Κείμενα-μαρτυρίες ανθρώπων που βίωσαν τα δραματικά γεγονότα του Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος (13 Δεκεμβρίου 1943) και υπέστησαν τη βαναυσότητα της ναζιστικής θηριωδίας:

Είναι περίπου 10:30 π.μ. και αρχίζει να σκορπίζεται μαύρος καπνός. Στην πόλη ακούγονται πυροβολισμοί. Τους ρίχνουν για να πάρει φωτιά η σκόνη με την οποία ραντίζουν τα σπίτια για να καίγονται ευκολότερα. Όπου κι αν αγνάντευες, φλόγες και καπνοί. Καπνοί, κρότοι και λεηλασίες. Σπίτια, μαγαζιά, δημόσια καταστήματα, καλύβες κι αχυρώνες, εκκλησίες, περιουσίες, μόχθοι και ιδρώτες χρόνων και χρόνων, μετά τη λεηλασία κατατρώγονται αλύπητα από μια κοκκινόμαυρη απέραντη φωτιά…

Ο πρώτος Γερμανός που με έσυρε πράγματι ξεγελάστηκε. Νόμισε πως ήμουν σκοτωμένος και με φιλοδώρησε με μια κλοτσιά φεύγοντας. Μετά ήλθε και δεύτερος στρατιώτης. Πίστευα πως θα γινόταν το ίδιο και μαυτόν. Με το πρώτο τίναγμα του πρώτου βγήκε από την τσέπη μου το χρυσό μου ρολόι, που του γυάλισε στα μάτια. Το έπιασε δυο-τρεις φορές στα χέρια και συγχρόνως κοίταζε γύρω του και τους άλλους. Φαίνεται πως τους απαγόρευαν να ληστεύουν τους νεκρούς, και φοβόταν μήπως τον δει κανένας αξιωματικός. Το ρολόι τον θάμπωνε στα μάτια και ερωτοτροπούσε μαζί του. Μια το έπαιρνε και μια το άφηνε.

Τελικά, δεν μπόρεσα να κρατήσω άλλο την αναπνοή μου και ανάσανα. Τότε με πυροβόλησε με το πιστόλι του στο λαιμό και έφυγε αμέσως.

Γεώργιος Γεωργαντάς (διασωθείς)

Έχασα τον άντρα μου τον Νίκο και τα τρία μου παλικάρια, τον Αντώνη, τον Γιώργη και τον Χρίστο μου. Κι έμεινα μόνη κι απροστάτευτη με τα πέντε ορφανά μου…

Αντιόπη Χονδρονικόλα

Είχα τέσσερα αδέρφια… Πάω πάνω και βρίσκω τον αδερφό μου τον έναν, τον Νίκο. Το μισό κεφάλι μπροστά, το μισό πίσω να καίγεται… Κάνω παραπέρα και βρίσκω τον Χρήστο. Πεθαμένο κι εκείνον, μ’ όλη την κοιλιά του απέξω. Βρίσκω τον Αλέξη. Ήταν χτυπημένος στην καρδιά κι έβγαζε αίμα. Βρίσκω τον Δημήτρη. Τα χέρια του κομμένα, βόγκαγε. Κάνω παραπέρα και βρίσκω τον πατέρα μου. Ήταν όλο το πρόσωπό του φευγάτο… Φρίκη, θρήνος, δάκρυα…

Τρισεύγενη Φερλελή – Ρεκούτη

Αποσπάσματα κειμένου του συγγραφέα και λογοτέχνη Κώστα Λογαρά για το Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων, για τη φρίκη του θανάτου:

Τους μάζεψαν οι Γερμανοί –μας είπε ο δάσκαλος– στο σχολείο τού χωριού. Πως θα τους μετρήσουν τάχα. Και την άλλη μέρα (Την άλλη είπε; Την ίδια; Δεν θυμάμαι) πάντως χαράματα –γιατί χαράματα οι δήμιοι σκοτώνουν τους μελλοθανάτους– τους πήγαν στο χωράφι του Καππή. Κι εκεί (συνέχισε ο δάσκαλος) τους σκότωσαν. Όχι τους σκότωσαν, τους κατακρεούργησαν. (Έτρεμε η φωνή του. Και τίναξε το κεφάλι δυνατά για να διώξει γύρευε ποια φαντάσματα που έβλεπε μπροστά στα μάτια του ο Καλαβρυτινός μου δάσκαλος.)

Αυτό ήταν. Το σκηνικό είχε στηθεί στο σπαρμένο χωραφάκι του Καππή, δίπλα σ’ ένα φαράγγι· τα γεγονότα και οι ήρωες οι Καλαβρυτινοί, το άγριο τέλος τους.

[…] Όλες τους οι αισθήσεις μέσα σ’ εκείνο το σχολείο –πες κολαστήριο καλύτερα– βρισκόντουσαν σε εγρήγορση. Μύριζαν τον αέρα, ακούμπαγαν πάνω στους άλλους να βεβαιωθούν για τη ζωή. Φέρναν στο νου τους εικόνες του βίου. Καθημερινές κι ασήμαντες: τα μαρτίνια του και το φράχτη της αυλής του ο ένας. Ένας άλλος τα μελίσσια του. Κι ο τρίτος –άκου τώρα!– αποτυπώματα λαγού πάνω στο χιόνι. Τη λαγκαδιά, ήχο νερού· κυπαρισσόμηλα τυλιγμένα σε χρυσόχαρτο, κρεμασμένα από κλωστές πάνω στο έλατο. Ερχόντουσαν Χριστούγεννα. Κάποιος θυμήθηκε γεύσεις φαγητών και γλέντια κάτω απ’ την κληματαριά του, καλοκαίρι μήνα. (Πού ψάχνει, λέω, ο άνθρωπος να κρατηθεί όταν καταλαβαίνει ότι τον ακουμπάνε οι φτερούγες του θανάτου!)

Με λεπτομέρειες κεντάγανε τη μνήμη τους, πιανόντουσαν από σκηνές της περασμένης τους ζωής να μην κοπεί το νήμα της. Οι μεγαλύτεροι. Γιατί τα δωδεκάχρονα παιδιά δεν είχανε προλάβει καν να ζήσουν. Μικρά παιδιά, τι πρόφτασαν αυτά να δούνε στη ζωή τους; Τίποτα.

Τους πήρανε λοιπόν οι Γερμανοί. Τους άντρες και τους έφηβους. Τα γυναικόπαιδα όχι. Αυτά τα ξανακλείσανε στην κόλαση, να τους βάλουνε φωτιά, να καούνε ζωντανά σαν τα ποντίκια και το χωριό να το τυλίξουνε στις φλόγες. Γιατί τροφοδοτούσε την αντίσταση και έπρεπε να εξαφανιστεί. Αυτή ήταν η διαταγή.

Οι άντρες, όλοι οι άντρες του χωριού από τα δώδεκα ως τα ογδόντα τους, τρεις γενιές μαζί, βάδιζαν σε μιαν ατέλειωτη πομπή πάνω στο μονοπάτι που βγάζει ανηφορίζοντας στη λάκα του Καππή. Προσπέρασαν το νεκροταφείο κι ύστερα το ξεροπήγαδο που ’χαν ανοίξει κάποιοι ψάχνοντας να βρούνε κάρβουνο.

[…] Αγκάλιαζαν τον τόπο τους με όλες τις αισθήσεις τους. Πρώτη φορά αποκαλύπτονταν στα μάτια τους η τόση ομορφιά μέσα στην ξεραΐλα του τοπίου. Πρώτη φορά. Γιατί αυτή θα ήταν και η τελευταία.

[…] Ένας άγριος φόβος πως σε λίγο αυτόν τον τόπο θα τον χάσουν απ’ τα μάτια τους τούς είχε κυριέψει. Ότι τα δέντρα, τα χωράφια θα καρπίζουν χωρίς αυτούς. Οι γυναίκες κι οι μανάδες τους θα ’ναι μονάχες τους. Θα μεγαλώνουν τα μικρά παιδιά χωρίς αυτούς. Ανατρίχιαζαν στη σκέψη και τίναζαν το κεφάλι σαν να ξύπναγαν από όνειρο κακό. Από μια μόρα. Οι πιο μικροί κοίταζαν τους μεγαλύτερους στα μάτια. Από κάπου να πιαστούν. Κι οι μεγαλύτεροι κρατιόντουσαν απ’ την υπόσχεση του Τέννερ ότι δεν θα τους πειράξει. Από το λόγο της Τιμής του: της στρατιωτικής. Της έωλης και τελικά ατιμασμένης.

Στο μεταξύ κατέφθαναν φουρνιές φουρνιές στο αλωνάκι. Κοπάδια σε σφαγή. Κι άλλοι από κοντά, φάλαγγες ολόκληρες μελλοθανάτων. Χίλιοι τρακόσοι. Καθισμένοι κι άπραγοι όλοι τους, σ’ αυτό το ύψωμα απέναντι ακριβώς απ’ τα Καλάβρυτα. Ποτέ κανείς πρωτύτερα δεν είχε κάτσει εδώ για ν’ αγναντέψει το χωριό του. Τώρα θα δουν τα σπίτια τους να καίγονται: του Βαλιμίτη, του Μπότσαρη… Η συνοικία του Τσιρλαδή λαμπαδιασμένη. Το χωριό ολόκληρο. Κοπήκανε τα πόδια τους, μύρισε το λαγκάδι φόβο.

Και πάνω εκεί που κόρωνε η φωτιά κι η αγωνία τους για την τύχη των δικών τους, τους γάζωσαν από τη φαλακρή κορφή τα πολυβόλα. Στη μέση αυτοί και οι ριπές τούς θέριζαν. Έτσι ξεπνέωσαν οι μάρτυρες των Καλαβρύτων. Τη στιγμή που η αγωνία για τον τόπο τους έσμιγε με την αβεβαιότητα για τη δική τους τη ζωή.

Οι οιμωγές, τα βογκητά τους, οι κραυγές καλύφτηκαν από τους ήχους των πολυβόλων όπλων. Καλύτερα. Να μην ακούσω εκείνη τη φωνή του δωδεκάχρονου παιδιού που ζήταγε απορημένο μια απ’ το Θεό και μια απ’ τον πατέρα του βοήθεια. Κι από την άλλη, ικέτευε τους δολοφόνους του πριν το σκοτώσουν: «Θέλω να ζήσω», ξεκόλλαγε η κραυγούλα του από τη σκοτεινή της ρίζα να σου κόβει την ανάσα. «Είμαι μαθητής εγώ, μη με σκοτώνετε!»· και ράγιζε η αδύναμη φωνή βουνά και πέτρες. Μια φωνή ακατανόητη εντελώς στους δολοφόνους: στους Λάιγκερ, στους Φρενεμπέργκερ, στους Τέννερ. Σ’ αυτούς που συνεργάστηκαν, οργάνωσαν και αποφάσισαν τον θάνατό του.

Λέω, καλύτερα που δεν το άκουσα αυτό το ουρλιαχτό. Γιατί είναι μαρτύριο να ζει κανείς μετά και να ’χει μες στ’ αυτιά του έναν τέτοιο σπαραγμό. Δεν θα μπορεί να γαληνέψει το μυαλό του, το κορμί του, η ψυχή του ολάκερη. Κι αυτό δεν είν’ ζωή. Μια τραγωδία είναι. (Πρέπει να ξεχνούν καμιά φορά οι ζωντανοί, αν θέλουνε να συνεχίσουν τη ζωή. Να βάζουνε τον πόνο τους στην άκρη. Και το μίσος τους για τον εχθρό τους να το αφήνουνε να ξεχαστεί. Όχι για να φιλιώσουνε μαζί του, αλλά για να μπορούν να ζήσουν.)

Ύστερα ήρθαν οι Καλαβρυτινές γυναίκες. Μάνες, αδερφάδες και συντρόφισσες. Να ψάξουν στο σωρό, να βρουν τα πτώματα προτού τα φάνε τα σκυλιά κι οι λύκοι. Να τα σηκώσουν, να τα θάψουνε. Μέρες και νύχτες ψάχναν και ψάχνανε τ’ αγαπημένα μέλη. Βουτηγμένες μες στο αίμα. Έστυβαν τα ρούχα τους κι έσταζαν απ’ το αίμα των δικών τους. Και ψάχνοντας η καθεμιά «μην είν’ αυτός;» ανασηκώναν τα κουφάρια· «όχι… της Γιαννιάς ο γιος». Και φώναζε η μια την άλλη: «Βρήκα το γιο σου… Τον άντρα σου…» Ερχότανε η άλλη, έπεφτε πάνω στο νεκρό κορμί, τ’ αγκάλιαζε, το πάστρευε με την παλάμη της, συμμάζευε τα χυμένα του μυαλά, τα διαμελισμένα μέλη του. Σερνόταν ένα σύθρηνο που φεύγανε τ’ αγρίμια φοβισμένα.

Ύστερα, η Καλαβρυτινή γυναίκα κουβάλαγε στον ώμο το κουφάρι, μόνη και το ’θαβε. Γιατί τέτοιες ώρες ο άνθρωπος ζητάει τον Θεό και δεν τον βρίσκει. Κι είναι μονάχος του.

Μια μάνα Καλαβρυτινή –γράφει ο Δημήτρης Καλδίρης, αυτόπτης μάρτυρας– έβγαλε, λέει, απ’ την τσέπη του αντρός της ένα ξεροκόμματο, μουλιασμένο απ’ το σκοτωμένο αίμα του. Το ’κοψε και το μοίρασε στα δυο παιδιά της. Να ξεγελάσουνε την πείνα τους με τη θεία μετάληψη από το καθημαγμένο σώμα και από το αίμα του Χριστού τους: του δικού τους, που ως τα χτες ήταν ακόμα ζωντανός.

Οι Γερμανοί, απάνθρωποι και αποθηριωμένοι, λιοντάρια που σπάραξαν αδύναμα ζώα.

Οι εκτελεσθέντες, δύσμοιροι κι ασάλευτοι, βορά στις ορέξεις βάρβαρων ναζήδων, τραγικά θύματα παρανοϊκών χαρακτήρων.

Τα γυναικόπαιδα, καταδικασμένα να ζήσουν διά παντός τον εφιάλτη, να γνωρίσουν την ανείπωτη τραγωδία, τον αβίωτο βίο.

Τα Καλάβρυτα, τόπος μαρτυρίου, τόπος θρήνου, τόπος μνήμης και περισυλλογής.

Δεν το χωράει ο νους μου ότι βρήκε στη χώρα μας πρόσφορο έδαφος για να αναπτυχθεί το νεοναζιστικό έκτρωμα.

Δεν το χωράει ο νους μου ότι κάθε λογής «αγανακτισμένοι» γύρεψαν αποκούμπι στους οπαδούς της ναζιστικής ιδεολογίας.

Δεν το χωράει ο νους μου ότι μέσα στο ελληνικό κοινοβούλιο ασχημονούσαν επί μακρόν φορείς ολοκληρωτικών αντιλήψεων.

Δεν το χωράει ο νους μου ότι εκατοντάδες χιλιάδες συμπατριώτες μου έδωσαν κατ’ επανάληψιν την ψήφο τους στα μέλη μιας εγκληματικής οργάνωσης.

Εύλογα, νομίζω, θα αναρωτηθώ: ανιστόρητοι ή αμνήμονες;

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο