«Ποτέ δεν κάναν λάθος για τον πόνο

Οι Παλιοί Δασκάλοι.  πόσο κατάλαβαν τη θέση του

Στην ανθρώπινη ζωή. πώς φτάνει και μας βρίσκει

Την ώρα που ο άλλος τρώει ή ανοίγει ένα παράθυρο ή

έστω περπατάει βαριεστημένα…»

Ο Γ.Χ. Ωντεν έγραψε το «Musee des Beaux Arts» τον Δεκέμβριο του 1938 (εδώ από τη χειρουργικής ακριβείας μετάφραση του Ερρίκου Σοφρά στην «Ασπίδα του Αχιλλέα», που κυκλοφόρησε μόλις από τους «Αντίποδες»). Γνήσια αντιρομαντικοί, οι στίχοι του ποιητή ήταν καλοί αγωγοί της υπαρξιακής απόγνωσης που κατέκλυζε σταδιακά τις δυτικές κοινωνίες ενόψει της χιτλερικής λαίλαπας. Ο ανθρώπινος πόνος απλώς συνέβαινε, το «πιο φριχτό μαρτύριο» έπρεπε να συντελεστεί ερήμην της συμπόνοιας, «σε μια γωνιά, σε έναν τόπο λερό». Λίγο παρακάτω, ως γνωστόν, θα κορυφώσει τη δύναμη της εικόνας «διαβάζοντας» εκ νέου το «Τοπίο με την πτώση του Ικαρου» του Πίτερ Μπρίγκελ του Πρεσβύτερου (1525 – 1569). Τα χλωμά πόδια του νέου μόλις που φαίνονται μέσα στο νερό, ο ζευγολάτης μπορεί και να άκουσε τον παφλασμό, το «λεπτοφτιαγμένο ακριβό καράβι» έχει να πάει σε έναν προορισμό και ήσυχα αρμενίζει πέρα.

Ο «διάλογος» με την επικαιρική στατιστική της πανδημίας προκύπτει σχεδόν αβίαστα. Η ποίηση του Ωντεν αποκαλύπτεται δίπλα στον σιροπιασμένο αλτρουισμό και μια διαρκή αυτοδιαφημιζόμενη ανάρτηση που εκβιάζει το συναισθηματισμό από τους υπηκόους – αναγνώστες. Με έναν παράδοξο τρόπο που αφορά την αναγνωστική συγκυρία, φωτίζει και την εποχή στην οποία γράφεται το ποίημα. Την εποχή στην οποία αναφέρεται ο «Εθελοντής» του Jack Fairweather (εκδ. Gutenberg, μτφ. Θεοδώρα Σαρβίρη, 2020). Είναι η ιστορία του Βίτολντ Πιλέτσκι, αξιωματικού του πολωνικού στρατού, μέλους της Αντίστασης της Βαρσοβίας, ο οποίος το φθινόπωρο του 1940 διεισδύει εθελοντικά στο Αουσβιτς και συγκροτεί αντιστασιακό πυρήνα για να στέλνει αναφορές στους Συμμάχους. Επί τρία χρόνια βιώνει τη «νύχτα της νύχτας» στα εργοστάσια θανάτου, την οποία η δυτική σκέψη είναι ανήμπορη να συλλάβει. «Τότε (σ.σ.: 1942) αποκαλύφθηκε η τραγική αδυναμία των Βρετανών να αντιληφθούν τη σημασία του Αουσβιτς. Η ιδέα του βομβαρδισμού δεν συζητήθηκε εκείνα τα Χριστούγεννα γιατί κανείς δεν είχε συνειδητοποιήσει ότι το Αουσβιτς είχε μετατραπεί από στόχο μεγάλης συμβολικής, αν και μικρής στρατιωτικής σημασίας, στο επίκεντρο μιας εκταταμένης, μηχανοποιημένης γενοκτονίας, πρωτοφανούς στην ιστορία της ανθρωπότητας». Ούτε ο αυτόπτης μάρτυς Βίτολντ μπορεί να αντιληφθεί σε ποια αυτοψία συμμετέχει. «Δεν είχε καταλάβει ότι είχε γίνει μάρτυρας της δημιουργίας του πρώτου θαλάμου αερίων με ικανότητα εξόντωσης ανθρώπινης ζωής σε βιομηχανική κλίμακα. Ούτε μπορούσε να συλλάβει την ιδεολογία της μαζικής εξόντωσης. Υπέθεσε πως σκότωσαν τους Σοβιετικούς γιατί δεν είχαν πού να τους βάλουν».

Ο Ωντεν, που αναζητά μονίμως, ως ηθικός ποιητής, μια πυξίδα μέσα στον εχθρικό κόσμο, θα επιστρέψει τον Μάρτιο του 1939 στον εφιάλτη με το «Προσφυγικό μπλουζ». Με την ποίησή του θυμίζει την κραυγή μέσα στη σιωπή, που μένει αναπάντητη. Αλλά την ίδια στιγμή οι στίχοι είναι η απάντηση: η τέχνη αντικατοπτρίζει αλήθειες που δεν μπορούν να ειπωθούν. Η τέχνη γίνεται μνήμη όταν σιωπούν οι τεχνουργοί.

Λες κι άκουσα το αστροπελέκι στα ύψη να βρυχιέται.

Πάνω απ’ την Ευρώπη ο Χίτλερ, «Να πεθάνουν», καταριέται.

Εμάς είχε στο νου, αγάπη, εμάς είχε στο νου.

Είδα ένα κανίς, φόραε ζακέτα με καρφίτσα κουμπωμένη

Είδα την πόρτα ανοιχτή και μια γάτα να μπαίνει.

Μα δεν ήταν Γερμανοεβραίοι, αγάπη, δεν ήταν Γερμανοεβραίοι (…)

Στάθηκα σε μια πεδιάδα και γύρω έπεφτε χιόνι.

Εναν ολόκληρο στρατό έβλεπα να ζυγώνει.

Εμάς τους δυο ψάχναν, αγάπη, ψάχναν εμάς τους δυο

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο