθησε να συμβιβάσει το δικό της τραύμα.
»Υπήρξε μεγάλη θεραπεία για τη Μίμι προσωπικά, αλλά και για εμάς ως οικογένεια. Ακόμα κι αν δεν είχε γίνει τίποτα με την ταινία, το μεγαλύτερο δώρο ήταν το ότι μπόρεσα να τη βοηθήσω να προχωρήσει σε αυτή τη διαδικασία».
Εκτός από το ότι αποτελεί μια μορφή οικογενειακής θεραπείας, θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ως ένα μεταθανάτιο συνεργατικό έργο με την ίδια τη Σάμερ, δεδομένου ότι η ιστορία αφηγείται μέσα από τα λόγια και το οπτικό υλικό της.
«Πάντα κάναμε ένα αστείο: ότι σκηνοθετούσε από τον ουρανό» λέει ο Σουντάνο.
Η στροφή στη θρησκεία
Η εμπορική επιτυχία της Σάμερ κορυφώθηκε το 1979 με το Bad Girls, που πούλησε εκατομμύρια αντίτυπα. Το 1980, παντρεύτηκε τον Μπρους Σουντάνο και μέχρι το 1982 είχε άλλες δύο κόρες, τη Μπρούκλιν και την Αμάντα.
Ένα άλλο επιτυχημένο άλμπουμ κυκλοφόρησε το 1983 με το She Works Hard for the Money, αλλά η οικογενειακή ζωή έγινε περισσότερο το επίκεντρο. Το ίδιο και η πίστη, με τη Σάμερ να γίνεται μια «αναγεννημένη χριστιανή».
Σε μια συναυλία το 1983, σύμφωνα με δημοσιεύματα, φέρεται να είπε: «Ο Θεός έπλασε τον Αδάμ και την Εύα, όχι τον Αδάμ και τον Στιβ», κάτι που προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στους LGBTQ+ θαυμαστές της –μια κοινότητα που είχε διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην εκρηκτική επιτυχία της.
Επίσης, σύμφωνα με δημοσιεύματα –τα οποία όμως η Σάμερ διέψευσε έντονα και με δάκρυα στα μάτια αργότερα στο περιοδικό Advocate- φέρεται να είπε ότι το AIDS ήταν η τιμωρία του Θεού για την ομοφυλοφιλία.
Ο Γουίλιαμς, ο οποίος είναι ομοφυλόφιλος, θυμάται εκείνη την περίοδο. «Είχα επηρεαστεί και πληγωθεί τόσο πολύ από το σχόλιο για τον “Αδάμ και τον Στιβ”. Γι’ αυτό ήθελα να το εξερευνήσω σε αυτή την ταινία και να μάθω το γιατί».
Η Σάμερ προσπάθησε να επανορθώσει και εμφανίστηκε σε φιλανθρωπικές εκδηλώσεις για το AIDS, ενώ δήλωσε δημοσίως: «Το τι θέλουν να κάνουν οι άνθρωποι με το σώμα τους είναι προσωπική τους επιλογή».
Αν και εξακολουθεί να παραμένει icon για πολλούς LGBTQ+ ανθρώπους, η Σάμερ ένιωσε ότι η σχέση της με τους ομοφυλόφιλους θαυμαστές της είχε αμαυρωθεί. «Το να έχεις αυτόν το αστερίσκο στην κληρονομιά σου ήταν καταστροφικό» συνεχίζει η Σουντάνο στον Guardian.
«Ήταν πολύ δύσκολο για εκείνη να το ξεπεράσει, επειδή αγαπούσε τους ανθρώπους και ιδιαίτερα εκείνη την κοινότητα».
Για να επιβιώσει
H Σουντάνο εξήγησε ότι «προσπάθησε να συνθέσει τα πολλά κομμάτια του ποια ήταν η μαμά». Τα κατάφερε; «Τώρα καταλαβαίνω πολύ καλύτερα», λέει.
«Ήταν πραγματικά κάτι καινούργιο για μένα να συνειδητοποιήσω πόσο καθοριστικές ήταν αυτές οι στιγμές στη ζωή της και πόσο ένιωθε ότι δεν μπορούσε να μιλήσει για τόσα πολλά από αυτά, απλώς και μόνο για να επιβιώσει. Έκανε τόσα πολλά χωρίς να διαθέτει πολλά μέσα».