Αντίθετη με το κοινοτικό δίκαιο η χρηματοδότηση του Ταμείου Νομικών
Οι επιβαρύνσεις που επιβάλλονται επί του κεφαλαίου των ΑΕ και των ΕΠΕ κατά τη σύσταση, τη δημοσίευση και την τροποποίηση του καταστατικού και την αύξηση του κεφαλαίου τους, είναι αντίθετες με το κοινοτικό δίκαιο, σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Aντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο είναι -σύμφωνα με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου- οι ισχύουσες εδώ και χρόνια στην Ελλάδα, βάσει του νομοθετικού διατάγματος 4114/1960, ειδικές επιβαρύνσεις, οι οποίες επιβάλλονται επί του κεφαλαίου των Ανωνύμων Εταιριών και των Εταιριών Περιορισμένης Ευθύνης κατά τη σύσταση, τη δημοσίευση και την τροποποίηση του καταστατικού και κατά την αύξηση του κεφαλαίου τους.
Το νομοθετικό διάταγμα αφορούσε στη χρηματοδότηση του Ταμείου Νομικών και του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων, με την επιβολή εισφορών επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων. Πρόκειται κυρίως για τις επιβαρύνσεις που επιβάλλονται:
* Κατά τη σύμπραξη συμβολαιογράφου στην κατάρτιση της πράξεως συστάσεως ανώνυμης εταιρείας ή εταιρείας περιορισμένης ευθύνης.
* Κατά την υποχρεωτική δημοσίευση του καταστατικού οποιασδήποτε εμπορικής εταιρείας.
* Κατά την αύξηση του κεφαλαίου εταιρείας περιορισμένης ευθύνης που πραγματοποιείται εντός 12 μηνών από τη σύστασή της.
* Κατά τη δημοσίευση των αρχικών ή τροποποιημένων καταστατικών των προσωπικών εταιρειών και των εταιρειών περιορισμένης ευθύνης που εδρεύουν στην περιφέρεια του Πρωτοδικείου Αθηνών.
Σύμφωνα με την απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, που εκδόθηκε κατόπιν σχετικής προσφυγής της Κομισιόν, με αυτές τις επιβαρύνσεις η Ελλάδα παρενέβη τις διατάξεις μιας κοινοτικής Οδηγίας του 1969 (περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων), σκοπός της οποίας είναι η προώθηση της ελεύθερης κινήσεως των κεφαλαίων στην ευρωπαϊκή κοινότητα και ο περιορισμός της επιβολής στις εταιρείες έμμεσων φόρων, όπως είναι ο φόρος εισφοράς ή το τέλος χαρτοσήμου.
Στην Οδηγία αυτή επισημαίνεται επίσης, μεταξύ άλλων, ότι ο ενδεχομένως επιβαλλόμενος φόρος εισφοράς δεν μπορεί να υπερβαίνει το 1% της αξίας των φορολογουμένων πράξεων.
Σύμφωνα με την Κομισιόν, αυτές οι επιβαρύνσεις είναι αντίθετες με την Οδηγία περί των εμμέσων φόρων των επιβαλλομένων επί των συγκεντρώσεων κεφαλαίων, διότι συνιστούν πρόσθετους φόρους σε σχέση με τον φόρο εισφοράς. Σε ορισμένες περιπτώσεις, σημειώνει η Κομισιόν, οι επιβαρύνσεις αυτές υπερβαίνουν κατά 2,8% το ανώτατο όριο του 1% που επιτρέπει η Οδηγία (και φθάνουν συνολικά το 3,8%).
Αιτιολογώντας τη σημερινή απόφασή του, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επισήμανε τα εξής:
* Πρώτον, υπενθυμίζει ότι ο χαρακτηρισμός ενός φόρου πραγματοποιείται σε συνάρτηση με τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά του.
* Δεύτερον, τονίζει ότι η Οδηγία απαγορεύει κάθε φόρο που -ακόμη και αν δεν πλήττει τις εισφορές κεφαλαίου- έχει τα ίδια χαρακτηριστικά γνωρίσματα με το φόρο εισφοράς και εισπράττεται λόγω των διατυπώσεων που συνδέονται με τη νομική μορφή της εταιρίας.
Επομένως, οι επιβαρύνσεις που επιβάλλονται στην Ελλάδα στις εταιρείες κατά τη διεκπεραίωση των διατυπώσεων που αφορούν στη σύσταση και τη νομική μορφή τους, πλήττουν τη συγκέντρωση των κεφαλαίων και είναι αντίθετες προς τους σκοπούς της Οδηγίας.
* Τέλος, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο απέκλεισε το ενδεχόμενο να έχουν ανταποδοτικό χαρακτήρα οι επιβαρύνσεις που έχει θεσπίσει η Ελλάδα (πράγμα που θα τις καθιστούσε νόμιμες), καθώς το ύψος τους δεν έχει καμία σχέση με το κόστος συγκεκριμένης υπηρεσίας και τα σχετικά έσοδα δεν περιέρχονται πλήρως ή αποκλειστικώς στο φυσικό ή νομικό πρόσωπο που παρέχει την υπηρεσία.