Fake! Εαν μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις, πόσα ψέματα μετράει κανείς; Μια έκθεση αποκαλύπτει
Πολύ πριν η Τεχνητή Νοημοσύνη «ντύσει» τον Πάπα με λευκό puffer μπουφάν, η φωτογραφία αμφισβήτησε την πραγματικότητα με εκκεντρικά fake πορτρέτα που κουβαλούσαν πάντα ατζέντα
Με τίτλο Fake! η νέα έκθεση του Rijksmuseum στο Άμστερνταμ μας υπενθυμίζει ότι η εμπιστοσύνη μας στη φωτογραφία ήταν πάντα μια εύθραυστη σύμβαση, παρουσιάζοντας το χρονικό της οπτικής χειραγώγησης πολύ πριν την εμφάνιση των ψηφιακών εργαλείων.
Πολύ πριν την επέλαση της Τεχνητής Νοημοσύνης και τα deepfakes, όμως η επιθυμία του ανθρώπου να παίζει με την αλήθεια μέσω της εικόνας είναι παλιά όσο και η ίδια η φωτογραφία.
Το διαδίκτυο, τα εργαλεία επεξεργασίας, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και – φυσικά – η Τεχνητή Νοημοσύνη, μας έχουν κάνει όλο και πιο συνειδητοποιημένους ότι όταν πρόκειται για φωτογραφία, η εμφάνιση μπορεί να είναι απατηλή.
Οι κατασκευασμένες εικόνες, όπως αυτή του αείμνηστου Πάπα Φραγκίσκου με ένα χιονόλευκο φουσκωτό παλτό ή η υποτιθέμενη φωτογραφία του προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ από αστυνομικό, συχνά γίνονται viral αφού αιχμαλωτίζουν τη φαντασία του κοινού.
Ο Χανς Ρούζμπουμ, επιμελητής της έκθεσης Fake! στο Rijksmuseum του Άμστερνταμ, τονίζει πως η φωτογραφία δεν υπήρξε ποτέ πραγματικά ρεαλιστική. Από τις πρώτες κιόλας δεκαετίες της εμφάνισής της, οι άνθρωποι πειραματίζονταν με τις δυνατότητες του μέσου, χρησιμοποιώντας μη ψηφιακές μεθόδους.
«Θέλαμε να δείξουμε ότι η τροποποίηση των εικόνων συνέβαινε πάντα, από τις πρώτες κιόλας μέρες της φωτογραφίας. Οι άνθρωποι είχαν ανέκαθεν την τάση να παίζουν με όλες τις δυνατότητες που προσφέρει η κάμερα, ο σκοτεινός θάλαμος, ή ακόμα και το ψαλίδι και η κόλλα», δηλώνει ο Ρούζμπουμ στο CNN International.
Η έκθεση περιλαμβάνει 52 εικόνες από το 1860 έως το 1940, αποδεικνύοντας ότι το κολάζ και το φωτομοντάζ ήταν οι πρόγονοι των σημερινών αλγορίθμων.
Το κίνητρο πίσω από τις πρώιμες παραποιήσεις ήταν κυρίως η διασκέδασημ η ψυχαγωγία – περίπου τα τρία τέταρτα των εικόνων στην έκθεση δημιουργήθηκαν για αυτόν τον σκοπό, λέει ο Ρούζμπουμ. Άλλες δημιουργήθηκαν για διαφήμιση ή για να κάνουν μια πολιτική δήλωση.
Σε καιρούς σκοτεινούς, αυτά τα ιδιότυπα οπτικά πειράματα απέκτησαν γρήγορα και πολιτικό πρόσημο. Ο Τζον Χάρτφιλντ, κορυφαίος σατιρικός φωτογράφος της περιόδου του μεσοπολέμου, χρησιμοποίησε το φωτομοντάζ ως όπλο κατά του ναζισμού.
Ο Χάρτφιλντ, ψευδώνυμο του Γερμανού καλλιτέχνη Χέλμουτ Χέρτσφελντ, ήταν ένας κορυφαίος φωτογραφικός σατιρικός συγγραφέας και ορκισμένος εχθρός του Χίτλερ και της ναζιστικής ατζέντας.
Η εικόνα του από το 1934, που χρησιμοποιήθηκε στο εξώφυλλο του αριστερού περιοδικού Εικονογραφημένο Εργατικό Περιοδικό (Arbeiter-Illustrierte-Zeitung) δείχνει τον Τζόζεφ Γκέμπελς, επικεφαλή προπαγανδιστή των Ναζί, ως τον κουρέα του Χίτλερ.
«Είναι ο Χίτλερ, αλλά ο Γκέμπελς τον μετατρέπει σε (Καρλ) Μαρξ για να προσελκύσει το εργατικό εκλογικό σώμα», διευκρινίζει ο Ρούζμπουμ.
«Ο Χάρτφιλντ είναι ο πιο γνωστός και, νομίζω, ο πιο έξυπνος άνθρωπος που χρησιμοποίησε τη φωτογραφία για να χλευάσει τον Ναζισμό και όλα όσα έκανε το καθεστώς, και για να προσπαθήσει να προειδοποιήσει τους ανθρώπους για όλους τους κινδύνους που διαφαινόντουσαν ή ήδη συνέβαιναν. Είναι πολύ ενδιαφέρον γιατί αυτό το είδος σάτιρας είναι ακόμα πολύ διαδεδομένο, αν όχι περισσότερο από ποτέ».
Σε αντίθεση με τις πρώτες πτήσεις της φαντασίας και της σάτιρας, η φωτοδημοσιογραφία άρχισε να εξελίσσεται μόνο κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου, και μαζί της ήρθε μια νέα προσδοκία για τη φωτογραφία να είναι ειλικρινής.
«Οι άνθρωποι μόλις άρχιζαν να συνηθίζουν να βλέπουν πολλές φωτογραφίες τη δεκαετία του 1920 και του 1930 σε δημοφιλή περιοδικά», δήλωσε ο Ρούζμπουμ.
«Δεν υπήρχε δυσπιστία [πριν από εκείνη την περίοδο] επειδή οι άνθρωποι ήταν συνηθισμένοι να βλέπουν μόνο εικόνες σχεδιασμένες στο χέρι, οπότε μόνο τότε άρχισε να καλλιεργείται η πεποίθηση ότι η φωτογραφία μπορούσε και έπρεπε να λέει την αλήθεια».
Σε περίπου τα τρία τέταρτα των fake εικόνων που παρουσιάζονται στην έκθεση, το ψέμα είναι «πραγματικά σαφές» αλλά σε ορισμένες, είναι πιο δύσκολο να ανιχνευθεί η παραποίηση.
Ο Πίτερ Έινσγουορθ, επικεφαλής στο μεταπτυχιακό course Φωτογραφίας και Ψηφιακής Πρακτικής στο London College of Communication, υποστηρίζει πως οι καλλιτέχνες που χειρίζονται ψηφιακά τις εικόνες σήμερα το κάνουν συχνά για να υποστηρίξουν ένα επιχείρημα.
«Είναι ένα σατιρικό εργαλείο», είπε, προσθέτοντας ότι οι δημιουργοί επιδιώκουν να παρέχουν «μια κριτική φωνή απέναντι στα προβλήματα που είναι εγγενή στην τεχνολογία».
Το βίντεο του Tραμπ για τη Γάζα δημιουργήθηκε ως σάτιρα από τον καλλιτέχνη Solo Avital και τον συνεργάτη του. Ωστόσο έγινε πρωτοσέλιδο μόνοόταν ο ίδιος ο πρόεδρος των ΗΠΑ το δημοσίευσε στα social του.
Το κίνητρο του καλλιτέχνη θα πρέπει να μας απασχολεί όταν βλέπουμε και κρίνουμε το έργο του, είπε ο Έινσγουορθ αναφερόμενος στο προκλητικό και viral βίντεο Trump Gaza. «Σε αυτή την περίπτωση έχετε έναν καλλιτέχνη που ασκεί κριτική σε ένα συγκεκριμένο πόστο που χρησιμοποιείται από αυτόν που επικρίνει» σχολιάζει.
@cnn President Donald Trump posted what appears to be an AI-generated video on Truth Social showing the transformation of Gaza into a Gulf state-like resort. Trump has previously proposed expelling 2.1 million Palestinians from Gaza to turn it into a «Riviera» owned by the United States. CNN’s Salma Abdelaziz explains what the video appears to represent. #CNN#news#gaza#trump@SalmaReportsNews ♬ original sound – CNN
Ο καλλιτέχνης πίσω από τον δημοφιλή λογαριασμό Hey Reilly στο Instagram, ο οποίος κοροϊδεύει διασημότητες με εικόνες τροποποιημένες από την Τεχνητή Νοημοσύνη, δήλωσε στο CNN ότι ξεκίνησε θέλοντας «να κάνει τον εαυτό του και τους φίλους του να γελάσουν».
«Με την πάροδο του χρόνου, άρχισα να ενδιαφέρομαι περισσότερο για το τι αντανακλούσε το έργο σε εμάς: τις εμμονές μας με το κύρος, τη διασημότητα, τον καταναλωτισμό και τον τρόπο που οι μάρκες και τα πρόσωπα λειτουργούν σχεδόν σαν οπτική στενογραφία», είπε ο καλλιτέχνης, ο οποίος ζήτησε μόνο να κατονομαστεί ως Reilly.
«Τα πράγματα που φτιάχνω για το Instagram απευθύνονται σε ένα κοινό που γνωρίζει καλά, σε ένα είδος ψηφιακού φαν κλαμπ που καταλαβαίνει αμέσως το αστείο. Αν κάποιος νομίζει ότι η ψεύτικη εικόνα έχει να κάνει με την προσπάθεια να ξεγελάσει τους ανθρώπους, έχει χάσει εντελώς το νόημα.
Έχουμε ακόμα αυτή τη βαθιά ριζωμένη αίσθηση ότι ‘η κάμερα δεν λέει ποτέ ψέματα’ – μπορείτε να το δείτε αυτό στο πόσο ανησυχούν οι άνθρωποι για τις εικόνες της Τεχνητής Νοημοσύνης, ειδικά στην πολιτική. Η ψεύτικη εικόνα λειτουργεί μόνο επειδή τα μάτια και ο εγκέφαλός μας είναι ακόμα προγραμματισμένα να εμπιστεύονται τις φωτογραφίες».
Η συζήτηση γύρω από τα fake news, τα deepfakes και την ανεντιμότητα στην Τεχνητή Νοημοσύνη έχει λάθος προσέγγιση σχολιάζει ο καλλιτέχνης.
«Οι ψεύτικες εικόνες υπάρχουν για να οδηγούν τους ανθρώπους πίσω στο μέσο. Είναι η δύναμη και η επιρροή των ψηφιακών πλατφορμών, και τα κίνητρα των ανθρώπων που τις κατέχουν, που πιθανότατα θα πρέπει να μας απασχολήσουν πολύ περισσότερο.
Η έκθεση Fake! στο Άμστερνταμ, που ανοίγει τις πύλες της στις 6 Φεβρουαρίου 2026, μας καλεί να αναρωτηθούμε αν τελικά το μάτι μας ήταν ποτέ αρκετά εκπαιδευμένο για να διακρίνει το αληθινό από το κατασκευασμένο.
Τις Παρασκευές 20, 27 Φεβρουαρίου και 6 Μαρτίου, αλλά και τα Σάββατα 14, 21, 28 Μαρτίου και 4 Απριλίου, ο Μανώλης Μητσιάς και η Βίκυ Καρατζόγλο δίνουν «Ραντεβού στο Άλσος».