Γεννημένος λίγο μετά τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και μεγαλωμένος στο συντηρητικό περιβάλλον μιας τυπικής μεσοαστικής οικογένειας της τότε Αθήνας, άκουγα σε νεαρή ηλικία, ξανά και ξανά, προπάντων όταν μαζευόταν το σόι στο σπίτι μας τις μέρες των γιορτών, αφηγήσεις και ιστορίες που αφορούσαν τα δραματικά γεγονότα και τις πληγές του αδελφοκτόνου Εμφυλίου της δεκαετίας του ’40.

Όλες αυτές οι περιγραφές από τους συγγενείς μου που είχαν ζήσει τα φοβερά εκείνα γεγονότα είχαν κάτι κοινό: το σαφές ιδεολογικό πρόσημο. Ήταν πολύ εύκολο, ακούγοντάς τους, να διακρίνεις τους «πατριώτες» και τους «Ελασίτες», τους «εθνικόφρονες» και τους «αντιφρονούντες», τους «άνδρες του Εθνικού Στρατού» και τους «αντάρτες του ΔΣΕ», τους «καλούς» και τους «κακούς».

Είμαι βέβαιος ότι το ίδιο γινόταν και στα σπίτια των Ελλήνων και των Ελληνίδων που είχαν βρεθεί στην απέναντι όχθη την ταραχώδη εκείνη δεκαετία του ’40, αλλά και στα δύσκολα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Εκεί, βεβαίως, οι ρόλοι ήταν αντεστραμμένοι: άλλοι ήταν οι «καλοί», οι πραγματικοί λαϊκοί αγωνιστές, και άλλοι οι «κακοί», οι φασίστες, οι χίτες, οι ταγματασφαλίτες και οι γερμανοτσολιάδες.

Ως άνθρωπος που φύσει απεχθάνομαι τα άκρα και τις ακρότητες, στην πολιτική αλλά και στις ανθρώπινες σχέσεις γενικότερα, είχα από τότε ζωηρές αμφιβολίες για το κατά πόσον απέδιδαν οι προαναφερθείσες περιγραφές —ένθεν κακείθεν— την πραγματικότητα, ακόμα κι αν, σε ό,τι με αφορά, προέρχονταν από ιδιαίτερα αγαπητούς κατά τα άλλα ανθρώπους, με τους οποίους με συνέδεαν δεσμοί αίματος και τρυφερά αισθήματα.

Δεν μπορεί, σκεπτόμουν, να τα έχουν κάνει όλα καλά και άγια οι της «από δω πλευράς», και να έχουν διαπράξει εγκλήματα και προδοσίες μόνον οι της «από κει πλευράς». Εκτός αυτού, ήμουν αν μη τι άλλο σίγουρος ότι κάκιστα έπραξαν όσοι είχαν εξορίσει και είχαν εκτοπίσει ανθρώπους του αντίπαλου στρατοπέδου, μόνο και μόνο επειδή αυτοί αντιλαμβάνονταν αλλιώς τα πράγματα, είχαν άλλα ιδανικά κι άλλες αρχές.

Η εκ των υστέρων κτηθείσα πείρα της ζωής ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτόν τον προβληματισμό μου. Έχοντας τη δυνατότητα, λόγω των σπουδών αλλά και του επαγγελματικού αντικειμένου μου, να εντρυφήσω στα του Εμφυλίου, να μελετήσω τα επιχειρήματα και τις θέσεις των δύο αντιπάλων, συνειδητοποίησα ότι οι ευθύνες, τα λάθη και τα σφάλματα δε βαραίνουν μόνον τους νικητές ή μόνον τους ηττημένους.

Έχοντας αυτό ως οδηγό, πραγματικά εκπλήσσομαι όταν ακόμη και σήμερα, ύστερα από επτά ολόκληρες δεκαετίες, σημαίνουσες προσωπικότητες του δημόσιου βίου αλλά και πνευματικοί άνθρωποι, με τη βεβαιότητα του κατόχου και φορέα της απόλυτης αλήθειας, αρνούνται να κρίνουν τα γεγονότα με αντικειμενικότητα και αρκούνται στο να εξαπολύουν μύδρους κατά των ιδεολογικών αντιπάλων τους.

Είναι άραγε πραγματικά πεπεισμένοι ότι την ευθύνη για το βαθύ διχασμό του ελληνικού λαού και για όλα τα δεινά που ταλάνισαν τη χώρα μας κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, καθώς και στη μετεμφυλιακή περίοδο, φέρει η μία μόνο πλευρά, το ένα μόνο στρατόπεδο; Δε θα ήθελα να το πιστέψω.