Με λύπη μου διαπιστώνω, ξανά και ξανά, ότι πολλά από τα μέλη του σημερινού πολιτικού προσωπικού εκφράζονται με τρόπο που απάδει προς τα αξιώματα που κατέχουν και κάθε άλλο παρά υπηρετεί τον παιδευτικό προπάντων ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν από τη θέση στην οποία έκαστος ή εκάστη έχει ταχθεί από την ελληνική κοινωνία.

Η ανωτέρω επισήμανσή μου αφορά κατά κύριο λόγο τα μέλη της κυβερνήσεως, και τούτο όχι επειδή τα στελέχη της μείζονος ή και της ελάσσονος αντιπολιτεύσεως με εντυπωσιάζουν με τις κατά καιρούς διατυπώσεις τους, αλλά επειδή όσοι και όσες συγκροτούν το κυβερνητικό σχήμα τυγχάνουν εξ ορισμού μεγαλύτερης προβολής και δημοσιότητας, με αποτέλεσμα να καθίσταται πολύ πιο ευχερής η μετάδοση των θέσεων και των λόγων τους στους πολίτες της χώρας μας.

Από τα αναρίθμητα παραδείγματα που θα μπορούσα να επικαλεστώ για να στηρίξω τον ισχυρισμό μου, αρκούμαι σε δύο, άκρως χαρακτηριστικά.

Πριν από λίγες μόλις ημέρες ο πρωθυπουργός της χώρας, ενόσω απευθυνόταν δημοσίως —και όχι κατά μόνας, το τονίζω αυτό— στον Νάσο Ηλιόπουλο, υποψήφιο δήμαρχο Αθηναίων με την υποστήριξη του κόμματός του, έκανε λόγο για την όχι και τόσο πολύ γνωστή «φάτσα» αυτού, προσπαθώντας να τον καταστήσει, ατυχώς κατά την άποψή μου, περισσότερο γνωστόν στο ευρύ κοινό.

Προφανώς, ο πρωθυπουργός έχει μια εντελώς δική του, ιδιόμορφη αντίληψη περί δημοσίου λόγου και κατ’ ιδίαν επικοινωνίας, δημοσίου και ιδιωτικού βίου εν γένει, όπως αποδεικνύει εξάλλου και το β’ ενικό πρόσωπο που χρησιμοποιεί κατά κανόνα, όταν απευθύνεται δημοσίως σε πολιτικούς με τους οποίους συνομιλεί, ακόμη και στον ίδιον τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Εξάλλου, τον προηγούμενο μήνα, η νομικός και Γ’ Αντιπρόεδρος της Βουλής των Ελλήνων, Τασία Χριστοδουλοπούλου, από τη θέση της προεδρεύουσας, αποτάθηκε ως εξής στους βουλευτές της μείζονος αντιπολιτεύσεως: «Έχετε πολλή πλάκα. Συνεχίστε, συνεχίστε. Ανεβείτε, ανεβείτε. Δώστε πόνο».

Νομίζω ότι οποιοδήποτε σχόλιο επί του προκειμένου είναι περιττό, πέραν του ότι η κυρία αντιπρόεδρος της βουλής και πρώην υπουργός φαίνεται δυστυχώς να μην έχει συναίσθηση του αξιώματος και της επιστημονικής ιδιότητάς της.

Αντί άλλου επιλόγου, λίγα λόγια περί του ήθους της γλώσσας από τον κατεξοχήν ποιητή της γλώσσας κατά Γ. Μπαμπινιώτη, τον Οδυσσέα Ελύτη:

«Εάν η γλώσσα αποτελούσε απλώς ένα μέσο επικοινωνίας, πρόβλημα δεν θα υπήρχε. Συμβαίνει όμως ν’ αποτελεί και εργαλείο μαγείας και φορέα ηθικών αξιών. Προσκτάται η γλώσσα στο μάκρος των αιώνων ένα ορισμένο ήθος. Και το ήθος αυτό γεννά υποχρεώσεις».

Γράψτε το σχόλιο σας