Νεκρός, με εμφανείς μώλωπες στον λαιμό και το πρόσωπο, βρέθηκε στη 01:00 τα ξημερώματα του Σαββάτου, στο διαμέρισμά του επί της οδού Ζακύνθου 3 στην Κυψέλη, ο γνωστός συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας. Τον συγγραφέα εντόπισε νεκρό ο ανιψιός του, ο οποίος ειδοποίησε τις αρχές.

Η αστυνομία εξετάζει όλα τα ενδεχόμενα.

Σύμφωνα με όσα έχουν γίνει γνωστά, στην πόρτα του διαμερίσματος δεν βρέθηκαν ίχνη παραβίασης, ωστόσο το εσωτερικό του ήταν επιλεκτικά ψαγμένο. Επίσης, οι πρώτες πληροφορίες αναφέρουν ότι δεν έφερε χτυπήματα από όπλο ή άλλο αιχμηρό αντικείμενο.

Τα ακριβή αίτια του θανάτου αναμένεται να εξακριβωθούν τη Δευτέρα, μετά τη διενέργεια νεκροψίας-νεκροτομής.{{{ map }}}

Ο Μένης Κουμανταρέας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1931. Το 1948 έζησε για έξι μήνες κοντά στον αδερφό του πατέρα του στο Λονδίνο, όπου ήρθε σε επαφή με την εκεί πολιτιστική κίνηση. Τον επόμενο χρόνο αποφοίτησε από το Πρότυπο Λύκειο Αθηνών και τη συνέχεια σπούδασε νομικά και φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στο ναυτικό και εργάστηκε για είκοσι χρόνια υπάλληλος ναυτιλιακών και ασφαλιστικών εταιρειών. Το 1972 σπούδασε με υποτροφία στο Βερολίνο για έξι μήνες.

Στη λογοτεχνία πρωτοεμφανίστηκε το 1962 με την έκδοση της συλλογής διηγημάτων «Τα μηχανάκια». Κείμενά του δημοσιεύτηκαν σε πολλά λογοτεχνικά περιοδικά, όπως τα Εκλογή, Επιθεώρηση Τέχνης, Τραμ, Ηριδανός, Ο Ταχυδρόμος, Οδός Πανός, η λέξη και άλλα.

Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας συμμετείχε στην αντιστασιακή έκδοση «18 κείμενα» και οδηγήθηκε τέσσερις φορές σε δίκη για το έργο του «Το αρμένισμα». Τιμήθηκε με το κρατικό βραβείο διηγήματος (1967 για το «Αρμένισμα») και το κρατικό βραβείο μυθιστορήματος (1975 για τη «Βιοτεχνία υαλικών»).

Ήταν ιδρυτικό μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων και από το 1982 ως το 1986 ήταν μέλος του Δ.Σ. της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Έργα του μεταφράστηκαν στα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά. Ο Μένης Κουμανταρέας τοποθετείται χρονολογικά στη λεγόμενη δεύτερη μεταπολεμική γενιά της ελληνικής πεζογραφίας. Η γραφή του κινείται στα όρια ανάμεσα στον κοινωνικό ρεαλισμό με έμφαση στην απεικόνιση των αλλοτριωτικών κοινωνικών μηχανισμών και την ποιητική έκφραση του αισθήματος της φθοράς και της χαμένης αθωότητας της νεανικής ηλικίας.

Πληροφορούμενος την είδηση του θανάτου του Μένη Κουμανταρέα, ο υπουργός Πολιτισμού Κώστας Τασούλας δήλωσε:

«Ο τραγικός θάνατος του Μένη Κουμανταρέα στέρησε την ελληνική λογοτεχνία από έναν από τους κορυφαίους πεζογράφους της και τη χώρα από έναν ενεργό πολίτη.

» Για περισσότερο από μισόν αιώνα, από Τα μηχανάκια του 1962 έως το Ο θησαυρός του χρόνου, που εκδόθηκε μόλις πρόσφατα, ο Κουμανταρέας παρακολούθησε με απαράμιλλη ευαισθησία και ενάργεια, καθώς και με γοητευτικά προσωπική γραφή τον εσωτερικό παλμό και τις προσδοκίες τού σύγχρονου ανθρώπου, της ίδιας της ελληνικής κοινωνίας.

» Εκφράζω τα θερμά μου συλλυπητήρια στους οικείους του».

«Αποτροπιασμό» και «βαθειά λύπη για την δολοφονία του Μένη Κουμανταρέα, ενός πνευματικού ανθρώπου που άφησε έντονο το αποτύπωμα του  στα ελληνικά γράμματα» εξέφρασε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ και αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Ευάγγελος Βενιζέλος.

«Εξέχον μέλος αυτού που ονομάστηκε ‘δεύτερη μεταπολεμική γενιά’ των Ελλήνων πεζογράφων, πολυγραφότατος, πολυβραβευμένος και πολυμεταφρασμένος, αποτέλεσε μία ξεχωριστή περίπτωση. Η ματιά του, ρεαλιστική και ποιητική μαζί, μας έδωσε εξαιρετικά κείμενα που αγκαλιάστηκαν από κοινό και κριτική. Ένας  πραγματικά σπουδαίος συγγραφέας και ένας σεμνός άνθρωπος που εργάστηκε αθόρυβα και ακαταπόνητα, ζώντας πάντοτε στην καρδιά της αγαπημένης του πόλης, που ποτέ δεν εγκατέλειψε. Απευθύνω τα θερμότερα συλλυπητήρια μου στην οικογένειά του» ανέφερε σε γραπτή δήλωσή του ο κ. Βενιζέλος.

«Μείναμε με τους θησαυρούς σου, με αυτά τα βιβλία μεγαλώσαμε. Και σήμερα ‘η μυρωδιά τους μας κάνει να κλαίμε’» σχολιάζει Το Ποτάμι τον θάνατο του Μένη Κουμανταρἐα, σημειώνοντας ότι «εδώ και ένα μήνα κυκλοφορεί στα βιβλιοπωλεία Ο θησαυρός του χρόνου, το τελευταίο βιβλίο του» που «δεν είναι ο μόνος θησαυρός από κείνον. Είναι και τα Μηχανάκια, η Βιοτεχνία Υαλικών, Η Κυρία Κούλα, Η φανέλα με το εννιά, Η μυρωδιά τους με κάνει να κλαίω, Η μέρα για τα γραπτά κι η νύχτα για το σώμα, και όλα τα άλλα, και ο Θάνατος στο Βαλπαραΐζο…»


Newsroom ΑΛΤΕΡ ΕΓΚΟ