Ηταν ένα μεσοβέζικο Πάσχα. Ούτε έτσι ούτε αλλιώς. Ούτε σαν το περσινό ούτε όμως και σαν το προπέρσινο. Και το ζήσαμε και δεν το ζήσαμε. Και το καταλάβαμε και δεν το καταλάβαμε. Ενα Πάσχα αλλιώτικο κι αμήχανο. Αλλά, από μία άποψη, διδακτικό. Με πρώτο μάθημα την προσαρμοστικότητα. Και την επιβεβαίωση της δαρβίνειας ρήσης ότι το είδος που επιβιώνει δεν είναι το πιο δυνατό ούτε το πιο έξυπνο αλλά αυτό που ανταποκρίνεται καλύτερα στις αλλαγές. Και τα τελευταία χρόνια (και δεν αναφέρομαι μόνο στην πανδημία) καταλάβαμε, με περισσότερο ή λιγότερο δραματικό τρόπο, ότι δεν ανήκουμε σε καμία μονιμότητα. Σαν το κύμα είμαστε που κυλάει και προσαρμόζεται στα σχήματα που συναντά.

Ετσι προσαρμοστήκαμε κι εμείς ώστε να επιβιώσουμε. Αν μπορούσαμε ας κάναμε κι αλλιώς. Ελα μωρέ, τελικά όλα μια ιδέα είναι. Και το Πάσχα στο χωριό και το Πάσχα στο νησί και η κατάνυξη του Επιτάφιου και τα (σαλιωμένα) φιλιά της Ανάστασης και τα μεγάλα οικογενειακά και φιλικά τραπέζια. Ακόμη και το «μη μείνεις μόνος στο Πάσχα» και η μαγειρίτσα και το τσούγκρισμα των αυγών. Μια επίφαση είναι όλα αυτά. Πολύτιμη, απαραίτητη αλλά επίφαση. Ναι μεν, κατά τον Δημόκριτο, «βίος ανεόρταστος, μακρά οδός παναδόχευτος» (ζωή χωρίς γιορτή, δρόμος μακρύς χωρίς πανδοχείο) αλλά γιορτή δεν σημαίνει πάντα πανηγύρι.

Και βέβαια, ούτε, απαραίτητα, ξενύχτι. Δεν μας κακόπεσε αυτή η Ανάσταση στις εννιά. Δεν μας έλειψε – τουλάχιστον έτσι νομίζω – εκείνο το δίωρο, ανάμεσα 9:30 και 11:30, της χλαπάτσας που δεν έχεις τι να κάνεις, που προσπαθείς να κρατήσεις τα παιδιά ξύπνια, που σου έρχεται να βγάλεις παπούτσι, να βάλεις παντόφλα και να αράξεις, να δεις το «δεύτε λάβετε φως» από την τηλεόραση. Ακόμη και το «Αλίμονο στους νέους», αυτήν την υπέροχη ταινία του Σακελλάριου με τον Χορν και την Κοντού που, κατά παράδοση, προβάλουν τα κανάλια το βραδάκι του Μεγάλου Σαββάτου μπας και ροκανίσουμε την ώρα, φέτος την έβαλαν απογευματάκι.

Και φαγητό κατά τις δέκα. Ανθρώπινα. Διότι κι αυτό το μεταμεσονύχτιο εντόσθιο της μαγειρίτσας πώς να το διαχειριστεί στομάχι ανθρώπου άνω των σαράντα ετών;

Πώς το λέτε εσείς εδώ γιατί ξεχνάω πώς το λέμε εμείς εκεί

Αυτό που δεν άλλαξε ούτε εφέτος – και δεν νομίζω να αλλάξει και ποτέ – είναι αυτή η υποβόσκουσα (στην προκειμένη περίπτωση, το παράγωγο του «βοσκώ» ταιριάζει απόλυτα) απαξίωση για τα ελληνικά πασχαλινά ήθη και έθιμα. Σαν να περάσαμε τα παιδικά μας χρόνια μεταξύ Βερσαλλιών και Σενμπρούν, άντε μεταξύ Βοστώνης και Χάμπτονς.

Κιτς το Πάσχα, βαρβαρότητα ο οβελίας, «Ελληναράδες» όσοι απολαμβάνουν το γαστριμαργικό φεστιβάλ χοληστερίνης, κάφροι όσοι θέλουν να κάνουν και μια γυροβολιά στις στροφές της Φιλιώς Πυργάκη. (Δεν έχει και Φιλαρμονική της Βιέννης να ξεχαρμανιάσει, όπως τα Χριστούγεννα, η κατηγορία «πώς το λέτε εσείς εδώ γιατί ξεχνάω πώς το λέμε εμείς εκεί»). Ασφυκτιούν, σου λέει, από την τσίκνα που γέμισε ο αέρας στις πόλεις, προσβάλλεται η αισθητική τους από τα γλέντια που έγιναν προχθές στις ταράτσες.

Τα τελευταία χρόνια έχουμε και τα σηκωμένα δάχτυλα των Ζηλωτών του βετζετεριανισμού και του βιγκανισμού. Αυτών που – με θρησκευτικό φανατισμό ή, μάλλον, φανατίλα – προσπαθούν να ανιχνεύσουν ηθικές παρεκτροπές σε γαστρονομικά έθιμα αιώνων, απόλυτα μάλιστα συνδεδεμένων με την αλυσίδα της παραγωγής. Που επενδύουν περισσότερο πάθος στο «κατηγορώ» εναντίον των διατροφικά «αλλότριων» παρά στην υπεράσπιση των δικών τους συνηθειών.  Τους έχω νέα. Η ηθική κάποιου δεν ορίζεται από το τι τρώει στις γιορτές αλλά από το τι καταπίνει αμάσητο. Και μάλιστα σε μόνιμη βάση.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο