Γράφει η Βάσω Μιχοπούλου

«Η πανδημία του κοροναϊού αιφνιδίασε το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο βρέθηκε απροετοίμαστο να αντιμετωπίσει αυτή την πρόκληση, αναδεικνύοντας για μια ακόμη φορά την επιτακτική ανάγκη μιας ολικής μεταρρύθμισής του. Οι νέες τεχνολογίες μεταβάλλουν το εκπαιδευτικό σύστημα, τη μαθησιακή διαδικασία και θέτουν υπό αμφισβήτηση την ίδια του την ύπαρξή», υποστηρίζει ο καθηγητής Βασίλης Φθενάκης, ο οποίος θεωρείται ο κατεξοχήν ρυθμιστής της εκπαιδευτικής και οικογενειακής πολιτικής στη Γερμανία, καθώς επί πέντε δεκαετίες συμβουλεύει από διάφορες επίσημες θέσεις την εκάστοτε Ομόσπονδη Κυβέρνηση της Γερμανίας και φυσικά την ίδια την Καγκελάριο Μέρκελ. Ο ίδιος θεωρεί πως η μεταρρύθμιση των εκπαιδευτικών συστημάτων αποτελεί πλέον μια παγκόσμια επιταγή, που δεν επιδέχεται ολιγωρία και για αυτό προτείνει σε κυβερνήσεις πολλών χωρών, όπως π.χ. σε Ρωσία, Κίνα, Ινδία, Ταϋλάνδη κ.ά., την άμεση εφαρμογή σύγχρονων εκπαιδευτικών μοντέλων.

Ο καθηγητής δεν μένει στο αν λειτουργεί καλά ή όχι το σύστημα τηλε-εκπαίδευσης στην Ελλάδα εν καιρώ πανδημίας, αλλά στο γεγονός ότι η πανδημία λειτουργεί ως ένας καταλύτης για την επιτάχυνση της ψηφιοποίησης της εκπαίδευσης, καθώς πιστεύει πως το μέλλον της είναι διαδικτυακό. «Τα παιδιά που γεννήθηκαν από το 1994 και μετά αποτελούν τη νέα γενιά που o Marc Prensky αποκαλεί Digital Natives, η οποία αφενός έχει τη δυνατότητα να συλλέγει 100 εκατομμύρια σελίδες σε 15 δευτερόλεπτα, αφετέρου πρέπει να μάθει να διαχωρίζει και να αξιολογεί την πληροφορία και να την χρησιμοποιεί υπεύθυνα για τη λύση προβλημάτων. Αν θέλουμε να ικανοποιήσουμε τις ανάγκες αυτής της γενιάς, χρειαζόμαστε ένα εκπαιδευτικό σύστημα που να αποδέχεται τη μετάλλαξή του και που είναι πρόθυμο να χρησιμοποιήσει την ευκαιρία που προσφέρουν οι νέες τεχνολογίες για να εξελιχθεί σε έναν σύγχρονο θεσμό του μέλλοντος», εξηγεί ο καθηγητής.

Οι νέες τεχνολογίες δεν είναι το «μαγικό ραβδί»

Ο καθηγητής Φθενάκης υποστηρίζει πως η  ένταξη νέων τεχνολογιών στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα δεν είναι η λύση, τουλάχιστον όχι με τον τρόπο που γίνεται σήμερα. Οι νέες τεχνολογίες δεν αποτελούν ούτε κατάρα ούτε ευχή και δεν είναι το μαγικό ραβδί που θα λύσει το εκπαιδευτικό πρόβλημα. Αυτό που θα λύσει το πρόβλημα είναι μια συνολική μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού μας συστήματος και των μαθησιακών χώρων και μια δημιουργική διασύνδεση αναλογικών και διαδικτυακών μαθησιακών ευκαιριών.

«Θα πρέπει να επενδύσουμε σε μια λειτουργικά άρτια υποδομή, σε ένα καλά εκπαιδευμένο προσωπικό, σε ένα κατάλληλο πρόγραμμα, που επιτρέπει τη χρήση νέων τεχνολογιών και στηρίζει τις ψηφιακές ικανότητες των παιδιών το αργότερο από το 2ο  έτος της ηλικίας τους, και φυσικά, σε ενημερωμένους και ενεργούς γονείς, πρόθυμους να συν-δομήσουν τις ψηφιακές ικανότητες των παιδιών τους». Σύμφωνα με τον Έλληνα ειδικό, τα εκπαιδευτικά συστήματα διαχρονικά πρέπει να προετοιμάζουν τα παιδιά για τυχόν αλλαγές που συνοδεύουν κάθε είδους «επανάσταση», η οποία επιφέρει ριζικές αλλαγές στην κοινωνία, στον εργασιακό χώρο και στην οικογένεια. Δυστυχώς, τα εκπαιδευτικά συστήματα ούτε δημιουργούν ούτε προβλέπουν τέτοιες αλλαγές και σήμερα, στην εποχή της 4ης Βιομηχανικής Επανάστασης, βρίσκονται αντιμέτωπα με τις μεγαλύτερες προκλήσεις στην ιστορία τους.

Οι αλλαγές που προτείνει ο καθηγητής για το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα αφορούν τις θεωρητικές αρχές, τον επαναπροσδιορισμό των σκοπών αγωγής και μάθησης, τους κανόνες που διέπουν το μαθησιακό γίγνεσθαι, ιδιαίτερα τις διδακτικές αρχές, και γενικά την αρχιτεκτονική του, και, βέβαια, την εκπαίδευση των Ελλήνων εκπαιδευτικών. «Τα μεταρρυθμισμένα εκπαιδευτικά συστήματα εστιάζουν αρχικά στην ενίσχυση των βασικών ικανοτήτων του παιδιού από τη γέννησή του και όχι απλά στη μετάδοση της γνώσης. Η αποδοχή αυτού του νέου προσανατολισμού συνοδεύεται και από τις επιστημονικά θεμελιωμένες διαπιστώσεις ότι οι ικανότητες αναπτύσσονται κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής του και ότι οι μαθησιακοί χώροι, εκτός του εκπαιδευτικού θεσμού, διαδραματίζουν τον σημαντικότερο ρόλο. Η οικογένεια εξακολουθεί να παραμένει ο κατεξοχήν μαθησιακός χώρος με τη μεγαλύτερη επίδραση στην ανάπτυξη των παιδικών ικανοτήτων. Για τους λόγους αυτούς η Προσχολική Αγωγή αποτελεί το θεμέλιο για επιτυχείς μαθησιακές βιογραφίες, σε στενή συνεργασία με την οικογένεια».

Αναφορικά με τους μαθησιακούς χώρους και τη νέα αρχιτεκτονική των σχολικών μονάδων, αυτοί δεν περιορίζονται σήμερα στο σχολικό περιβάλλον. Νέοι μαθησιακοί χώροι εκτός του εκπαιδευτικού ιδρύματος εντάσσονται στη μαθησιακή διαδικασία, νέες τεχνολογίες προσδίδουν νέες διαστάσεις στους μαθησιακούς χώρους και φέρνουν μέσα στη σχολική αίθουσα μαθησιακό περιεχόμενο, εύκολα προσπελάσιμο, που μπορεί να γίνει πιο εύληπτο και κατανοητό. Η αντίληψη της μάθησης αλλάζει ριζικά και χρειαζόμαστε μαθησιακούς χώρους που θα διευκολύνουν την επικοινωνία, τη συν-δόμηση της γνώσης, την ομαδο-συνεργατικότητα στη μαθησιακή διαδικασία, τη χρήση νέων τεχνολογιών και την αυτορρύθμιση του παιδιού. Πρότυπα αυτού του σχεδιασμού εφαρμόζει ήδη ο καθηγητής σε παιδικούς σταθμούς στο Μόναχο και στην Κίνα.

Ο Κοινωνικός Δομισμός και ο επαναπροσδιορισμός της παιδικής μάθησης

Ο καθηγητής Φθενάκης προτείνει ένα πολυδιάστατο μεταρρυθμιστικό μοντέλο που στηρίζεται στις αρχές του Κοινωνικού Δομισμού και που ενσωματώνει τις δυνατότητες της ψηφιακής εποχής. Αμφισβητεί τη διαχρονική εφαρμογή του Κλασικού Δομισμού, τον οποίο από τον περασμένο αιώνα και μέχρι σήμερα έχουν υιοθετήσει πολλά εκπαιδευτικά συστήματα, ανάμεσά τους και το ελληνικό. Σύμφωνα με τις αρχές του Κλασικού Δομισμού το παιδί γεννιέται με μια μαθησιακή προδιάθεση και ικανότητα, εξερευνά τον περίγυρό του και δημιουργεί μια υποκειμενική εικόνα για αυτόν, η οποία  εξαρτάται άμεσα από την βαθμίδα της νοητικής του ανάπτυξης. Έτσι η μάθηση αποτελεί μια ατομική διαδικασία και ο ρόλος του εκπαιδευτικού περιορίζεται στην προσφορά κατάλληλων μαθησιακών ευκαιριών και στην υποστήριξη του παιδιού κατά τη μαθησιακή του πορεία.

«Η θέση αυτή δεν προσφέρει σήμερα καμιά προοπτική για τα εκπαιδευτικά συστήματα του μέλλοντος, για αυτό προτείνεται ένα μοντέλο με αναφορά στις αρχές του Κοινωνικού Δομισμού, που υιοθετεί μια διαφορετική αντίληψη μάθησης, ως μια κοινωνικά και όχι μόνο ατομικά οργανωμένη διαδικασία, με ενεργή συμμετοχή του παιδιού και των εκπαιδευτικών, οι οποίοι από κοινού συν-δομούν το μαθησιακό γίγνεσθαι, μέσω της αλληλεπίδρασης, της επικοινωνίας και του διαλόγου», λέει ο καθηγητής. Η κατάκτηση της γνώσης και οι εννοιολογικές κατασκευές είναι, συνεπώς, κοινωνικά επαγόμενες και συν-διαμορφούμενες και όχι αποκυήματα μιας ατομικής μαθησιακής διαδικασίας. «Η μάθηση ως κοινωνική διαδικασία έχει δύο σημαντικά πλεονεκτήματα, αφενός επιδέχεται εξωτερική βελτιωτική παρέμβαση, η οποία στην προηγούμενη μορφή δεν ήταν δυνατή, και αφετέρου με την ένταξή της σε ένα κοινωνικό και πολιτισμικό πλαίσιο δημιουργεί ένα εκπαιδευτικό σύστημα που είναι ευαίσθητο στη διαφορετικότητα. Είναι η πρώτη φορά που διαθέτουμε τη δυνατότητα με άμεση παρέμβαση να βελτιώσουμε την ποιότητα του εκπαιδευτικού έργου, της μαθησιακής διαδικασίας και του εκπαιδευτικού θεσμού», καταλήγει ο Έλληνας επιστήμονας.

Τα αναλυτικά προγράμματα που με επιστημονική ευθύνη του καθηγητή Φθενάκη εφαρμόζονται σε πολλά Κρατίδια της Γερμανίας είναι καινοτόμα και ανταποκρίνονται στις παραπάνω απαιτήσεις. Εστιάζουν στο παιδί και όχι στον θεσμό, είναι δια-θεσμικά, δηλαδή εφαρμόζουν ένα ενιαίο αναλυτικό πρόγραμμα για όλη την πρωτοβάθμια εκπαίδευση, ή και για σε όλη τη μαθησιακή πορεία του παιδιού, και επικεντρώνονται στην υποστήριξη και ενίσχυση των ατομικών, κοινωνικών, μαθησιακών ικανοτήτων του, αλλά και στην ενίσχυση της ανθεκτικότητάς του. «Οι ατομικές ικανότητες, πάντοτε, αποτελούσαν αντικείμενο συζητήσεων και διαφιλονικίας. Σήμερα συγκλίνουμε στην άποψη ότι πρέπει να εστιάσουμε στις ικανότητες του μέλλοντος που είναι το αίσθημα αυταξίας, η ενσυναίσθηση, η επικοινωνία, η ικανότητα επίλυσης προβλημάτων σε συνεργασία με άλλους, η ανάπτυξη δημιουργικών ικανοτήτων, η διαχείριση του συναισθηματικό κόσμου, η ικανότητα αυτορρύθμισης. Η ψηφιακή ικανότητα αποδεικνύεται όλο και πιο σημαντική. Το www σήμερα είναι όπως το ΑΒΓ στο παρελθόν. Τα λεγόμενα Soft Skills εκτιμώνται σήμερα ως σημαντικές ικανότητες που πρέπει να ενισχυθούν».

Επιβεβλημένη η αλλαγή και στο διδακτικό μοντέλο

Οι αλλαγές στη θεωρητική βάση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος επιβάλλουν και αλλαγή του απαρχαιωμένου διδακτικού μοντέλου, που μέχρι πρότινος στηριζόταν αποκλειστικά στη μετωπική διδασκαλία, με τον εκπαιδευτικό στον ρόλο του πομπού και τον μαθητή στον ρόλο του δέκτη. Η εφαρμογή της συν-δόμησης στη μαθησιακή διαδικασία ανατρέπει όχι μόνο αυτή την παραδοσιακή σχέση μαθητή και εκπαιδευτικού, αλλά ανοίγει νέες προοπτικές διασφάλισης διδακτικού έργου υψηλής ποιότητας, λύνει το πρόβλημα της ένταξης στη μαθησιακή διαδικασία όλων των μαθητών με βάση τις ικανότητες και όχι τις αδυναμίες τους, εντάσσει τη διαφορετικότητα ως πηγή εμπλουτισμού του παιδαγωγικού έργου, ενισχύει την ατομική, αλλά, κυρίως, τη διερευνητική, ανακαλυπτική και συνεργατική μάθηση.

«Μαθητής και εκπαιδευτικός συν-δομούν από κοινού τη μαθησιακή διαδικασία, με συνέπεια η σχέση μεταξύ τους να είναι ουσιαστικά συμμετρική, ενώ ο εκπαιδευτικός είναι συν-υπεύθυνος για το αποτέλεσμα του παιδαγωγικού έργου. Πρόκειται για ένα δημοκρατικό μοντέλο που δεν ενθαρρύνει την παθητικότητα και δεν διαμορφώνει παθητικές προσωπικότητες, όπως συμβαίνει εν πολλοίς σε πολλά από τα σύγχρονα εκπαιδευτικά συστήματα. Η διαφορετικότητα στηρίζεται στην αρχή της εκτίμησης και του αλληλοσεβασμού των ιδεών και των προτάσεων επίλυσης ενός προβλήματος από κάθε παιδί, που καλείται να είναι ενεργό στη διαμόρφωση της μαθησιακής διαδικασίας».

Οι παραπάνω αλλαγές μεταβάλλουν ριζικά τη φιλοσοφία και τη στρατηγική της αξιολόγησης του παιδαγωγικού έργου, η οποία, σύμφωνα με τον καθηγητή, είναι  τουλάχιστον ατυχής και απαρχαιωμένη, καθώς δεν ανταποκρίνεται στις αρχές της αξιολόγησης όπως αυτές υιοθετούνται από την επιστημονική κοινότητα. «Η αξιολόγηση που χρησιμοποιείται ως εργαλείο ελέγχου, διαλογής και κρίσης είναι από την αρχή καταδικασμένη και δεν εξυπηρετεί την περαιτέρω επαγγελματική ανάπτυξη του εκπαιδευτικού, τη βελτίωση της ποιότητας του παιδαγωγικού έργου και την προαγωγή του εκπαιδευτικού θεσμού. Η αυτο-αξιολόγηση σαφώς και θα πρέπει να συμπληρώνεται από την εξωτερική αξιολόγηση, διαφορετικά υπάρχει ο κίνδυνος που οι Άγγλοι εκφράζουν με τη ρήση: Self-Evaluation can quickly lead to Self-Congratulation. Μια σύγχρονη αντίληψη αξιολόγησης δεν τοποθετεί το παιδί και τον εκπαιδευτικό στη θέση του αντικειμένου της αξιολόγησης, αλλά του συν-δομητή. Αυτό αλλάζει ριζικά τη φιλοσοφία και τη στρατηγική της αξιολόγησης, την εκδημοκρατίζει  και την καθιστά αποδεκτή από όλους του εμπλεκόμενους».

Σύμφωνα με τον Έλληνα ειδικό, τα παιδιά που φοιτούν φέτος στο νηπιαγωγείο θα ολοκληρώσουν τις σπουδές τους μετά το 2040 και θα βρεθούν αντιμέτωπα με έναν εντελώς αλλαγμένο κόσμο. Το 70% των επαγγελμάτων δεν θα υφίστανται στη σημερινή τους μορφή, ενώ η Τεχνητή Νοημοσύνη θα έχει επιφέρει ήδη μια επανάσταση στη σχέση ατόμου και τεχνολογίας. «Ποτέ στην ανθρώπινη ιστορία δεν είχαμε τόσο ριζικές αλλαγές και τόσο γρήγορα εξελισσόμενες όσο τα τελευταία χρόνια. Η ασυνέχεια θα είναι η αρχή που θα διέπει το ατομικό και κοινωνικό γίγνεσθαι και το παιδί πρέπει να μάθει να αντιμετωπίζει ανοικτές και απρόβλεπτες καταστάσεις. Δυστυχώς, το υπάρχον ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα είναι εντελώς ακατάλληλο για να προετοιμάσει έγκαιρα τα παιδιά για ένα τόσο αλλαγμένο κόσμο που τα περιμένει», καταλήγει ο Βασίλης Φθενάκης

Λίγα λόγια για τον Βασίλη Φθενάκη

Ο  Βασίλειος  Φθενάκης  σπούδασε Ανθρωπολογία, Ανθρωπογενετική και Μοριακή Γενετική στο Ινστιτούτο Ανθρωπολογίας και Ανθρωπογενετικής της  Φυσικομαθηματικής  Σχολής και Ψυχολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μονάχου.  Απέκτησε τον τίτλο του διδάκτορα της Φυσικομαθηματικής, της Φιλοσοφικής και της Βιολογίας του ίδιου πανεπιστημίου και ανακηρύχθηκε υφηγητής στον κλάδο της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Από το 1969 έως το 1972  υπηρέτησε ως προϊστάμενος στο Τμήμα Κοινωνικής και Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας στο Ινστιτούτο Ανθρωπολογίας και Ανθρωπογενετικής του Πανεπιστημίου του Μονάχου. Από το 1973 ως το 1975 διετέλεσε αναπληρωτής διευθυντής του νεοϊδρυθέντος Κρατικού Ινστιτούτου Προσχολικής Αγωγής και Έρευνας του Υπουργείου Παιδείας της Βαυαρίας και από το 1975 έως και  το 2005  διευθυντής. Από το 1972 ως το 2008 δίδαξε στα Πανεπιστήμια του Μονάχου, του Άουσμπουργκ και στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Μπολτσάνο στην Ιταλία.

Ο καθηγητής υλοποίησε πάνω από πενήντα ερευνητικά προγράμματα που αφορούσαν στην έρευνα της παιδικής ηλικίας, στη μόρφωση των παιδιών προσχολικής ηλικίας, στην ανάπτυξη του γερμανικού εκπαιδευτικού συστήματος, καθώς και στην έρευνα της οικογένειας. Δημοσίευσε ή συν-εξέδωσε πάνω από 100 βιβλία και πάνω από 150 άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά. Είναι μέλος πολλών επιστημονικών Εταιρειών στην Ευρώπη και Αμερική. Ο ίδιος ανέπτυξε καινοτόμα προγράμματα για πολλά γερμανικά κρατίδια και θεωρείται ο κατ εξοχήν ρυθμιστής της εκπαιδευτικής και οικογενειακής πολιτικής στη Γερμανία.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.grστο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in.gr