Οι κάποτε θορυβώδεις και πολυσύχναστοι δρόμοι του κέντρου της Αθήνας, είχαν πια μείνει μονάχοι. Οι είσοδοι των καταστημάτων και των ξενοδοχείων της Πανεπιστημίου, της Ακαδημίας και της Σταδίου είχαν σφραγιστεί με ρολά. Τα μανεκέν στον εμπορικό δρόμο της Ερμού ντυμένα ακόμα με τα ρούχα της τελευταίας Παρασκευής που τα καταστήματα άνοιξαν τις πόρτες τους, αναμένοντας με ανυπομονησία να δοκιμαστούν από τους πελάτες. 

Η πανδημία άλλαξε σε λίγους μόλις μήνες τους ρυθμούς της πόλης και των ανθρώπων της. Οι εντολές άλλωστε της κυβέρνησης για την αναχαίτιση του κοροναϊού ήταν ξεκάθαρες: προστατευόμαστε, μένουμε σπίτια μας, μένουμε ασφαλείς. 

Οι μόνοι που επιτρέπεται να κυκλοφορούν δεν είναι άλλοι από τους εργαζόμενους και την αστυνομία, για να ελέγχει την τήρηση των μέτρων και λειτουργώντας ως «τιμωροί» σε όσους δεν συμμορφώνονται με αυτά. 

Στην πλατεία Κοραή, οι άνθρωποι που βγαίνουν από το μετρό, άλλοι πετώντας τα γάντια μιας χρήσης και άλλοι καθαρίζοντας τα χέρια τους άμεσα με αντισηπτικό, «φτιάχνουν» μηχανικά την μάσκα τους και τραβάνε ολοταχώς για τις δουλειές τους. 

Στην στοά Galleria αντηχούσαν οι ήχοι από τις μηχανές του καφέ των ταχυφαγείων -καθώς μονάχα αυτά και τα σουπερμάρκετ παραμένουν ανοιχτά. 

Στην Νικολέτα έχουν ήδη προσφέρει έναν καφέ, τον οποίο κάθεται και απολαμβάνει κάτω από ένα δέντρο.  

Μου χαμογελάει και με καλημερίζει ανεβάζοντας διακριτικά την μάσκα της. Βρίσκεται σε κατάσταση δρόμου τα τελευταία δέκα χρόνια, έχοντας μάθει με τον καιρό να επιβιώνει. 

Η «καθαρή» πλατεία Συντάγματος 

Πριν λίγες ημέρες, όπως μου είπε, κι ενώ βρισκόταν στην πλατεία Συντάγματος όπου είχε επιλέξει να περάσει το βράδυ της μαζί με άλλους συνανθρώπους της, η αστυνομία τους έδιωξε κακήν κακώς καθώς, «έπρεπε να διατηρηθεί καθαρή η πλατεία». 

Δεν ήταν ωστόσο η μοναδική φορά που την είχαν ενοχλήσει οι άντρες της αστυνομίας.  

Κάποια στιγμή, ενώ βρισκόταν «στη γωνία της» η αστυνομία την πλησίασε ζητώντας της να αποχωρήσει. Όπως τους εξήγησε, εκεί ήταν το μοναδικό της «σπίτι» και δεν είχε που αλλού να πάει. 

Τα λόγια της ωστόσο δεν τον άγγιξαν, καθώς το επόμενο του «επιχείρημα» ήταν να την απειλήσει με την επιβολή προστίμου. 

«Στην φυλακή θα έχω ένα κρεβάτι» 

«Όσα πρόστιμα και να μου κόψεις δεν έχω να πληρώσω» του είπε, «όσα και να μου κόβεις, όλα αυτά θα πάνε στην εφορία. Ίσως και καλύτερα, να είμαι ένα βήμα κοντά στην φυλακή, τουλάχιστον εκεί θα έχω ένα κρεβάτι να κοιμάμαι». 

Με δύο κομμάτια χαρτόνια, δύο κουβέρτες και μια τσάντα με λίγα υπάρχοντα έχει βρει «καταφύγιο» στην συγκεκριμένη πλατεία. «Προσπαθώ να κοιμάμαι σε μέρη όπου υπάρχουν γύρω πολλές κάμερες», μου εξηγεί. 

Η ζωή ενός άστεγου ανθρώπου, εγκυμονεί, σίγουρα, πολλούς κινδύνους, πόσο δε μάλλον για μια γυναίκα που ζει και κοιμάται μόνη της. 

«Φοβάμαι μην με βιάσουν…» 

«Πριν λίγες μέρες έβρεχε και κοιμήθηκα σε μια στοά. Στη μέση της νύχτας ξύπνησα και βλέπω από πάνω μου δύο ανθρώπους που έψαχναν τα πράγματα μου. Τρόμαξα. Όχι για τα υπάρχοντα μου, ούτε για το αν θα πεθάνω. Αν πεθάνω τελείωσε, τέλος, αυτό ήτανε. Αλλά φοβήθηκα μήπως με χτυπήσουν, μήπως με βιάσουν…». 

Το βράδυ δεν κοιμάται, παρά προσπαθεί όσο μπορεί να παραμείνει ξύπνια, μέχρι να ανατείλει ο ήλιος και τότε να κοιμηθεί ελάχιστα, έστω για δύο ώρες. 

Δέκα χρόνια στον δρόμο, η Νικολέτα έχει συναντήσει την ανθρωπιά από αρκετούς ανθρώπους, οι οποίοι προσπαθούν όσο μπορούν να την βοηθούν με τον τρόπο τους – είτε δίνοντας της ένα πιάτο φαΐ ή έστω έναν καφέ. 

Υπάρχουν άλλοι, ωστόσο, για τους οποίους οι Νικολέτα παραμένει, όπως μου λέει, «αόρατη». 

«Καθημερινά περνάνε χιλιάδες άνθρωποι από αυτό το σημείο. Ξέρεις πόσοι θα γυρίσουν να σε κοιτάξουν; Ίσως οι δέκα από αυτούς, από τους οποίους οι εννιά θα είναι νέοι άνθρωποι». 

Σε ένα χαρτόνι το οποίο κρατά δίπλα της έχει γράψει: «Μην με υποτιμάς, δώσε μου λίγη ελπίδα, εσένα περιμένω! Για μια καλημέρα. Έχω κι εγώ δικαίωμα να δω μιαν άσπρη μέρα. Εσένα περιμένω να περάσεις για με δεις, για μια βοήθεια. Γιατί όλοι είμαστε άνθρωποι. Σας έχω ανάγκη για μια βοήθεια…». 

Ο κοροναϊός, όπως έχουν τονίσει και οι ειδικοί, δεν κάνει εξαιρέσεις και ο καθένας προσπαθεί με τα δικά του μέσα να προφυλάξει τον εαυτό του. Το θέμα της υγιεινής, είναι ένα από αυτά που απασχολεί τους ανθρώπους σε κατάσταση δρόμου.  

«Χέρια πλένουμε, αποστάσεις κρατάμε, μάσκες φοράμε» το σύνθημα της κυβέρνησης. 

Κάτω από το «μαξιλάρι» της η Νικολέτα εμφανίζει ένα πακέτο με υγρά μαντιλάκια, τα οποία κοντεύουν κι αυτά να τελειώσουν. Μαζεύει υπομονετικά τα κέρματα από της αφήνουν οι περαστικοί, ώστε να μαζέψει 5 ευρώ και να μπορέσει να κάνει μπάνιο σε κάποιο φτηνό ξενοδοχείο. 

Ο βιβλιοφάγος των Εξαρχείων 

Έξω από μια εκκλησία ο Θοδωρής καθόταν και διάβαζε σιωπηλά την εφημερίδα του, πάνω στο μάρμαρο της εισόδου της εκκλησίας.  

«Έχεις να μου προτείνεις κάποιο βιβλίο;» με ρωτάει με έναν ευγενικό τόνο. «Θέλω μια πρόταση για βιβλίο» μου εξηγεί, «ίσως κάτι σε αρχαιοελληνική  λογοτεχνία, ίσως κάτι σε Όμηρο». 

Ο Θοδωρής είναι άστεγος από τον Ιούλιο. Εργαζόταν για μια εταιρεία ενοικίασης αυτοκινήτων, όπου δούλευε στο πλυντήριο και το διαμέρισμα του το παραχωρούσε η ίδια. 

Μετά όμως το πρώτο lockdown, η εταιρεία ξεκίνησε να κάνει περικοπές, στις οποίες συμπεριλαμβανόταν και ο ίδιος. Έτσι, μαζί με την δουλειά του έχασε και το σπίτι του. 

«Δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει από τη μια μέρα στην άλλη. Την μια μέρα έχεις στέγη και την άλλη σου δίνουν μια σακούλα με τα ρούχα σου». 

«Δεν ξέρω τι να τους πω» 

Ο Θοδωρής δεν είναι μόνος του, έχει δύο κόρες, οι οποίες αγνοούν την κατάσταση του. «Δεν τους έχω πει κάτι. Τι να τους πω; Ότι ο πατέρας σας κοιμάται σε παγκάκι;». 

Έχει επιχειρήσει, μου λέει, να βρει δουλειά. Ωστόσο γνωρίζει πως κάτι τέτοιο είναι δύσκολο γιατί… «ποιος θα πάρει προσλάβει κάποιον που δεν φοράει παπούτσια» μου εξηγεί και στρέφει το βλέμμα προς τις χειμωνιάτικες παντόφλες του. 

Δεν τον τρομάζει η νύχτα, καθώς μπορεί να προφυλάξει τον εαυτό του, ενώ όταν περπατάει στον δρόμο, προσπαθεί να κρατάει αποστάσεις, αφού δεν χρησιμοποιεί κιόλας, όπως λέει, και μέσα μαζικής μεταφοράς.  

Η μόνη του παρηγοριά του διάβασμα, ενώ πιστεύει πως το χειρότερο που μπορείς να κάνεις στον άνθρωπο, είναι να του στερήσεις την γνώση. 

Υπάρχουν άνθρωποι που τον βοηθάνε, αφήνοντας κάποιο κέρμα ή δίνοντας του ένα πιάτο ζεστό φαγητό. «Οι άνθρωποι δεν είναι αναγκασμένοι να σε βοηθήσουν. Αλλά έστω και αυτά τα πενήντα λεπτά του ευρώ που θα σου δώσουν, σημαίνει ότι στέρησε από το σπίτι του 15 ευρώ τον μήνα. Και αυτό το κρατάς και το σκέφτεσαι». 

Η Αθήνα, μια πόλη ποτέ δεν κοιμάται, έμοιαζε πιο ήσυχη από ποτέ. 

Υπάρχουν όμως ακόμα εκείνοι, που συνεχίζουν τα βράδια να μην κοιμούνται ποτέ, παρά επιλέγουν να ξαποστάσουν στις κλειστές εισόδους των ξενοδοχείων και των καταστημάτων, με το πρώτο φως της ημέρας. 

«Ουδέν κρυπτόν υπό τον ήλιο» κι όμως οι άνθρωποι αυτοί αντιμετωπίζονται σαν αόρατοι, εκτεθειμένοι και αντιμέτωποι με έναν, αντίστοιχο, αόρατο εχθρό. 

Αν περάσετε κι εσείς από το κέντρο της Αθήνας αυτές της ημέρες του εγκλεισμού, θυμηθείτε να δώσετε ένα λεπτό από τον χρόνο σας στην Νικολέτα και ένα βιβλίο στον Θοδωρή. 

«Χωρίς κανέναν στην ζωή, μονάχος να προσπαθώ να ζήσω, να ανέχομαι την απανθρωπιά, την κακία, το bullying, το βρίσιμο, την ξεφτίλα, το κρύο, την δίψα, την πείνα, το ξύλο, το κλέψιμο. Αλλά το χειρότερο είναι η αδιαφορία και η μοναξιά και να μην έχω να μιλήσω με κάποιον… να πάμε μια βόλτα…». 

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο