Σοκάρουν τα στοιχεία που επεξεργάστηκε η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ) για το brain drain.

Είναι γεγονός ότι ταλαντούχοι επιστήμονες εγκατέλειψαν την Ελλάδα τα χρόνια της κρίσης για να αναζητήσουν εργασία στο εξωτερικό.

Τώρα όμως που οι συνθήκες βελτιώνονται στην εγχώρια οικονομία ένα ερώτημα που γεννάται είναι πώς θα επιστρέψουν ξανά στη χώρα.

Ήδη η κυβέρνηση προσπαθεί με μια γενναία επιδότηση προσλήψεων να επαναπατρίσει 500.000 νέους υψηλών προσόντων και δεξιοτήτων, που εγκατέλειψαν τη χώρα την περίοδο 2008 – 2017.

Το κίνητρο που προσφέρεται στις επιχειρήσεις για τον επαναπατρισμό σε πρώτη φάση τουλάχιστον 500 Ελλήνων εργαζομένων του εξωτερικού, είναι η επιδότηση του 70% της αμοιβής τους (περίπου 2.000 ευρώ) από το ειδικό πρόγραμμα χρηματοδότησης των επιχειρήσεων που προσλαμβάνουν Έλληνες της διασποράς.

Η επιδότηση αυτή θα έχει διάρκεια ένα χρόνο, ενώ το πρόγραμμα «Ελλάδα Ξανά» θα ενσωματώνει υποχρέωση διατήρησης του εργαζόμενου με την ίδια αμοιβή, για άλλους 12 μήνες τουλάχιστον.

Το brain drain

Στην Ελλάδα, το 2010 καταγράφηκε ένα μεγάλο κύμα μετανάστευσης νέων επιστημόνων και επαγγελματιών. Το κύμα αυτό εντάθηκε το 2012 και μονιμοποιήθηκε τα επόμενα έτη λαμβάνοντας διαστάσεις μεγάλης φυγής, με τις ετήσιες εκροές ατόμων στην ηλικιακή ομάδα των 25-44 ετών να ξεπερνούν τις 50.000.

Συνολικά, μεταξύ 2008 και 2017 μετανάστευσαν περισσότερα από 467.000 άτομα της συγκεκριμένης ηλικιακής ομάδας. Αν και η Ελλάδα διαθέτει πλούσια μεταναστευτική εμπειρία, το σύγχρονο κύμα μετανάστευσης παρουσιάζει δύο σημαντικές διαφορές σε σχέση με τα ιστορικά προηγούμενα.

 

Πρώτον, περισσότεροι από 1 στους 3 αποδήμους είναι γυναίκες, με αρνητικές συνέπειες για τον ήδη χαμηλό δείκτη γονιμότητας, και δεύτερον, στην πλειονότητά τους είναι άτομα που διαθέτουν υψηλής ποιότητας ανθρώπινο κεφάλαιο.

Οι αλλαγές αυτές, σύμφωνα με την ΤτΕ, σχετίζονται με την άνοδο του εκπαιδευτικού επιπέδου στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, καθώς και με τη ζήτηση εργασίας από τις ευρωπαϊκές χώρες, οι οποίες αποτέλεσαν τις χώρες υποδοχής για μεγάλο τμήμα αποδήμων.

Οι περισσότερες έρευνες είναι ενδεικτικές του υψηλού μορφωτικού επιπέδου των Ελλήνων που μεταναστεύουν, με τους πτυχιούχους μηχανικούς και πτυχιούχους πληροφορικής να αποτελούν ένα ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό. Η υψηλή ανεργία των πτυχιούχων ανώτατης εκπαίδευσης, ήδη στα χρόνια πριν από την κρίση, πλήττει κυρίως τους επιστημονικούς κλάδους στους οποίους υπάρχει υπερεκπαίδευση.

Η ισχνή σύνδεση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας σε συνδυασμό με τους εξαιρετικά χαμηλούς ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης αποτέλεσαν κρίσιμους παράγοντες στην απόφαση μετανάστευσης.

Η απώλεια ανθρώπινου δυναμικού υψηλής μόρφωσης και κατάρτισης υποβαθμίζει τη σημασία της χώρας ως προορισμού επενδύσεων υψηλής προστιθέμενης αξίας και δυσχεραίνει τον ψηφιακό μετασχηματισμό της ελληνικής οικονομίας και κοινωνίας και τη μετάβασή της στην «οικονομία της γνώσης».

Εξίσου σημαντικές είναι και οι δευτερογενείς επιδράσεις, όπως αναδεικνύονται από τις επιδράσεις διαγενεακής αναπαραγωγής προτύπων συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό και απόκτησης υψηλότερου εκπαιδευτικού επιπέδου.

Οι προτάσεις της ΤτΕ

Η ΤτΕ προτείνει:

– Την παροχή άμεσων φορολογικών κινήτρων σε επαναπατριζόμενους επιστήμονες και σε επιχειρήσεις που προσλαμβάνουν τέτοιους επιστήμονες (για παράδειγμα μειωμένοι συντελεστές φορολόγησης και μειωμένες ασφαλιστικές εισφορές), καθώς και επενδυτικών κινήτρων.

Παρόμοια φορολογικά κίνητρα μπορούν να δοθούν και σε νεοφυείς επιχειρήσεις που ιδρύονται από επαναπατριζόμενους επιστήμονες, ενώ παράλληλα η παροχή φορολογικών κινήτρων για την ομαλή ένταξη των νεοεισερχόμενων ηλικίας κάτω των 25 ετών στην αγορά εργασίας μπορεί να ανακόψει την τάση φυγής.

– Οι επιχειρήσεις των κλάδων υψηλής προστιθέμενης αξίας θα είναι σε θέση να συμμετέχουν σε προγράμματα σύμπραξης με επιχειρήσεις του εξωτερικού, στα οποία η συμμετοχή των αποδήμων ως γέφυρας γνώσεων αποφέρει σημαντικά οφέλη για την εγχώρια οικονομία μέσω της μεταφοράς τεχνολογίας, τεχνογνωσίας και εμπειρογνωμοσύνης σε σύγχρονους τρόπους παραγωγής και διοίκησης που απέκτησαν κατά την παραμονή τους στο εξωτερικό.

– Η καταγραφή των αναντιστοιχιών στην αγορά εργασίας θα επιτρέψει την αποτελεσματική αναμόρφωση του εκπαιδευτικού συστήματος με γνώμονα τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας.

Γράψτε το σχόλιο σας