Οι ακροάσεις για την έγκριση ενός προτεινόμενου από τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου είναι πάντοτε μια ιδιαίτερα φορτισμένη πολιτική διαδικασία στην Γερουσία των ΗΠΑ.

Ο λόγος είναι ότι μέσα στο περίπλοκο σύστημα διακυβέρνησης των ΗΠΑ όπου κυριαρχεί η λογική των checks and balances (ελέγχων και ισορροπιών) ανάμεσα στη νομοθετική, την εκτελεστική και τη δικαστική εξουσία, το Ανώτατο Δικαστήριο είναι ένας ιδιαίτερα κρίσιμος κόμβος.

Έχοντας τον τελικό λόγο σε κρίσιμες επιλογές που διαμορφώνουν το θεσμικό πλαίσιο των ΗΠΑ, η σύνθεσή του είναι πάντοτε ένα κρίσιμο πολιτικό επίδικο, όπως και οι ισορροπίες που διαμορφώνονται στο εσωτερικό του, ανάμεσα σε συντηρητικούς και φιλελεύθερους, σε υποστηρικτές του πρωτείου της ομοσπονδιακής νομοθεσίας ή των δικαιωμάτων των Πολιτειών, σε οπαδούς των ενεργητικών παρεμβάσεων ή της δικαστικής αυτοσυγκράτησης.

Από τη νομιμότητα κρίσιμων νόμων (από τη θανατική ποινή έως τις αμβλώσεις) μέχρι τη νομιμότητα της εκλογής Προέδρων, το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει πάντα τα πιο κρίσιμα ερωτήματα.

Σε αυτό το φόντο η απόφαση του Δικαστή Άντονι Κένεντι να πάψει να είναι πλήρες μέλος του Δικαστηρίου, άνοιξε το δρόμο για να μπορεί ο Ντόναλντ Τραμπ να διορίσει και αυτός έναν Δικαστή κοντά στις απόψεις του.

Το πρόβλημα είναι ότι ο Δικαστής Κάβανο, μπορεί να έχει τα τυπικά προσόντα που αναλογούν σε μια τέτοια θέση, συμπεριλαμβανομένων και αρκετά συντηρητικών απόψεων, όμως έχει και απόψεις που μπορεί να αποβούν ιδιαίτερα χρήσιμες εάν ο Πρόεδρος Τραμπ βρεθεί ποτέ αντιμέτωπος με το Ανώτατο Δικαστήριο.

Πιο συγκεκριμένα, παρότι ο Κάβανο υπήρξε βοηθός του Κένεθ Σταρ στην δίωξη κατά του Πρόεδρου Κλίντον και μάλιστα συνέταξε και σημαντικό μέρος της Έκθεσης που οδήγησε την παραπομπή του Κλίντον, εντούτοις στη συνέχεια οι απόψεις του είναι γενικά αρνητικές ως προς τα όρια και τις δυνατότητες δίωξης και παραπομπής ενός Προέδρου.

Διώξη

Με τον Ντόναλντ Τραμπ να έχει μια σειρά από δικαστικά προβλήματα, που μπορεί στο τέλος να καταλήξουν ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου, η χρησιμότητα ενός Δικαστή που δεν είναι φανατικά υπέρ της δίωξης των Προέδρων είναι προφανής.

Αυτό μπορεί να εξηγήσει και την ιδιαίτερη φόρτιση που είχε η πρώτη μέρα των ακροάσεων για την έγκριση της υποψηφιότητάς του ενώπιον της αμερικανικής Γερουσίας. Οι Δημοκρατικοί έκαναν ό,τι μπορούσαν για να δείξουν την αντίθεσή τους στην  τοποθέτησή του στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Ούτως ή άλλως, είχε ήδη ρίξει λάδι στη φωτιά η απόφαση να μη δοθεί στα μέλη της Γερουσίας ένας μεγάλο αριθμό εγγράφων που αφορούσαν την περίοδο που ο Κάβανο εργαζόταν στο γραφείο του νομικού συμβούλου του Λευκού Οίκου επί προεδρίας του Τζωρτζ Μπους, με επίκληση του απόρρητου των επικοινωνιών ανάμεσα στο δικηγόρο και τον πελάτη του. Την απόφαση στηρίζει η Ρεπουμπλικανική πλειοψηφία της Γερουσίας.

Από την άλλη, οι Δημοκρατικοί επιμένουν ότι αυτά τα έγγραφα είναι ιδιαίτερα σημαντικά γιατί δείχνουν τις απόψεις του Κάβανο πάνω στο θέμα των ορίων της εκτελεστικής εξουσίας και ειδικότερα των ορίων (αλλά και της όποιας ασυλίας) της εξουσίας του Προέδρου των ΗΠΑ.

Οι Δημοκρατικοί εξαρχής επέμειναν ότι το θέμα είναι ότι ένας Πρόεδρος που βρίσκεται υπό δικαστική διερεύνηση επί της ουσίας, έστω και εάν δεν του έχουν απαγγελθεί κατηγορίες, του οποίου συνεργάτες είναι κατηγορούμενοι, προσπαθεί να διορίσει έναν Δικαστή του Ανώτατου Δικαστηρίου ο οποίος θα έχει την κρίσιμη ψήφο σε θέματα όπως το εάν θα πρέπει να διαταχθεί να καταθέσει ο Πρόεδρος ή εάν και κατά πόσο στέκει μια τυχόν παραπομπή του.

Επιπλέον, οι Δημοκρατικοί κατηγορούν τον Κάβανο ότι εάν εκλεγεί θα χρησιμοποιηθεί η θέση του για να ακυρωθεί η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου (η περίφημη απόφαση “Roe v. Wade”) που επιτρέπει τις αμβλώσεις στις ΗΠΑ.

Όταν ο Τραμπ ειρωνεύεται τον ίδιο τον υπουργό Δικαιοσύνης του

Την ίδια στιγμή, ο ίδιος ο Τραμπ φαίνεται πώς βρίσκεται σε μια συνολικότερη αντίθεση με τους θεσμούς της δικαιοσύνης. Αυτή η  αντίθεση περιλαμβάνει ακόμη και τον υπουργό Δικαιοσύνης της ίδιας της κυβέρνησής του (που είναι με βάση το αμερικανικό σύνταγμα και ο ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός), τον Τζεφ Σέσιονς.

Ο Τραμπ είναι πολύ δυσαρεστημένος επειδή ο Σέσιονς δεν έχει σταματήσει την δικαστική έρευνα του ειδικού ανακριτή Ρόμπερτ Μιούλερ ως προς την υποτιθέμενη ρωσική ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές.

Πρόσφατα ο Τραμπ επιτέθηκε με πολύ έντονο τρόπο στον Σέσιονς κατηγορώντας το υπουργείο Δικαιοσύνης ότι προχώρησε στις παραπομπές δύο δημοφιλών Ρεπουμπλικανών μελών της Βουλής των αντιπροσώπων, τον Κρις Κόλινς από τη Νέα Υόρκη και τον Ντάνκαν Χάντερ από την Καλιφόρνια, λίγο πριν τις εκλογές του Νοεμβρίου για το Κογκρέσο.

Κατά την προσφιλή του μέθοδο έγραψε σχετικά στο twitter: «Δύο μακρόχρονες έρευνες από την εποχή του Ομπάμα για δύο πολύ δημοφιλή μέλη του Κογκρέσου από το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα κατέληξαν σε πολυδιαφημισμένες κατηγορίες, λίγο πριν από τις εκλογές στο μέσο της θητείας, από το Υπουργείο Δικαιοσύνης του Τζέφ Σέσιονς. Δύο εύκολες νίκες τώρα είναι αμφίβολες γιατί δεν υπάρχει αρκετός καιρός. Μπράβο Τζεφ».

Όπως αντιλαμβανόμαστε δεν είναι τόσο συνηθισμένο, ένας Πρόεδρος να ειρωνεύεται τον υπουργό Δικαιοσύνης και να τον κατηγορεί ότι διακυβεύει την εκλογή δύο Ρεπουμπλικάνων πολιτικών, επειδή βιάστηκε να ολοκληρώσει δικαστικές έρευνες.

Ιδίως όταν τις ίδιες μέρες έχει ξεσπάσει θόρυβος για το αναμενόμενο βιβλίο του βετεράνου δημοσιογράφου Μπομπ  Γούντγουορντ για τον Λευκό Οίκο επί προεδρίας Τραμπ όπου εκτός των άλλων αναφέρεται ότι ο Τραμπ θεωρεί τον Σέσιονς «νοητικά καθυστερημένο».

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν είναι  ο πρώτος Πρόεδρος που συναντά προβλήματα με τη δικαιοσύνη. Και όπως και στις άλλες περιπτώσεις (ας θυμηθούμε τον Ρίτσαρντ Νίξον και τον Μπιλ Κλίντον) η δικαστική διερεύνηση αντιπροσωπεύει βαθύτερες διαιρέσεις και αντιθέσεις που υπερβαίνουν κατά πολύ το τυπικό επίδικο.

Έτσι και τώρα τόσο η σε βάρος του έρευνα όσο και η σύγκρουση για την επιλογή του να προτείνει τον Μπρετ Κάβανο εντάσσονται σε βαθύτερες και ευρύτερες διαιρέσεις για την κατεύθυνση που πρέπει να πάρει η αμερικανική πολιτική και προς το εξωτερικό και προς το εσωτερικό.

 

 

 

 

Γράψτε το σχόλιο σας