Πτώχευση κήρυξε η γερμανική εταιρεία κατασκευών, Philipp Holzmann
Αίτηση για κήρυξη πτώχευσης κατέθεσε, την Πέμπτη, ο κατασκευαστικός κολοσσός της Γερμανίας, Philipp Holzmann. Η κίνηση αυτή ακολουθεί την έκκληση που έκανε προς τις τρεις μεγαλύτερες γερμανικές τράπεζες για ένα σχέδιο σωτηρίας, που δεν καρποφόρησε.
Αίτηση για κήρυξη πτώχευσης κατέθεσε, την Πέμπτη, ο κατασκευαστικός κολοσσός της Γερμανίας, Philipp Holzmann. Η κίνηση αυτή ακολουθεί την έκκληση που έκανε προς τις τρεις μεγαλύτερες γερμανικές τράπεζες για ένα σχέδιο σωτηρίας, που δεν καρποφόρησε.
Η Commerzbank, η HVB και η Dresdner Bank δεν έδειξαν ιδιαίτερο ενθουσιασμό για να εμπλακούν στη διαδικασία σωτηρίας της Holzmann, για δεύτερη φορά από το 1999, οπότε ο Γερμανός καγκελάριος, Γκέρχαρντ Σρέντερ, είχε αποτρέψει με αυτό τον τρόπο το μοιραίο.
Οι τρεις τράπεζες εκτίμησαν πως το σχέδιο σωτηρίας δεν θα την έσωζε, στην πραγματικότητα, και δεν θα την εμπόδιζε από την επανακύλιση στο βούρκο των προβλημάτων· «θα κέρδιζε απλώς λίγο χρόνο, αλλά δεν προσέφερε εγγυήσεις για το μέλλον», όπως εκτιμούσε η Commerzbank.
Συνέπεια αυτής της στάσης ήταν η έκδοση της λιτής ανακοίνωσης της εταιρείας για την κήρυξη πτώχευσης, που βάζει τέλος σε μία ιστορία 150 χρόνων δραστηριότητάς της στον γερμανικό κατασκευαστικό τομέα. Περίπου 25.000 εργαζόμενοι θα χάσουν τη δουλειά τους από την εξέλιξη αυτή, γεγονός που έχει και πολιτικές συνέπειες, έξι μήνες πριν τις επερχόμενες εκλογές, στις οποίες κυριαρχεί το θέμα της ανεργίας.
Ωστόσο, τα περιθώρια ελιγμών για την γερμανική κυβέρνηση είναι μικρά: Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει δώσει σαφής περιρισμούς αναφορικά με το δημόσιο έλλειμμα και ο υπόλοιπος κατασκευαστικός κλάδος ποτέ δεν είδε με καλό μάτι την διατήρηση στη ζωή μίας εταιρείας που πέρυσι μόνο είχε ζημίες 200 εκατ. ευρώ.
«Η επιβίωση της Holzmann τα δύο τελευταία χρόνια ζημίωσε όλον τον κλάδο», δήλωσε ο Καρλ Ρομπλ, επικεφαλής του συνδέσμου κατασκευαστικών εταιρειών, ο οποίος εκπροσωπεί 50.000 επιχειρήσεις.
Στο μεταξύ, οι μετοχές της Holzmann έπεσαν στο χαμηλότερο σημείο της ιστορίας τους, στα 2,72 ευρώ, κατά την πρωινή συνεδρίαση, μόλις επιτράπηκε η διαπραγμάτευσή της, η οποία είχε διακοπεί. Την πτώση ακολούθησαν και οι τράπεζες που αποτελούν πιστωτές της.