O Δημήτρης Καραντζάς είναι από τα παιδιά που αγάπησε από πολύ νωρίς το θέατρο και εκείνο του ανταπέδωσε την αγάπη αλλά και τη σκληρή δουλειά.

Από πολύ μικρός ο Δημήτρης ανέλαβε σκηνοθεσίες σπουδαίων έργων, χωρίς ποτέ να φοβηθεί να καταθέσει την δική του ματιά, τη δική του οπτική πάνω σε ερωτήματα καθημερινά αλλά και αιώνια.

Πάντα χαμηλών τόνων, ντροπαλός και μακριά από κάμερες και παιχνίδια δημοσιότητας ο νεαρός Δημήτρης γαλουχήθηκε δίπλα σε σπουδαίους και κατάφερε να γίνει ένας από αυτούς.

Και φέτος κάνει ένα ακόμα βήμα. Μαζί με τον Φοίβο Δεληβοριά αποδέχθηκε την πρόταση του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά και σκηνοθετεί μια… επιθεώρηση.

Άγνωστο είδος για τους καλλιτέχνες της γενιάς του, αλλά πολύ αγαπημένο του ίδιου η επιθεώρηση γίνεται η φόρμα για να παρουσιάσει στο κοινό όσα συνέβησαν στην ελληνική κοινωνία όχι τόσο το 1821, αλλά από εκεί και πέρα.

Με πολύ χιούμορ αλλά και καυστικά κείμενα σπουδαίων καλλιτεχνών, ένας ετερόκλητος θίασος θα ανέβει για πρώτη φορά στις 4 Ιουνίου στο Βεάκειο Θεάτρο και θα μας δείξει το έργο «1821 – η Επιθεώρηση».

Ο Δημήτρης Καραντζάς -ούτε που θυμάμαι πόσα χρόνια μετά από εκείνο τον πρώτο καφέ στην Ηπείρου και μετά από δεκάδες κείμενα και συνεντεύξεις μιλάει στο in.gr λίγες μέρες πριν δει το εγχείρημα του να παίρνει σάρκα και οστά στη σκηνή.

Το έργο «1821-η επιθεώρηση» είναι ένα έργο τελείως διαφορετικό από αυτά που σε έχουμε συνηθίσει να κάνεις τα τελευταία χρόνια. Φοβήθηκες την πρόκληση;

Φοβήθηκα. Αλλά αυτός ακριβώς ήταν και ο λόγος που δέχτηκα. Οποιουδήποτε είδους ρίσκο με ελκύει πολύ περισσότερο από μια γνωστή και ασφαλή κατεύθυνση. Επιπλέον αυτή η άγνωστη περιοχή, αυτό το άγνωστο είδος έχει τόση ελευθερία και «αναρχία», μπορεί ανά δεκάλεπτο να αλλάζει ύφος, να γλιστράει από το δράμα στην κωμωδία, από την πρόζα στο τραγούδι, από τη σιωπή στον εκκωφαντικό ήχο – όλα αυτά είναι προκλήσεις τρομερά πολύτιμες και ασυνήθιστες. Σε μια χρονική στιγμή με τόση ψυχολογική πίεση λόγω πανδημίας, μετά από τόσο μακρά παύση που σχεδόν έχασα την ιδιότητά μου – ήθελα τρομερά να καταπιαστώ με κάτι που θα με ανοίξει και θα με απελευθερώσει κι εμένα. Έπειτα σε αυτό το άλμα στο κενό, δεν πέφτω μόνος μου – έχω την ευτυχία να βρίσκομαι με τρομερά ταλαντούχους ανθρώπους.

Η επιθεώρηση είναι ένα είδος το οποίος είχε παρακμάσει όταν εσύ άρχισες να ασχολείσαι με το θέατρο. Πρόλαβες να δεις κάποια επιθεώρηση που σε εντυπωσίασε;

Έχω δει επανειλημμένα σε βίντεο κομμάτια από επιθεωρήσεις του «Ελεύθερου Θεάτρου» και πάντα θαύμαζα την τόλμη, το χιούμορ και την επιμονή της ομάδας αυτής. Είχαν τρομερό θάρρος, σε μια εποχή με έντονη λογοκρισία και κοινωνική αναταραχή και κατάφερναν σε κάθε συνθήκη να είναι ριζοσπαστικο , πραγματικά ελεύθεροι και αντισυμβατικοί, χωρίς να δίνουν λογαριασμό – όλα αυτά που κανονικά θα όφειλε να κάνει η Επιθεώρηση. Δεν είναι τυχαίο που ακόμα είναι σημείο αναφοράς οι παραστάσεις τους, πέτυχαν κάτι σπουδαίο που ένωσε πολλούς ανθρώπους και άνοιξε ένα νέο δρόμο στο θέατρο.

Μια θεματική επιθεώρηση όπως το «1821» έχει κίνδυνο να γίνει «φθηνή» ή να περιοριστεί σε ένα ρόλο καταγγελτικό;

Στο θέατρο οτιδήποτε δεν γίνεται με φροντίδα, προσοχή, αντικειμενικότητα (όση μπορεί να υπάρξει μέσα από μια υποκειμενική ματιά) κινδυνεύει να γίνει φτηνό. Εκτός αυτού στόχος μας δεν είναι να καταγγείλουμε αλλά να παραθέσουμε επιλεγμένες στιγμές και συμπτώματα από τα 200 αυτά χρόνια και η κριτική να προκύψει μέσα από τη σύνθεση και το συνδυασμό που θα κάνει ο καθένας. Δεν έχει γραφτεί κάτι που να θέλει να καταγγείλει, να λαϊκίσει ή να κάνει κήρυγμα – δεν είναι κι όλας στις λειτουργίες της Επιθεώρησης αυτό. Βασική της λειτουργία είναι να μιλήσει για όλα, να τα καυτηριάσει όλα με έναν τρόπο που θα μπορεί να ενώσει ακόμα και τους φανατισμένους. Το κύριο γόητρο της είναι το χιούμορ, στο οποίο προσωπικά δεν αντιστέκομαι. Με χιούμορ μπορώ να ακούσω και να αφομοιώσω και το πιο σκληρό πράγμα.

Σαν χώρα είμαστε πολύ βαθιά συνδεδεμένη με την Επανάσταση του 1821. Υπάρχουν θεατές που μπορεί να ενοχληθούν με κάποιες σκηνές;

Θέλω να πιστεύω πως όχι. Είμαστε σε πολωμένη περίοδο βέβαια και αυτό με ανησυχεί ποικιλοτρόπως – όχι απαραίτητα για την παράσταση. Νομίζω όπως είπα πριν ότι το χιούμορ απελευθερώνει. Όλα τα θέματα που αγγίζουμε στην Επιθεώρηση τα αγγίζουμε με τρυφερότητα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είμαστε καυστικοί. Κανείς δεν υποτιμά την Επανάσταση του ’21 και άλλωστε το θέμα της Επιθεώρησης δεν είναι η Επανάσταση – είναι η πορεία και οι σταθμοί 200 ετών. Πιο πολύ το τώρα βλέπουμε και όπου βλέπουμε τους ήρωες του ’21 ακούμε αυτούσιους λόγους τους.

Μέσα στην αναδρομή αυτών των ετών βλέπουμε βεβαίως και πόσο μεγάλη παγίδα μπορεί να είναι η προσκόλληση στο παρελθόν και η μη αντιμετώπιση του παρόντος ,πόσο κλειστοί μπορεί να γίνουμε μέσα από την «εθνική μας υπεροχή». Για μένα η Ιστορία είναι υπέροχη ως βάση, ως  έμπνευση και ώθηση για το παρόν και όχι ως ένα ανέγγιχτο μνημείο στο οποίο «δεν κάνει» να ψάξεις από κάτω ή η αίσθηση ότι είσαι απόγονος φιλοσόφων και αγωνιστών χωρίς να έχεις καμία σχέση με αυτούς σήμερα. Είμαι λάτρης του πολιτισμού της Ελλάδας, αλλά με τη λαχτάρα να καταφέρει να ξαναδημιουργήσει κάτι σημαντικό. Δεν μου αρκεί η αίσθηση ότι κατάγομαι από ήρωες και αγωνιστές και από φωτισμένα μυαλά εάν στο σήμερα είμαι ένα άβουλο όν χωρίς καμία κοινωνική συνείδηση και ευαισθησία.

Πόσο γοητευτικό είναι για έναν νέο σήμερα να δει μια παράσταση αποκλειστικά αφιερωμένη στο 1821;

Δεν είναι αποκλειστικά αφιερωμένη στο 1821 η παράσταση. Η αφετηρία μας είναι αυτό το έτος για να κάνουμε μια βουτιά στα χρόνια από τότε μέχρι σήμερα. Επί σκηνής εμφανίζονται ήρωες της επανάστασης, πρόσωπα του σήμερα, σκηνές από την τελετή έναρξης του 2004, τηλεοπτικά σόου γνωστά και «αγαπημένα», πρωτοσέλιδα της Αυριανής, σύγχρονοι άνθρωποι που προσπαθούν να σχετιστούν με το παρελθόν τους, μια ομάδα rebranding της Ελλάδας που ψάχνει να βρει πως θα κρατήσει ζωντανό τον τουρισμό, μια γυναίκα εξαπατημένη από όλες τις ιστορικές περιόδους και πολλά πολλά άλλα. Δεν κάνουμε επιθεώρηση τον επαναστατικό αγώνα, αλλά αυτά που ήρθαν από εκεί και ύστερα.

Ποιο είναι η αγαπημένη σου σκηνή από το έργο;

Μια σκηνή αφιερωμένη στο Ελληνικό Σινεμά και στις ταινίες του Τζέιμς Πάρις. Βέβαια την ώρα που το γράφω αυτό αρχίζουν και εμφανίζονται σχεδόν και όλες οι άλλες σκηνές.

Σκηνοθετείς ηθοποιούς με μεγάλη πορεία στο χώρο, όπως η Μίρκα Παπακωνσταντίνου, αλλά και ταλαντούχους νέους καλλιτέχνες όπως ο Γιάννης Νιάρρος. Πώς ταιριάζουν όλα αυτά τα διαφορετικά στοιχεία του καθενός;

Δεν πίστευα ποτέ ότι η μια γενιά είναι καλύτερη από την άλλη . Είναι απλώς αλλιώτικη από την άλλη  Όλα τα χρόνια που δουλεύω συνεργάζομαι με ηθοποιούς από όλες τις γενιές, το  ίδιο κάνω κι εδώ. Κι αυτό που είναι πολύ ωραίο είναι ακριβώς αυτή η συνύπαρξη, πώς ο ένας επηρεάζει τον άλλο και πώς εμπνέει ο ένας τον άλλο.  Ένα πράγμα είναι το θέατρο, δεν ταξινομείται σε θέατρο παλαιότερων και νεότερων. Μου έχει τύχει άλλωστε να δω και το αντίθετο σχήμα: αλαζονεία, εξουσιομανία και έπαρση σε νεότερους σε ηλικία από μένα και  γενναιοδωρία και ανοιχτό πνεύμα από ανθρώπους με 50 χρόνια εμπειρία. Μου έχει τύχει βέβαια, όπως και εδώ, να μην υπάρχει κανέναν απολύτως πρόβλημα και αγκύλωση επικοινωνίας και όλοι – και οι πλέον ετερόκλητοι άνθρωποι- να πηγαίνουν όλοι μαζί με όρεξη και επιθυμία προς τον ίδιο στόχο. Είναι πολύ συγκινητικό να το βλέπεις.

Πώς ήταν η συνεργασία με τον Φοίβο Δεληβοριά; Εκτός από στενοί φίλοι συμφωνούσατε και στην πορεία της προετοιμασίας;

Ήταν τεράστια η ασφάλεια και η εμπιστοσύνη που μου ενέπνευσε ο Φοίβος, από την αρχή. Δεν ξέρω αν θα τολμούσα να μπω στο εγχείρημα αν δεν ήξερα ότι θα είναι και ο ίδιος. Έχουμε πολύ κοινή αντίληψη σε πολλά θέματα και διαφορετική σε άλλα, και αυτό ακριβώς κάνει μια συνεργασία ενδιαφέρουσα. Δεν συμφωνούσαμε σε όλα λοιπόν, όπως γίνεται δηλαδή σε κάθε γόνιμη συνεργασία. Τον θαυμάζω και τον εκτιμώ πολύ και για τη μουσική του, και για τη συνολική του ύπαρξη και για τις τοποθετήσεις του.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο