Τίποτα όμως μέχρι στιγμής δεν βγαίνει στον Τραμπ, και αυτό τον οδηγεί σε νέα λάθη κάθε φορά. Μοιάζει να είναι σε πανικό και κάθε του κίνηση κοστίζει.

Γράφει ο Πέτρος Ιωαννίδης

Απρόβλεπτα γεγονότα που συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, ανατρέπουν τις  προβλέψεις υπέρ του ενός ή του άλλου κόμματος και δημιουργούν τάσεις αποσυσπείρωσης του εκλογικού σώματος[1]. Κάτι τέτοιο συνέβη σε δύο εμβληματικές εκλογικές αναμετρήσεις το αποτέλεσμα των οποίων καθορίστηκε από τις κρίσεις που συνέβησαν στο αμέσως προηγούμενο διάστημα και τη διαχείριση τους. Στις γερμανικές εκλογές το 2002 και στις ισπανικές το 2004.

Στη Γερμανία ο καγκελάριος Σρέντερ κατάφερε να διαχειριστεί με επιτυχία τις καταστροφικές πλημμύρες που έπληξαν τη χώρα του και ανέτρεψε έτσι όλα τα προγνωστικά κερδίζοντας τις εκλογές του 2002. Αντίθετα, η κυβέρνηση του Αθνάρ διαχειρίστηκε με -τουλάχιστον- ατυχή τρόπο το τρομοκρατικό χτύπημα στη Μαδρίτη λίγες μόλις μέρες πριν τις εκλογές του 2004 και έδωσε έτσι την ευκαιρία στους Σοσιαλιστές να ανατρέψουν τα αποτελέσματα των δημοσκοπήσεων και να πετύχουν μια ανέλπιστη νίκη[2].

Στις αρχές του 2020 ο Τραμπ φάνταζε για πολλούς ο βέβαιος νικητής των Αμερικάνικων εκλογών που θα γίνουν τον ερχόμενο Νοέμβριο. Το 59% των Αμερικανών δήλωνε ότι τα οικονομικά του ήταν καλύτερα σε σχέση με ένα χρόνο πριν και το 74% αισιοδοξούσε ότι σε ένα χρόνο από τώρα θα είναι ακόμα καλύτερα (Gallup 5 Φεβρουαρίου), ενώ ο Πρόεδρος των ΗΠΑ σημείωνε ρεκόρ αποδοχής με τα καλύτερα νούμερα της θητείας του στις δημοσκοπήσεις. Παράλληλα το κόμμα των Δημοκρατικών ταλανίζονταν από μια μάχη στην οποία κανείς από τους υποψηφίους για το χρίσμα δεν ενθουσίαζε και δεν γοήτευε ιδιαίτερα.

Και ύστερα ήρθε ο κοροναϊός και η κάκιστη διαχείριση του Τραμπ φαίνεται να αλλάζει άρδην τους όρους του παιχνιδιού. Στην αρχή ήταν μια απλή γρίπη που θα είχε τελειώσει μέχρι το Καθολικό Πάσχα. Έπειτα κήρυξε τις ΗΠΑ σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης. Κατηγόρησε τους κυβερνήτες διάφορων πολιτειών για κακή αντιμετώπιση, τον ΠΟΥ, την Κίνα, τους ειδικούς.

Τίποτα όμως μέχρι στιγμής δεν του βγαίνει και αυτό τον οδηγεί σε νέα λάθη κάθε φορά. Μοιάζει να είναι σε πανικό και κάθε του κίνηση κοστίζει. Κοστίζει στον αμερικάνικο λαό, αλλά κοστίζει και στις δημοσκοπήσεις για τον Τραμπ που από ότι φαίνεται είναι και το μόνο που τον ενδιαφέρει πραγματικά ενόψει των εκλογών.

Χάνει έδαφος

Σε αντίθεση λοιπόν με την πλειονότητα των ηγετών ανά τον κόσμο, ο Τραμπ χάνει συνεχώς έδαφος και δε μπορεί να κάνει πράξη τη «συσπείρωση γύρω από τη σημαία» που ισχύει συνήθως σε τέτοιες περιπτώσεις. Το 57% των Αμερικανών δεν είναι ικανοποιημένο από τον τρόπο που διαχειρίζεται την πανδημία (Ipsos – 7 Mαίου), το 53% δεν είναι ικανοποιημένο από την Προεδρία του γενικότερα (GSG -8 Μαίου), ενώ στην πρόθεση ψήφου λαμβάνει 38%, έναντι 44% του υποψηφίου των Δημοκρατικών (RMG -9 Mαίου).

Παράλληλα οι δημοσκοπήσεις αυτή τη στιγμή δίνουν προβάδισμα στον Μπάιντεν σε 5 από τις 6, κρίσιμες για το τελικό αποτέλεσμα, πολιτείες των ΗΠΑ. Και ενώ ο Τραμπ συνεχίζει να σαρώνει στους λευκούς άντρες χωρίς πανεπιστημιακή εκπαίδευση, φαίνεται να χάνει το μεγάλο προβάδισμα που είχε στις εκλογές του 2016 έναντι της Κλίντον, στις ηλικίες άνω των 65 ετών.

Τα παραπάνω στοιχεία δείχνουν ότι σχεδόν 6 μήνες πριν τη μεγάλη μάχη, η εύκολη νίκη του Τραμπ μετατρέπεται σε ντέρμπι και πλέον δεν υπάρχουν βεβαιότητες. Οφείλουμε φυσικά να σημειώσουμε ότι στις δημοσκοπήσεις της περιόδου, ρόλο εκτός από την πανδημία, παίζει προφανώς και η ενότητα που δείχνει το κόμμα των Δημοκρατικών και η πρόσφατη νίκη του Μπάιντεν στις εσωκομματικές εκλογές.

Η τελευταία ευκαιρία

Τι να περιμένουμε από εδώ και πέρα; Η τελευταία ευκαιρία του Τραμπ είναι η διαχείριση των οικονομικών συνεπειών της υγειονομικής κρίσης. Οι προβλέψεις όμως για τους επόμενους μήνες είναι πολύ δυσοίωνες για τις ΗΠΑ. Παράλληλα είναι βέβαιο ότι στην καμπάνια του θα χρησιμοποιήσει κάθε θεμιτό και αθέμιτο μέσο όπως συνηθίζει άλλωστε. Το ότι απέναντι του έχει έναν χλιαρό υποψήφιο, μεγάλης ηλικίας, ο οποίος δε φαίνεται να εμπνέει ιδιαίτερα, είναι βέβαιο ότι θα αξιοποιηθεί από το επιτελείο του.

Από την άλλη πλευρά, οι Δημοκρατικοί κατεβαίνουν ενωμένοι σε αντίθεση με το 2016 και θα αναδείξουν ότι έχουν απέναντι τους τον Πρόεδρο που «μίκρυνε τις ΗΠΑ» στα μάτια πολλών ψηφοφόρων. Θα αξιοποιήσουν σίγουρα το ότι ο Τραμπ διχάζει και κυρίως δε διστάζει να πει ψέματα για το οτιδήποτε. Το «no mas mentiras[3]» που δονούσε τις ισπανικές πλατείες το 2004 και έδωσε την απρόσμενη νίκη στον Θαπατέρο, μπορεί κάλλιστα να παίξει κεντρικό ρόλο στις φετινές αμερικάνικες εκλογές.

Τέλος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι εκλογές του 2020 σε σχέση με εκείνες του 2016 έχουν μια μεγάλη διαφορά. Τότε το διακύβευμα ήταν να μην εκλεγεί η Κλίντον. Τώρα είναι να φύγει ο Τραμπ.

[1] Ν. Δεμερτζής, Τέσσερα σχόλια για τις εκλογές του 2007 και το μετεκλογικό τοπίο, Επιστήμη και Κοινωνία, τχ19, σ. 161

[2] Βλέπε περισσότερα στο Π. Ιωαννίδης, Εκλογικές αναμετρήσεις υπό έκτακτες συνθήκες, στο Α-ΙΔ Μεταξάς, Συγκριτική Πολιτική – Συγκλίσεις και Αποκλίσεις, Εκδόσεις Σιδέρη, 2016, 159-175

[3] 3 μέρες πριν τις εκλογές το τρομοκρατικό χτύπημα στη Μαδρίτη, χρεώθηκε από την κυβέρνηση στη Βάσκικη ΕΤΑ, κάτι που τελικά δεν ίσχυε και οδήγησε χιλιάδες Ισπανούς στους δρόμους φωνάζοντας «Όχι άλλα ψέματα».

Ο Πέτρος Ιωαννίδης είναι πολιτικός αναλυτής της About People

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr