Γνωστό για την αντοχή του και την άνεση που προσφέρει, το βαμβάκι χρησιμοποιείται σήμερα περισσότερο από κάθε άλλη φυτική ίνα και είναι η πιο επικερδής καλλιέργεια φυτού που δεν θεωρείται τρόφιμο.
Τέσσερα είδη βαμβακιού καλλιεργούνται σήμερα σε όλο τον κόσμο, όμως ένα από αυτά, το Gossypium hirsutum, κυριαρχεί με μερίδιο 90% στην παγκόσμια παραγωγή.
Νέα γενετική μελέτη ιχνηλατεί την εξημέρωση αυτού του πολύτιμου είδους και διαπιστώνει ότι εξημερώθηκε πριν από 4 με 7 χιλιάδες χρόνια στο βορειοδυτικό τμήμα της χερσονήσου Γιουκατάν στο Μεξικό.
Στην περιοχή κατοικούσαν εκείνη την εποχή αγρότες της Εποχής του Χαλκού, πολύ πριν εμφανιστεί ο πολιτισμός των Μάγια.
Οι ερευνητές κατέληξαν σε αυτό το συμπέρασμα συγκρίνοντας το γονιδίωμα της εξημερωμένης ποικιλίας με άγρια φυτά από το Γιουκατάν, τη Φλόριντα και τα νησιά του Πουέρτο Ρίκο και της Γουαδελούπης στην Καραϊβική.
«Τα άγρια φυτά βαμβακιού είναι ξυλώδεις, πολυδιακλαδισμένοι θάμνοι ή μικρά δέντρα. E;inai μακρόβια, με σχετικά αραιή ανθοφορία και μικρότερα άνθη, καρπούς και σπόρους σε σύγκριση με τις καλλιεργούμενες ποικιλίες» δήλωσε στο Reuters ο Τζόναθαν Ουέντελ του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Άιοβα, ο Jonathan Wendel, τελευταίος συγγραφέας της μελέτης που δημοσιεύεται στο PNAS.
Οι ίνες του βαμβακιού «είναι απλώς μονοκύτταρα τριχίδια του σπόρου, αποτελούν όμως ένα από τα πιο ακραία και αξιοθαύμαστα κύτταρα των φυτών» σχολίασε ο ερευνητής.
«Οι πρώτοι υφαντουργοί έγνεθαν τις ίνες με το χέρι και τη χρησιμοποιούσαν για να υφαίνουν υφάσματα, δίχτυα για ψάρεμα, σχοινιά και άλλα προϊόντα» ανέφερε η Κορίν Γκρόγερ του Πολιτειακού Πανεπιστημίου της Άιοβα.
Συρρίκνωση της γονιδιαής δεξαμενής
To βαμβάκι Gossypium hirsutum μεταφέρθηκε σε όλο τον κόσμο μετά την άφιξη των ισπανών κατακτητών στην Αμερική τον 1υ6ο αιώνα. Σήμερα, η Κίνα, η Ινδία, οι ΗΠΑ και η Βραζιλία είναι οι μεγαλύτεροι παραγωγή.
Όπως ήταν αναμενόμενο, οι σημερινές καλλιεργούμενες ποικιλίες βαμβακιού διαπιστώθηκε ότι φέρουν πολύ μικρότερη γενετική ποικιλομορφία σε σχέση με τη γενετική δεξαμενή των άγριων προγόνων τους, κάτι που συμβαίνει συχνά σε εξημερωμένα είδη φυτών αλλά και ζώων.
Η μείωση της ποικιλότητας, προειδοποιούν οι ερευνητές, περιορίζει την ικανότητα του είδους να προσαρμόζεται σε μεταβολές του περιβάλλοντος, όπως η άνοδος της θερμοκρασίας λόγω της κλιματικής αλλαγής.
Από προηγούμενες μελέτες είναι γνωστό ότι ένα δεύτερο είδος βαμβακιού, το Gossypium barbadense που αντιστοιχεί σήμερα στο 5% της παγκόσμιας παραγωγλης, κατάγεται από το Περού ή το Εκουαδόρ.
Μικρότερες ποσότητες παράγονται από δύο άλλα είδη, το Gossypium arboreum που κατάγεται από την Ινδία και το Gossypium herbaceum που προέρχεται από την υποσαχάρια Αφρική Αφρική και την Αραβική Χερσόνησο.
Στα τέλη του 18ου αιώνα, εμφανίστηκαν στις ΗΠΑ τα πρώρα εκκοκκιστήρια βαμβακιού, μηχανές που αυτοματοποίηαν τον διαχωρισμό των σπόρων από τις ίνες του βαμβακιού. Αυτό αύξησε δραματικά την ταχύτητα επεξεργασίας και κατέστησε την καλλιέργεια βαμβακιού εξαιρετικά κερδοφόρα.
Όπως σχολίασε η Γκρόβερ «το βαμβάκι έχει μια περίπλοκη ιστορία, κυρίως λόγω της σύνδεσής του με τη δουλεία, την εκμετάλλευση των αυτόχθονων πληθυσμών και την επέκταση των αυτοκρατοριών. Είναι όμως μια διαχρονική καλλιέργεια, συνυφασμένη με τη ζωή των ανθρώπων σε όλο τον κόσμο».