Τέσσερις ιστορίες. Τέσσερις διαφορετικές γυναίκες. Είναι εργαζόμενες με επιστημονική κατάρτιση και έχουν εργαστεί ή συνεχίζουν να εργάζονται εκτός συνόρων.

Αυτές οι γυναίκες μιλούν στα «ΝΕΑ» και διηγούνται γιατί μετακόμισαν εκτός Ελλάδας, αλλά και γιατί κάποιες επέλεξαν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.

Μεταφέρουν τις σκέψεις ενός «Ελληνα του εξωτερικού» και συγκρίνουν την ελληνική αγορά εργασίας με εκείνες του εξωτερικού.

Αντιγόνη Σαμαρά: «Ναι, θα γυρνούσα στην Ελλάδα και το σκέφτομαι»

Η Αντιγόνη μένει ακόμα στην Αγγλία. Εφυγε πριν από κάποια χρόνια και δηλώνει ευχαριστημένη που ζει και εργάζεται στο εξωτερικό. Το μυαλό όμως είναι στην Ελλάδα και πλέον βρίσκεται σε σκέψεις να επιστρέψει. Σπούδασε Αγγλική Γλώσσα και Φιλολογία στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και όταν κατάλαβε ότι η επαγγελματική αποκατάσταση στον κλάδο δεν θα ήταν εύκολη υπόθεση αποφάσισε να ψάξει για μεταπτυχιακά στην Αγγλία. Αναζητώντας το κατάλληλο αντικείμενο έστειλε αιτήσεις σε διάφορα πανεπιστήμια και έγινε δεκτή από το London School of Economics and Political Science και έτσι έφυγε για την Αγγλία το 2016.

«Δεν πίστευα ότι θα έμενα μετά, αλλά τα γεγονότα με διέψευσαν. Αποφάσισα να ψάξω για δουλειά και βρήκα την πρώτη μου σε μία εταιρεία Wealth Management στο κομμάτι του HR. Σήμερα, έχοντας αλλάξει δύο δουλειές, δουλεύω στον τομέα του Artificial Intelligence στο ίδιο αντικείμενο. Είμαι πραγματικά ευγνώμων που έμεινα και δούλεψα στην Αγγλία, γιατί νιώθω πως άνοιξε ένας άλλος κόσμος επαγγελματικά και προσωπικά» δηλώνει στα «ΝΕΑ» η Αντιγόνη.

Περιγράφοντας την αγορά εργασίας λέει ότι σε μία εταιρεία στην Αγγλία είσαι κομμάτι ενός μωσαϊκού διαφορετικών επαγγελματιών, οπότε μοιραία νιώθεις πως η άποψή σου μετράει το ίδιο, ακόμα κι αν την εκφράζεις σε κάποιον ανώτερό σου στην ηγεσία. Οι εργασιακές συνθήκες είναι πολύ καλές, όχι εύκολες και στο κομμάτι της επαγγελματικής εξέλιξης, σου δίνονται ευκαιρίες και οι φιλοδοξίες σου ακούγονται.

Σχετικά με την επιστροφή στην Ελλάδα απαντά ότι «αν με ρωτούσατε δύο χρόνια πριν, δεν ξέρω αν θα σας έλεγα το ίδιο». Εξηγεί ότι η πανδημία έθεσε νέες προτεραιότητες και τονίζει πως «ναι, θα γυρνούσα στην Ελλάδα» και υπογραμμίζει ότι «με φοβίζει το γεγονός ότι δεν έχω εργασιακή εμπειρία στην Ελλάδα, αλλά ούτε στην Αγγλία είχα και τα κατάφερα».

Κατερίνα Καραμήτρου: «Ο επαναπατρισμός δεν είναι στα άμεσα σχέδιά μου»

Υπάρχουν και οι περιπτώσεις νέων ανθρώπων που η καριέρα στο εξωτερικό παραμένει η απόλυτη επιλογή. Η Κατερίνα δηλώνει ευχαριστημένη με την αγορά εργασίας και περιγράφει μία ενδιαφέρουσα οπτική. Εχει μεταπτυχιακές σπουδές στο University College London (UCL) πάνω στο Drug Discovery and Pharma Management, μένει στο Λονδίνο και εργάζεται ως Healthcare / Life sciences Consultant στην IQVIA.

Μετά το πέρας των προπτυχιακών σπουδών, άσκησε το επάγγελμα του χημικού για έναν χρόνο ως υπάλληλος του τμήματος Ερευνας και Ανάπτυξης σε ελληνικό όμιλο μέχρι που τον Σεπτέμβριο του 2019 μετέβη στο Λονδίνο για το μεταπτυχιακό της. Εκεί απέκτησε ένα ευρύ πεδίο γνώσεων όχι μόνο για τη φαρμακευτική βιομηχανία και τις ερευνητικές / εμπορικές διαδικασίες που χρειάζεται ένα φάρμακο για να βγει στην αγορά, αλλά και στις εργασιακές επιλογές που έχει κάποιος με παρόμοιο υπόβαθρο.

Δυστυχώς, όπως αναφέρει στα «ΝΕΑ» η Κατερίνα, τα ελληνικά πανεπιστήμια αν και χρηματοδοτούν την έρευνα τόσο σε τοπικό όσο και διεθνές επίπεδο, δεν συνδέονται με την αγορά εργασίας δίνοντας στους τελειόφοιτους συγκεκριμένο φάσμα για την επαγγελματική πορεία που μπορούν να ακολουθήσουν, και σημαντικό μειονέκτημα σε σχέση με όσους είχαν τη δυνατότητα να σπουδάσουν στο εξωτερικό. Με το ξέσπασμα της πανδημίας «επέστρεψα στην Ελλάδα για το τελευταίο εξάμηνο του μεταπτυχιακού μου αφού τα μαθήματα έγιναν διαδικτυακά και παράλληλα με το μεταπτυχιακό μου εργάστηκα για κάποιον καιρό στην Ελλάδα, στον τομέα πωλήσεων εργαστηριακού εξοπλισμού».

Τονίζει λοιπόν ότι «ο συνδυασμός των γνώσεών μου και των πλεονεκτημάτων της χώρας μας – οικογένεια, φίλοι, τρόπος ζωής – έκαναν πιο εύκολη την απόφαση να δουλέψω στην Αθήνα. Ωστόσο, οι χαμηλές απολαβές, το εργασιακό κλίμα, ο τρόπος αντιμετώπισης της πανδημίας από τους εργοδότες και οι λιγοστές ευκαιρίες εξέλιξης με ώθησαν στην απόφαση του να ψάξω για δουλειά στο Λονδίνο. Επειτα από ενάμιση χρόνο εργασίας στο Λονδίνο και συγκρίνοντας τα υπέρ και τα κατά των δύο χωρών, ο επαναπατρισμός δεν είναι στα άμεσα σχέδιά μου», αναφέρει η Κατερίνα.

Ηλιάνα Παπαδημητρίου: «Με οδήγησε σε κάτι ακόμα πιο δημιουργικό»

Η Ηλιάνα επέστρεψε στην Ελλάδα με αφορμή την πανδημία. Οταν ξέσπασε, άρχισε να επιδεινώνεται και τονίζει ότι αυτό τη φόβισε αρκετά. Ο επικεφαλής της εταιρείας όπου δούλευε την παρότρυνε να επιστρέψει στην Ελλάδα και να συνεχίσει εργασία εξ αποστάσεως.

Στην αρχή, όπως δηλώνει στα «ΝΕΑ», αναφέρει ότι «ήμουν αρκετά απογοητευμένη και στενοχωρημένη που άφησα το όνειρό μου να ζήσω και να εργαστώ στο εξωτερικό. Ωστόσο, αυτό με οδήγησε σε κάτι ακόμα καλύτερο και πιο δημιουργικό, καθώς συνεχίζω να δουλεύω για τη συγκεκριμένη εταιρεία, βρήκα δεύτερη full time εργασία στην Ελλάδα, ως DevOps Engineer σε ελληνική εταιρεία και ξεκίνησα μεταπτυχιακό το οποίο και ολοκληρώνω σύντομα». Δηλώνει ότι οι διαφορές που βλέπει δουλεύοντας στην Ελλάδα και στο εξωτερικό είναι προφανώς η μισθολογική διαφορά, η ευελιξία στα ωράρια αλλά και στις παροχές και οι τεράστιες τεχνολογικές γνώσεις που αποκτάς δουλεύοντας για μία εταιρεία του εξωτερικού.

Η Ηλιάνα σπούδασε στο Τμήμα Μηχανικών Η/Υ και Πληροφορικής στην Πολυτεχνική Σχολή του Πανεπιστημίου Πατρών. Λίγους μήνες προτού ξεσπάσει η πανδημία, τον Ιανουάριο, αποφάσισε να αφήσει την Ελλάδα και να εργαστεί στο Ηνωμένο Βασίλειο και η εταιρεία που εργαζόταν σχεδιάζει περίπλοκα δικτυακά συστήματα.

Βασιλική Τσουτσάνη: «Πήρα την απόφαση να ψάχνω δουλειά στην πατρίδα μου»

Η Βασιλική σπούδασε Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Κάρντιφ στην Ουαλία και μετέπειτα έκανε το μεταπτυχιακό στη Σχολική Ψυχολογία στο UCL στο Λονδίνο. Οταν ολοκλήρωσε το μεταπτυχιακό παρέμεινε στο Λονδίνο δουλεύοντας σε ένα σχολείο για παιδιά με αυτισμό. Και τονίζει ότι «έλαβα συστηματική εκπαίδευση σε σύγχρονες μεθόδους θεραπείας παιδιών στο φάσμα του αυτισμού και πήρα αρκετή εμπειρία».

Μιλώντας στα «ΝΕΑ» αναφέρει ότι «με τη σκέψη πως μελλοντικά θα ήθελα να ζήσω στην Ελλάδα όπου βρισκόταν και όλη η οικογένειά μου – και με αφορμή τους πρώτους μήνες της πανδημίας όπου τα πράγματα ήταν αρκετά απρόβλεπτα – πήρα την απόφαση να αρχίσω να ψάχνω δουλειά στην πατρίδα μου».

Οπως τονίζει δεν δυσκολεύτηκε να βρει άλλη εργασία, οπότε τον Σεπτέμβριο 2020 μετακόμισε μόνιμα στην Ελλάδα. Από τότε έως και σήμερα εργάζεται σε ένα ιδιωτικό κέντρο αποκατάστασης για παιδιά και εφήβους με δυσκολίες στην επικοινωνία και κυρίως παιδιά στο φάσμα του αυτισμού.

«Μια κύρια διαφορά ανάμεσα στις δύο χώρες όπου έχω δουλέψει», όπως τονίζει, «αποτελούν οι παροχές του κράτους στις οικογένειες που έχουν παιδιά με αναπτυξιακές δυσκολίες. Πιο συγκεκριμένα, η αγγλική κυβέρνηση παρείχε αρκετό χρηματικό ποσό το οποίο κάλυπτε όλα τα δίδακτρα των παιδιών στο σχολείο όπου δούλευα. Ενώ αρκετές φορές μου λείπει η ζωή μου στο Λονδίνο και η ανεξαρτησία μου εκεί απολαμβάνω τη δουλειά μου με τα παιδιά στην Ελλάδα και τους εξαιρετικούς συναδέλφους μου οι οποίοι εργάζονται με πολύ μεράκι και όρεξη να προσφέρουν», αναφέρει η Βασιλική.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr