Κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας,

Θα αποφύγω να ξεκινήσω με το στερεότυπο «είμαι βαθιά συγκινημένη», αν και είμαι υπέρμετρα. Και να το κρύψω, θα το προδώσει η έκπληκτη αμηχανία που μου προκαλεί η λαμπρή τιμή που μου αφιερώνετε απόψε, κύριε Διοικητά, με ενισχυμένη τη λάμψη της από την παρουσία επιφανών προσώπων αλλά και των αφανώς λαμπερών προσώπων που αγαπώ. Ειδικότατα η παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας τιμά και εμψυχώνει ιδεολογικά την ποίηση γιατί, κι αυτή, δημοκρατικά αγκαλιάζει την πάσχουσα από καταβολής της ανθρωπότητα.

Καλούμαι απόψε, κύριε Διοικητά, σε μια εποχή όπου η ευφρόσυνη έννοια των αναδρομικών έχει εκλείψει, να παραβώ αυτή την έλλειψη και να εισπράξω αναδρομικά την πολύ ακριβή διάκριση που μου προσφέρετε, σε μια στιγμή μάλιστα που η λιτότητα είναι επιβεβλημένη. Μια διάκριση δε που δεν τη δικαιούμαι εγώ, αλλά η διάχυτη έννοια της ποίησης γενικά, για όσο εκείνη πράγματι θεραπεύει ή έστω καταπραΰνει. Εγώ, σχεδόν τυχαία ανέλαβα να συσκευάζω το όποιο νόημα αποστέλλει η ποίηση, τυλιγμένο μέσα σε λέξεις ανθεκτικές που να μη σκίζονται και να χάνεται η θεραπευτική πρόθεση του νοήματος κατά τη διανομή του στους παραλήπτες. Τιμάτε λοιπόν απόψε, κύριε Διοικητά, έναν από τους αμέτρητους διανομείς της ποίησης που είμαι, με ανεξακρίβωτη την αποτελεσματικότητά του.

Δεν θα εφαρμόσω ούτε κάθετες ούτε οριζόντιες περικοπές στις πολλές ευχαριστίες που οφείλω στους εκλεκτούς παρόντες, επίσης στους έγκριτους και πολύ αγαπητούς μου ομιλητές, οι οποίοι έχουν επωμισθεί κι άλλες φορές το βάρος να υποστηρίζουν τις προσπάθειες της ποίησής μου. Ευχαριστώ θερμότατα και τους διακεκριμένους ηθοποιούς που κι αυτοί επιβαρύνονται να μεταδώσουν το δυναμισμό τους στα ποιήματά μου, καθώς και τους προικισμένους σκηνοθέτες αυτής της βραδιάς που με τις φροντίδες τους μετέτρεψαν την αυστηρή ατμόσφαιρα του χώρου σε αισθαντική επικοινωνία. Όλοι οι συντελεστές της συγκίνησής μου ελπίζω να δεχτούν να τους καταβάλω τις ευχαριστίες μου με δόσεις. Ξέρουν γιατί.

Επανέρχομαι σε σας, κύριε Διοικητά, νιώθοντας ότι ίσως βρείτε ανεπαρκείς τις ευχαριστίες που σιωπηρά και συνεχώς σας καταβάλλω. Αλλά υπολογίστε ότι αυτές δεν έχουν κρατήσεις και ότι, όσο ζω, θα ανατοκίζονται, έστω κι αν δεν θα μπορέσουν να αποτελέσουν Κεφάλαιο για σας. Ωστόσο, η ευγνωμοσύνη είναι ένα σεβαστό Κεφάλαιο.

Θα σας ομολογήσω ότι ανησυχώ μήπως αυτή η τιμή που μας προσφέρετε, καθώς αποτελεί μεγάλο έσοδο, προστεθεί στην υψηλή κλίμακα του συνταξιούχου που είμαι και την καταστήσει υψηλότερη. Και με τη φορολογία… μεριμνήστε γιατί θα καταφύγω στη φοροδιαφυγή.

Έχω κι άλλη ανησυχία: όπως γνωρίζετε, κύριε Διοικητά, αν και συνταξιούχος, παραμένω συναισθηματικά στην Τράπεζα, αμισθί βεβαίως. Μήπως αυτό θεωρηθεί παρανομία, ελλείψει θεσμικού πλαισίου; Θέλει άραγε θεσμικό πλαίσιο η ανιδιοτελής αφοσίωση; Ελπίζω όχι.

Ωστόσο, σ’ αυτή τη νόμιμη παρανομία έχει συντελέσει βάσιμα η εργασιομανής μνήμη μου, που δεν σταμάτησε ποτέ να ανανεώνει τη σύμβαση των αναμνήσεών μου με την επί 25 χρόνια ζωή μου στην Τράπεζα. Δραστικότερα όμως και από τη μνήμη, καθιστούν ενεργό τη σχέση μου με το ίδρυμα τα παιδιά μου, ο Δημήτρης Δημουλάς και η Έλση Δημουλά, που είχαν την τύχη να εργάζονται κάτω απ’ αυτή τη στέγη. Μια στέγη που, ως τώρα, παρά τις υγρασίες που εμφανίζονται στα τοιχώματα, παραμένει ακόμα καθησυχαστικά στεγανή. Όσο κι αν κινδυνεύω να γίνω κάπως μελό, επιτρέψτε μου να ευχαριστήσω τα παιδιά μου που, εξοπλισμένα με προσόντα και με διδακτορικό ευσυνειδησίας, είμαι απολύτως βέβαιη ότι δεν απογοήτευσαν τα καθήκοντά τους.

Θα σας απαλλάξω από την πλήξη που θα προκαλούσε η περιγραφή της πορείας μου εν τη Τραπέζη περιορίζοντάς την σε ό,τι αποτέλεσε βίωμα ξεχωριστό για μένα. Ο διορισμός μου το 1949 στην Τράπεζα, ήτοι 18 ετών, απέκλεισε αμεριμνησία, σπουδές και όσα άλλα ονειρεύεται ο νέος άνθρωπος. Αλλά ήταν ο διορισμός μου εδώ όνειρο του εγγράμματου και σπουδασμένου, ως επί το πλείστον, περιβάλλοντός μου, ίσως και για να συνεχίσω την τραπεζική παράδοση των αδελφών της μητέρας μου και του πατέρα μου αργότερα.

Λογικό λοιπόν είναι να ενοχοποιηθεί για το διορισμό μου το μέσον. Αθώο στην περίπτωσή μου το μέσον. Απλώς έτυχε να αποχωρεί από την Τράπεζα ο πατέρας μου ως συνταξιούχος και δόθηκε τότε το προνόμιο στους αποχωρούντες να μπορούν να προσληφθούν τα παιδιά τους στην Τράπεζα της Ελλάδος, κατόπιν βέβαια διαγωνισμού. Διαγωνίστηκα. Ας φανεί απίστευτο, αλλά κατά επιτυχή σύμπτωση και τα παιδιά μου εντίμως διαγωνίστηκαν και προσλήφθηκαν.

Πρώτη τοποθέτησή μου στην καταμέτρηση εφθαρμένων χαρτονομισμάτων. Αυτή ήταν και η πρώτη κατάσαρκη επαφή μου με την τρομοκρατική φθορά. Κι όταν λέω φθορά, μιλώ για κάτι που– και ως λέξη ακόμα– ήταν άγνωστη σε κείνη τη νεαρή, ανυποψίαστη ηλικία μου. Αυτή η καταμέτρηση σήκωνε μια πηχτή σκόνη που κόλλαγε στα χέρια μου και σα να τα διαπερνούσε προειδοποιητικά. Τελικά, ήταν κι αυτό μια εκπαίδευση για ψύχραιμη αποδοχή των αλλοιώσεων που σιγά-σιγά επέρχονταν επάνω μου και πάνω στα πράγματα.

Χρήσιμη αποδείχτηκε γενικά και η γνωριμία μου με τους κανόνες τους απαράβατους: μπλε ποδιά, άσπρος γιακάς, απολογία αν για κάποιο λόγο κάποια μέρα παρέβαινες τη στολή. Εξίσου αυστηρή και η παράβαση της έγκαιρης προσέλευσης. Είναι ζήτημα αν, στα 25 χρόνια, 2-3 φορές μόνο δεν προσήλθα εγκαίρως. Ευσυνειδησία ή τάση προς την υποταγή;

Όταν, μεγαλώνοντας, άρχισα να δυσπιστώ γενικά, λειτούργησε και η υποψία μήπως οι αρετές όπως η πειθαρχία, η υπακοή, η υποχωρητικότητα και η συνέπεια αίρουν την καταγωγή τους όχι τόσο από το ήθος, όσο από κάποιον μη συνειδητό φόβο για τις αστάθμητες συνέπειες που έχει η όποια παράβαση. Οπωσδήποτε εμείς, αδιαφορώντας για την όποια γενεσιουργό αιτία των αρετών, είναι απόλυτη ανάγκη πάντα, αλλά κυρίως σήμερα, να είμαστε ενάρετοι για να είναι ασφαλείς και η κοινωνία και η συνείδησή μας.

Αξίζει πάντως να ομολογήσω ότι η εν τη Τραπέζη απαράβατη πειθαρχία σωφρόνισε σχετικά την ακαταστασία των πρώτων ποιημάτων μου και τις ανώριμες ελευθεριότητες της γλώσσας. Περιόρισε όμως πολύ και το χρόνο –ήμουνα και μητέρα– που απαιτεί να της αφιερώνεις η ποίηση. Από τότε έμαθα να κλέβω χρόνο, που ανήκε σε άλλη ρητή υποχρέωση, για να τον δίνω σ’ αυτή την ουτοπική ενδεχομένως ροπή μου. Και, τι περίεργο, αυτή η κλοπή απέδιδε, μου δημιουργούσε μια προσοδοφόρα διέγερση. Προς Θεού, μην παρεξηγηθώ. Δεν γενικεύω ότι η κλοπή είναι δημιουργική.

Τη θητεία μου στην καταμέτρηση της φθοράς διαδέχθηκαν μετακινήσεις μου σταδιακά σε πιο πάνω ορόφους, ώσπου ανέβηκα στο περιοδικό «Ο Κύκλος». «Ο Κύκλος» ήταν υλοποίηση της επίμονης επιθυμίας του αείμνηστου τότε Διοικητή Ξενοφώντα Ζολώτα, αλλά και του επίσης αλησμόνητου Υποδιοικητή Ιωάννη Πεσμαζόγλου. Θα πω ότι σε μένα «Ο Κύκλος» έδωσε κυρίως το Νάσο Δετζώρτζη. Μια προσωπικότητα οξύτατης εμβέλειας, μια ανώτατη σχολή για μένα γραμμάτων και τεχνών στην οποία, φοιτώντας επί οκτώ χρόνια, πήρα πτυχίο έστω ατελούς μαθήσεως.

Ο Νάσος Δετζώρτζης μετάγγισε την υψηλή αισθητική του στη μορφή και στην ύλη του περιοδικού. Όσο ήταν δυνατόν στην ύλη, διότι λιγοστές ήταν τότε οι συνεργασίες, πολλές οι κενές σελίδες. Από τότε είναι που υποχρεώθηκα να επινοώ. Κάθε μήνα, εφαρμόζοντας την επινόηση, έγραφα κατεβατά ολόκληρα να καλύψω τα κενά. Δάσκαλός μου στην επινόηση πιστεύω πως ήταν ο Νάσος Δετζώρτζης. Όχι με τον τρόπο που διδάσκεται σήμερα η δημιουργική γραφή, με πιο καίριο τρόπο: μία στις τρεις φορές μου πέταγε βίαια αυτά που είχε γράψει, λέγοντάς μου: «Αυτά δεν είναι δικά σας. Ξαναγράψτε».

Η δικτατορία έκλεισε τον «Κύκλο» ως αναρχικό όργανο. Δεν θα επεκταθώ. Αρκετά χρόνια μετά, λαμπρότατη αποκατάσταση επεφύλαξε στη διακοπή εκείνου του «Κύκλου» η έκδοση του «Νέου Κύκλου». Υπεύθυνο τώρα για τη μορφή και την ύλη το νέο αίμα, προικισμένο με πιο πλατιά κι ελεύθερη αντίληψη, πιο θαρραλέα. Αιώνια προβλήματα, τώρα με παρρησία κοιταγμένα, πολιορκούνται δυναμικά από την άφοβη σκέψη, την ελπίδα, την αισιοδοξία. Μου δίνει μεγάλη χαρά ότι ο «Νέος Κύκλος» επίμονα υπηρετεί το ωφέλιμον, το γνήσιο, το υψηλό και το καλαίσθητο. Είναι επιτρεπτό νομίζω να συγκινούμαι που και η κόρη μου, συμμετέχοντας στη συντακτική επιτροπή του «Νέου Κύκλου», με επαναπροσλαμβάνει στην παλιά μου δραστηριότητα.

Θα προσθέσω τι ευφορία νιώθω τις σπάνιες φορές που μπαίνω στην Τράπεζα και βλέπω τους αλλαγμένους καιρούς. Νομίζω ότι εισέρχομαι σε παράδεισο, όπου πνέει ένας κομψός αέρας, μια καλοντυμένη ελευθερία, ένας παράδεισος, όχι σαν εκείνον τον πρωτόπλαστο, όπου δέσποζε η απαγόρευση και δεν τολμούσες να δαγκώσεις ούτε ένα φιλελεύθερο μήλο.

Το βιογραφικό της ποίησής μου αναπτύσσεται μέσω των συλλογών που εξέδωσα. Αν ερωτηθώ πώς γεννιέται η ποίηση, θα απαντήσω «με τον ίδιο τρόπο που γεννιόμαστε κι εμείς: εν αγνοία μας».

Κι όταν εγώ η ίδια αναρωτιέμαι συχνά ποιος άραγε να έγραψε το πρώτο ποίημα, προεξοφλώ ότι το πρώτο ποίημα το έγραψε η ανυπαρξία θέλοντας να υπάρξει.

Σας ευχαριστώ.

*Την ανωτέρω ομιλία εκφώνησε η Κική Δημουλά στις 8 Νοεμβρίου 2013, στο πλαίσιο ειδικής εκδήλωσης που είχε διοργανώσει προς τιμήν της η Τράπεζα της Ελλάδος.

Μετά την εκφώνηση του λόγου της η Δημουλά διάβασε το ακόλουθο αδημοσίευτο ποίημά της:

Με ψέγεις επουράνιε

πως δε φιλοξενώ τους έκθετους

Λάθος κάνεις. Τους φιλοξενώ

κι όχι μόνο τους έκθετους

μα και τους εκτεθειμένους σε κάθε

σφοδρό απροφύλακτο

υπολόγισε τώρα και τους νεκρούς

εδώ τους αρέσει να ζουν

ξέρεις τι χώρο ζωτικό καταλαμβάνουν.

Μη με αδικείς λοιπόν, φιλοξενώ τους πάντες

τα πάντα μας μέσα σ’ αυτά που γράφω

άνοιξε τη δική μας αγία γραφή

θα μας βρεις όλους εκεί μέσα

στριμωγμένα βέβαια, γι’ αυτό δεν μας βλέπεις

αλλά μόνο αυτά τα λίγα τετραγωνικά

λέξεων διαθέτω

Παραχώρησε και συ κανένα

στρέμμα απ’ τον απέραντο ουρανό σου

ν’ αραιώσουμε οι ανέστιοι.

Τόσο κενό περισσεύει ανάμεσα στ’ άστρα.

Δώσε μας λίγο ακόμα.

Η ποιήτρια και ακαδημαϊκός Κική Δημουλά (Βασιλική Ράδου το πατρικό της) απεβίωσε στις 22 Φεβρουαρίου 2020, σε ηλικία 89 ετών.

Η Δημουλά εργάστηκε στην Τράπεζα της Ελλάδος από το 1949 έως το 1974, αρθρογραφούσε δε στο τριμηνιαίο περιοδικό «Ο Κύκλος», που εξέδιδαν οι εργαζόμενοι της Τράπεζας.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο