Οι πρώτες εικόνες που φέρνει στο μυαλό των περισσοτέρων η λέξη Τουρκοκρατία είναι εικόνες από την υπόδουλη ελληνική στεριά.

Ευτραφείς Οθωμανοί,  ξαπλωμένοι σε ντιβάνια να καπνίζουν ναργιλέδες και από την άλλη, κλέφτες και αρματολοί με φουστανέλες και καριοφίλια στην πεδινή και ορεινή ύπαιθρο.

Ζωή, όμως, και μάλιστα ιδιαίτερα ταραχώδης, υπήρξε και στις υπόδουλες θάλασσες του Ιονίου και του  Αιγαίου, της «Άσπρης Θάλασσας» όπως το αποκαλούσαν πολλοί λαοί, οι κάτοικοι της οποίας όπως και οι στεριανοί συμπατριώτες τους, δεν σταμάτησαν ποτέ να αντιστέκονται στον Οθωμανικό Ζυγό.

Χάρτης του Αιγαίου, J. Robinj, 1683, (Χάρτες και Χαρτογράφοι του Αιγαίου,
εκδ. Ολκός, Αθήνα 1985, σ. 148).

Γράφει ο Σπύρος Μελάς στο «ΕΛΕΥΘΕΡΟΝ ΒΗΜΑ» της 10ης Μαΐου 1931:

«Οι Έλληνες μαρινάροι – κ’ ο τελευταίος- την είχαν [την ελληνική θαλασσινή ιστορία] τόσο βαθειά μέσα στο αίμα τους  σ’ όλα της τα μεγάλα συμπεράσματα, που όταν έπεσε η Πόλη και τα βασιλικά πλεούμενα δεν άστραφταν πιά στα πέλαγα, τούτοι δεν έπαψαν τον πόλεμο.

»Ανάγκη καμμία δεν στάθηκε ποτέ  να σηκώσουν οι Βενετσιάνοι το καμτσίκι, για να βιάσουν το θαλασσινό ραγιά να πιάσει το κουπί μέσα στις γαλέρες τους, όταν πολεμούσαν με τον Οσμανλή.

»Έμπαιναν εθελοντές, να χτυπήσουν τον εχθρό του σταυρού, να τον συντρίψουν στη θάλασσα, ξέροντας πως άμα τη χάσει, θα γλυτώσουν από το ζυγό.»

Η συμμετοχή των ελλήνων νησιωτών στην κοσμοϊστορική Ναυμαχία της Ναυπάκτου, το 1571, στο πλευρό των ευρωπαϊκών ναυτικών δυνάμεων της Ιεράς Ενώσεως έναντι του οθωμανικού στόλου ήταν χαρακτηριστική.

«Κάτω από τις παντιέρες του Δον Ζουάν, στο βενετσιάνικο στόλο του Σεμπαστιάνο Βενιέρο, πολέμησαν εκεί κάμποσες γαλέρες, ατόφιες Ελληνικές.»

Σύμφωνα με τις ιστορικές αναφορές, στη Ναυμαχία της Ναυπάκτου συμμετείχαν τέσσερις γαλέρες από την Κέρκυρα, μία από την Κεφαλλονιά, μία από τη Ζάκυνθο, τέσσερις από την Κρήτη ενώ πλήθος ελλήνων καπετάνιων συμμετείχε κυβερνώντας βενετσιάνικες γαλέρες.

Η ναυμαχία της Ναυπάκτου, απεικόνιση του 1574

Το Αιγαίο στο έλεος των Κουρσάρων

Για αιώνες, τις ελληνικές θάλασσες λυμαίνονταν πειρατές. Αυτός είναι και ένας από τους λόγους που πολλά νησιά του Αιγαίου έμεναν, κατά περιόδους, ακατοίκητα ή όταν κατοικούνταν φρόντιζαν οι νησιώτες να έχουν όσο το δυνατόν ισχυρότερα κάστρα, ώστε να προφυλάσσονται από τις εφόδους των κουρσάρων.

«Στα 1191, λέει χρονικό εγγλέζικο, πολλά νησιά στην Άσπρη θάλασσα ήταν έρημα για το φόβο των κουρσάρων» Η φραγκοκρατία τους θέριεψε. Ήταν πια επάγγελμα κανονικό, πλούσιο και τόσο τίμιο πούγινε και κληρονομικό (…) Ήταν τότε κουρσάροι κάθε καρυδιάς καρύδι: Καταλανοί, Λουμπαρδοί, Πιζάτες, Γενοβέζοι, Έλληνες, Βενετσιάνοι, Τσιτσιλιάνοι, Σλάβοι, Γασμούλοι.

»Από τα χίλια τρακόσα και πέρα ξεφύτρωσαν κουρσάροι ως και Τούρκοι και γύριζαν ολούθε από τα βράχια της Μάνης ως κάτω απ’ το ίδιο το κάστρο της Πόλης»

Οι έφοδοι και τα ρεσάλτα είχαν γίνει τόσο δημοφιλείς τρόποι βιοπορισμού που γίνονταν και από τη στεριά.

«Ως και οι στεργιανοί ακόμα, αλίμονο απ’ το καράβι που το κάρφωνε μπουνάτσα κοντά σ΄απόμερη στεργιά. Ο γεωργός κι ο τσοπάνος ακόμα ροβολούσε στο περιγιάλι, ορμούσαν αρματωμένοι στα μικρά πλοία, όσα εύρισκαν, το περίζωναν, έκαναν ρεσάλτο, σκότωναν, σκοτώνονταν, το λήστευαν»

Έλληνες πειρατές (1838), του Alexandre-Gabriel Decamps

Οι κουρσάροι γίνονται επαναστάτες

Όπως στις ηπειρωτικές περιοχές, ο τουρκικός ζυγός «έστειλε» πολλούς από τους ραγιάδες στην κλεφτουριά των βουνών και των λόγγων έτσι και στα νησιά τους ώθησε στην πειρατεία, την κλεφτουριά της θάλασσας.

«Όταν ο θαλασσινός ραγιάς άνοιξε για πρώτη φορά το στόμα του να πει τραγούδι, άλλο δεν ήταν παρά δοξολογία στον κουρσάρο. Παλιά  παράδοσι, που χάνεται στα βάθη των αιώνων, είχε καθιερώσει, το χιλιοματωμένο τούτο συνάφι, σα φυσικό στοιχείο μέσα στην Άσπρη Θάλασσα. Από καταβολή κόσμου η κούρσα δίνει και παίρνει»

Το 1770 η εξέγερση των υπόδουλων Ελλήνων, με την (μικρή) στήριξη των Ρώσων, που έμεινε γνωστή ως τα Ορλοφικά, καταπνίγηκε. Προκάλεσε όμως αλυσιδωτές αντιδράσεις.

«Όταν πνίγηκε στο αίμα η επανάσταση του Ορλώφ, άρχισαν τούτα τα πράματα (σ.σ. η δράση των κουρσάρων) να παίρνουν κάποιο άλλο νόημα: Ο αρματωλός Μητρομάρας που είχε καταφύγει στην Κούλουρη, τράβηξε γύρω του κάμποσους από τους κυνηγημένους επαναστάτες κ’ έφτιασε στόλο κουρσάρικο, μικρό μα σημαντικό. (…)

»Οι καταδρομές του τολμηρού τούτου κουρσάρου είχαν τώρα ξάστερη έννοια: Διαμαρτυρία για τη σκλαβιά, εκδίκηση για τα πάθη του ραγιά. Δεν είχε σπλάχνος κ’ έλεος για Τούρκο. Έσφαζε κ’ άρπαζε. Έφτασε να τους μπλοκάρει στην ίδια την Αθήνα. Έπεσε τέλος στο σπαθί τους. Τον ίδιο καιρό άλλος μικρός στόλος κουρσάρικος, από Μανιάτες και Σφακιανούς αλώνιζε άγρια στα περιγιάλια του Μωριά»

Λημέρι Μανιατών πειρατών. Πηγή: Ελληνικό Ινστιτούτο Ναυτικής Ιστορίας (ΕΛ.Ι.Ν.ΙΣ)

Επιπλέον, οι έλληνες καπεταναίοι δεν σκόπευαν να αφήσουν ανεκμετάλλευτη την καταστροφή της τουρκικής αρμάδας στον Τσεσμέ από τον ρωσικό στόλο το 1770.

Πρώτοι αντέδρασαν οι Ψαριανοί.

«Στη στιγμή αρμάτωσαν οι καλοί σου Ψαριανοί, για κούρσες, εικοσιτέσσερες σακολέβες και σκάρωσαν ως που ν΄ανοιγοκλείσεις τα μάτια σου, πενήντα γαλιότες των τριανταδυό κουπιών. Πού να ξεμυτίση πια τούρκικο πλεούμενο κατά κει.

»Μέσα στα κουρσάρικα των Ψαριανών ήταν κάμποσα μ’ απάνω από εκατό ανθρώπος κ’ οι περσότεροι αρματωμένοι. (…) Βγήκαν στη Μυτιλήνη, πήραν με ρεσάλτο το Μούδρο και το Πλουμάρι. Και δεν άφηναν Τούρκο να βγει από τη Χίο»

Η«ψαριανή Γαλιότα»

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα του ψαριανού κουρσάρου, και μετέπειτα εθνικού ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη.

«Ήταν ο πιο τρομερός ανάμεσα σε τούτους τους κουρσάρους. Απ’ ό,τι θησαύρισε, κυνηγώντας Τούρκους, έφτασε ν’ αρματώσει ένα τρικάταρτο μ’ εικοσιέξη κανόνια, φτιασμένο επίτηδες για πόλεμο. Ως και τ’ ακρογιάλια της Συρίας είδαν κι έπαθαν τότε από τους Ψαριανούς»

Λίγο αργότερα, το 1787, θα ανατείλει και θα λάμψει το άστρο του Λάμπρου Κατσώνη, που όπως θα δούμε στη συνέχεια, αν και γεννήθηκε στεριανός κατέκτησε τις θάλασσες της Ανατολικής Μεσογείου.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο