Το 1769 γεννιέται ο Ανδρέας Βώκος, ο οποίος θα μείνει γνωστός στην ελληνική Ιστορία, με το όνομα Ανδρέας Μιαούλης.

Τόπος καταγωγής του ήταν η Εύβοια, την οποία όμως η οικογένειά του και ο ίδιος αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν. Νέας τους πατρίδα έγινε η Ύδρα, με την οποία συνέδεσαν τη μετέπειτα ζωή τους.

Το όνειρο που είχε από μικρό παιδί ο Ανδρέας Μιαούλης ήταν να έρθει η ημέρα που θα γινόταν καπετάνιος ενός πλοίου.

Καθώς πλησίαζε προς την εφηβεία, η ανυπομονησία του ολοένα και μεγάλωνε, φέρνοντας έτσι οικογενειακές προστριβές.

Γράφει ο Σπύρος Μελάς στο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» της 11ης Μαΐου

Το πάθος για τη θάλασσα

«Μάταια πάσχισε ο Μιαούλης ν’ αλλάξει την απόφαση του πατέρα του για το ζήτημα της πλοιαρχίας. Ο καυγάς είχε φουντώσει φοβερός μέσα στη φαμίλια. Η μάννα του κ’ άλλοι συγγενείς δε μπόρεσαν να ησυχάσουν ούτε το ένα μέρος, ούτε το άλλο: Ο γερό Βώκος επέμενε να κρατήσει σ’ αυτό την ιεραρχία της ηλικίας.»

Σύμφωνα με τον πατέρα του, Δημήτριο Βώκο, που όπως και πολλοί νησιώτες της εποχής είχε ασχοληθεί και ο ίδιος με την πειρατεία, προτεραιότητα να κυβερνήσουν το οικογενειακό πλεούμενο ήταν τα μεγαλύτερά του αδέρφια.

Ο νεαρός Ανδρέας, όμως, είχε άλλα σχέδια.

«Άξαφνα ο Μιαούλης χάθηκε από την Ύδρα. Χίλιες μαύρες υποψίες ζώσαν την πρώτη μέρα τους δικούς του. Ύστερα έμαθαν, για ν’ ανησυχήσουν περισσότερο»

Ο Μιαούλης έκανε αυτό ακριβώς που ονειρευόταν.

Η προσωπική επανάσταση

«Είχε ο Μιαούλης τούτο τον καιρό, έναν φίλο της ηλικίας του, πιο ζωηρό και πιο ανήσυχο από τους άλλους – το Μιχάλη Χατζημιχάλη. Τα είπαν μαζί. Τον κούρδισε. Στρώσαν το σκέδιό τους.

»Συνεννοήθηκαν μυστικά με ναύτες. Και, περασμένα μεσάνυχτα, όταν όλοι κοιμούνταν, μπήκαν στο καράβι του Χατζημιχάλη, του πατέρα του φίλου του, πούταν αραγμάνο στο λιμάνι, το ριμουρκάρησαν έξω, τόβαλαν στα πανιά»

Έτσι ξεκίνησε η λαμπρή πορεία του Μιαούλη στη θάλασσα. Λαθραία και μέσω της πειρατείας.

«Την ώρα που σ’ άλλα μέρη, τα παιδιά της ηλικίας τους σκύβουν ακόμα στα μαθητικά τους τετράδια, τούτοι βγαίναν στα πέλαγα. Έχουν ακονισμένους σαλτιρμάδες στο ζωνάρι του, βαρειά τρομπόνια και πελέκια για τα ρεσάλτα. Ο Μιαούλης καπετάνιοςσε κουρσάρικο, αμούστακος, όπως ο Κολοκοτρώνης στα βουνά του Μωριά»

«ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ», 11.5.1931, Ιστορικό Αρχείο «ΤΟ ΒΗΜΑ» &«ΤΑ ΝΕΑ»

Η κουρσάρικη ζωή

Την ίδια λοιπόν εποχή που o Θεόδωρος Kολοκοτρώνης βγαίνει έφηβος καπετάνιος στον Μοριά και ο Λάμπρος Κατσώνης κατακτά την Ανατολική Μεσόγειο

Ο Μιαούλης, ως έφηβος κουρσάρος, σαν έτοιμος από καιρό σαν θαρραλέος, όπως λέει και ο ποιητής, ανδρωνόταν πάνω στη γέφυρα του κουρσάρικου, αναγκασμένος να κυβερνήσει όχι μόνο τη θάλασσα αλλά και το κουρσάρικο πλήρωμά του.

«Για να κουμαντάρεις, τούτο τον καιρό, υδραίικο καράβι, έπρεπε νάσαι θεριό μοναχό. Σ’ αυτά τ’ άγρια και λεύτερα παιδιά της θάλασσας η πειθαρχία δεν είχε νόημα ηθικό, μα καθαρό φυσικό: Έπρεπε νασαι δυνατός και άξιος για να σταθείς. Όσο υπάκουος ήταν ο ναύτης, τόσο φοβερός, όταν ξεσηκωνόταν. Οι πιο άγριες ανταρσίες ξέσπαζαν άξαφνα»

Τα σβησμένα ίχνη

Λίγες πληροφορίες υπάρχουν για τα πεπραγμένα του Μιαούλη ως κουρσάρου και γι ‘αυτό πιθανότατα ευθύνεται η οικογένειά του.

«Όταν η δόξα πήρε το Μιαούλη στα φτερά της η φαμίλια του και οι φίλοι, φρόντισαν να σκεπάσουν, τούτη τη σελίδα της ζωής του, με σκοτάδι και μυστήριο. Λέξη δεν έχει ο Κριεζής, ο πρώτος βιογράφος του. Κ’ έπρεπε νάρθει ο Σαχίνης ύστερα να ρίξει μια χλωμή τρεμάμενη αχτίδα»

Γιατί όμως να θέλουν οι οικείοι του να κρύψουν το κουρσάρικο παρελθόν του Μιαούλη; Ειδικά από τη στιγμή που πολλοί νησιώτες, ακολουθώντας το παράδειγμα του Λάμπρου Κατσώνη, έγιναν κουρσάροι προχωρώντας ταυτόχρονα σε δράση με χαρακτήρα εθνικό και επαναστατικό καταδιώκοντας και χτυπώντας το ναυτικό των Οθωμανών.

Ο λόγος ήταν ότι η δράση του Μιαούλη, την περίοδο εκείνη της εφηβείας, είχε μεν χαρακτήρα επαναστατικό, όμως η επανάστασή του δεν αφορούσε τον τουρκικό ζυγό αλλά τον πατρικό…

Ο Μιαούλης «είχε βγει [κουρσάρος] πριν απ’ τον Κατσώνη και οι καταδρομές του είχαν χαρακτήρα προσωπικό. Να γιατί γύρεψε μ’ επιμονή ν’ αποσκεπάσει την κουρσάρικη ζωή του η παράδοση της φαμίλιας»

Ανδρέας Μιαούλης. Εγχρωμη λιθογραφία, του Giovanni Boggi

«Ήταν ατομική περιπέτεια, πούχε στενή σκέση μ’ ένα θλιβερό οικογενειακό καυγά. (…) Αδικημένος από την προτίμηση του αδερφού απ’ άλλη μάννα και που τον πίστευε – μόλο το δίκιο του- κατώτερο του. Διψασμένος, κυριολεχτικά λυσσασμένος, γι’ ανεξαρτησία και πρωτοβουλία, ρίχτηκε στους ανοιχτούς, απέραντους δρόμους του πελάγου με την πιο πρωτόγονη τυχοδιωκτική ορμή»

Ο Μιαούλης και ο παιδικός του φίλος, Χατζημιχάλης έδρασαν ως κουρσάροι κυρίως προς τα μέρη της Αλεξάνδρειας φτάνοντας ακόμα και μέσα στον Νείλο.

«Με θεότρελλο κουράγιο, που το φτέρωναν τα νειάτα, μπήκαν στο Νείλο κ’ ανέβηκαν ως αυτό το Κάιρο. «Εληστοπειράτουν-γράφει μ’ όλη την απλοϊκή του συντομία ο Σαχίνης – κατά τα παράλια της Αιγύπτου αναβάντες μέχρι του Καΐρου»

Η επιστροφή στην Ύδρα

Σύμφωνα με την επικρατέστερη άποψη, αυτό που έκανε τον Μιαούλη να επιστρέψει ήταν μια επίθεση που δέχθηκε από «συναδέλφους» του πειρατές Μαλτέζους.

«Οι παλιοί τούτοι σύντροφοι, όταν τον είδαν να φεύγει από κοντά τους, είναι πιθανό πως θέλησαν να κάμουν πρέζα τον καρπό των κιντύνων του. Ένα πλοίο τους ρίχτηκε κατά πάνω του γεμάτο φοβέρα».

Στο περιστατικό αυτό, ο Μιαούλης  λίγο έλειψε να χάσει τη ζωή του.

«Το πλήρωμά του φοβήθηκε, πέφτοντας στη μεγάλη βάρκα του καραβιού και τον άφησαν. Ολομόναχος κρατεί κεφάλι στους Μαλτέζους. Του κάνουν ρεσάλτο, τους πολεμά. Τον κυκλώνουν. Οι μπάλες σφυρίζουν γύρω του. Τον λαβώνουν, καταματωμένος πέφτει στα χέρια τους.

–       Τι όφελος έχετε τους λέει, να με σκοτώσετε; Βγάλτε με στη στεργιά . Έχω φίλους εδώ κοντά, σένα χωριό. Θα σας πληρώσω πλούσια την ξαγορά μου».

Έξι από τους πειρατές τον κατέβασαν στη στεριά, όμως λόγω του σοβαρού τραυματισμού του δεν μπορούσε να περπατήσει. Αναγκάστηκαν έτσι να μείνουν σε ένα μικρό παραθαλάσσιο χωριό και να περιμένουν να αναρρώσει.

Ο Μιαούλης ήταν κρατούμενος των κουρσάρων, που ουσιαστικά τον είχαν απαγάγει μέχρι να εισπράξουν λύτρα.

Τέλικα, έστω και άθελά τους, τον έσωσαν οι Τούρκοι.

Ένα μεγάλο τουρκικό πλοίο είδε το κουρσάρικο των απαγωγέων του Μιαούλη και έβαλε πλώρη προς το σημείο που είχαν ρίξει άγγυρα. Οι Μαλτέζοι τον εγκατέλειψαν όπως – όπως στη στεριά και ο Μιαούλης ελεύθερος πια επέστρεψε στην πατρίδα του την Ύδρα.

Έκλεινε έτσι ο κουρσάρικος κύκλος του Ανδρέα Μιαούλη για να ανοίξει ένας άλλος, εξίσου έντονος και πάντα ανεξάρτητος.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο