Η διαρκής εθνική μας ομφαλοσκόπηση, με την γκρίνια μας να τη συνοδεύει ως μόνιμο «μουσικό χαλί», εμποδίζει συχνά να φθάσει ως εμάς ο απόηχος, πόσω μάλλον ν’ αντικρίσουμε τη φρίκη που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της καθημερινότητας σε άλλες (σχετικά κοντινές) γειτονιές γύρω από τη μεσογειακή λεκάνη. Διάφορα αστροπελέκια ενίοτε, από εκείνα που χαρακτηρίζουμε συλλήβδην ως «ειδεχθή εγκλήματα», μας υπενθυμίζουν ότι ο τρόμος αλλού δεν κυριαρχεί περιστασιακά και κατ’ εξαίρεσιν, αλλά είναι «αποδεκτός» ως έκφανση μιας νοσηρής «κανονικότητας»: οι μεσανατολίτες γείτονές μας, εδώ και πολλά χρόνια, έχουν μάθει να συγκατοικούν με τον τρόμο και να μην του δίνουν τόση σημασία, όση του δίνουμε εμείς, οι δυτικοί «ευαισθητούληδες».

Πρόσφατα, δύο συγκλονιστικές ταινίες, μια από τη Συρία και μια από την Τυνησία, παραβίασαν τη θερινή μας ραστώνη και ήχησαν στα μάγουλά μας σαν δυνατά σκαμπίλια. Με την πρώτη, το ντοκιμαντέρ «Για τη μικρή Σαμά» -πώς μεγαλώνεις ένα μωρό παιδί στο Χαλέπι, μια πόλη που βομβαρδίζεται ανελέητα από την… κυβέρνησή σου και τους συμμάχους της; – ασχοληθήκαμε διεξοδικά από αυτήν εδώ τη σελίδα («ΤΑ ΝΕΑ», 1/6/2021). Η δεύτερη -«Ενας γιος», το κινηματογραφικό ντεμπούτο του Μεχντί Μπαρσάουι – δεν είναι ντοκιμαντέρ, αλλά έχει γυριστεί σαν ντοκιμαντέρ και, κυρίως, δεν υπολείπεται σε φόρτιση και αμεσότητα από ένα ντοκιμαντέρ. Μιλάει για τις «παράπλευρες απώλειες» στην Τυνησία, τη χώρα που πυροδότησε την Αραβική Ανοιξη, όταν τον Δεκέμβριο του 2010 ο Μοχάμεντ Μπουαζίζι, ένας 26χρονος εξαθλιωμένος υπαίθριος μικροπωλητής, δεν άντεξε τις απανωτές ταπεινώσεις και τα «λαδώματα» των αστυνομικών, αυτοπυρπολήθηκε και άφησε την τελευταία του πνοή δεκαοκτώ ημέρες αργότερα. Η πυρκαγιά που άναψε ο Μπουαζίζι, με πυρσό το  ίδιο του το σώμα, κατέκαυσε εντός ολίγων εβδομάδων το αυταρχικό καθεστώς (από το 1987) του τυνήσιου προέδρου Ζιν ελ Αμπιντίν Μπεν Αλι,  ξέφυγε γρήγορα από κάθε έλεγχο, μεταλαμπαδεύτηκε στα περισσότερα δικτατορικά αραβικά καθεστώτα και σε δύο από αυτά – του Μουαμάρ Καντάφι και του Μπασάρ Αλ Ασαντ – αναμόχλευσε πολυαίμακτους εμφυλίους πολέμους που διαρκούν μέχρι σήμερα.

Στην ταινία του ο Μπαρσάουι πιάνει τον αφηγηματικό μίτο κατά την κορύφωση της λαϊκής εξέγερσης στη Λιβύη, τη στιγμή που τα σύνορά της με την Τυνησία είναι ουσιαστικά αφύλακτα, κάθε έννοια δικαίου έχει καταλυθεί και γνωρίζει νέο πεδίον δόξης λαμπρόν ένα λαθρεμπόριο που προηγήθηκε της Αραβικής Άνοιξης και σίγουρα θα εξακολουθήσει να υπάρχει και μετά από αυτήν: το λαθρεμπόριο ανθρωπίνων οργάνων, με προτίμηση στα παιδικά που, από πλευράς συμβατότητας, είναι και τα πιο δυσεύρετα. Εκατοντάδες μικρά ορφανά του λιβυκού εμφυλίου περιφέρονται στους δρόμους αδέσποτα, δελεάζονται ή απάγονται χωρίς περιττά προσχήματα από τυνήσιους αετονύχηδες και οδηγούνται κυριολεκτικά ως σφάγια σε παράνομες ιδιωτικές κλινικές για να δώσουν ένα κομμάτι ή και ολόκληρο το συκώτι τους, το ένα ή και τα δύο τους νεφρά ή όποιο άλλο ζωτικό όργανο χρειάζεται (και ακριβοπληρώνουν οι γονείς του, προκειμένου να το βρουν στη μαύρη αγορά) κάποιος συνομήλικός τους.

Αυτοί οι άκακοι αμνοί είναι παιδιά κάποιων, έστω και αν δεν πρόλαβαν να γνωρίσουν ποιων, κι έτσι φωτίζεται από μια αναπάντεχη ηθική οπτική το ερώτημα κατά πόσον έχει σημασία εάν ο γιος του κεντρικού ήρωα, το παιδί που πρέπει επειγόντως να κάνει μεταμόσχευση ήπατος, είναι πράγματι ο «γιος του» – άλλα φανερώνει η εξέταση του DNA του – ή απλώς «ένας γιος», όπως και ο ανώνυμος ακούσιος δότης του ήπατος. Σπαραχτικά ερωτήματα που συνυφαίνουν στο ίδιο τραγικό πεπρωμένο τις «παράπλευρες απώλειες» της Αραβικής Ανοιξης, όμοια με τις «παράπλευρες απώλειες» κάθε πολέμου.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο