Για μπορέσει να υπάρξει πρόοδος λένε πως πρέπει να συμφωνήσουν δύο γενιές. Η νέα γενιά έχει ταλαιπωρηθεί αρκετά, ειδικά στον τομέα της εργασίας, των μισθών και της εργασιακής εξέλιξης. Ο σημερινός 30αρης είναι πολύ πιθανό – εφόσον έμεινε στην Ελλάδα – να έχει βιώσει την εργασία μόνο σε όρους Μνημονίου. Μετά από αυτή την ανηφόρα έρχεται το 2020 και καλείται πάλι να εργαστεί σε συνθήκες αβεβαιότητας.

Πέρα από την τηλεργασία, που από όσο φαίνεται ήρθε για να μείνει, οι μελέτες για το εργασιακό περιβάλλον στα “χρόνια της πανδημίας” προκαλεί κόμπο στο στομάχι και το δυστύχημα είναι πως πολλές χώρες, όπως η Ελλάδα, θα επιστρέψουν σε προ  κορωνοϊού επίπεδα από τα τέλη του 2022.

Αυτό σημαίνει πολύ απλά πως όποια κυβερνητικά μέτρα εφαρμόζονται κατά τη διάρκεια της πανδημίας μπορεί μεν να συγκρατούν το κύμα απολύσεων, όμως φαίνεται πως ξεκινά μία ρευστή εποχή για τους εργαζομένους και τους μισθούς, με ενδεχόμενη ανατροπή θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων.

Και το απίστευτο είναι πως ούτε πριν από την κρίση χρέους οι τόσες κυβερνήσεις στην Ελλάδα δεν κατάφεραν να διαμορφώσουν μία μακροχρόνια στρατηγική για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και ειδικά για τους νέους. Το χαστούκι της υγειονομικής κρίσης θα είναι γερό και θα πλήξει όλες τις χώρες όμως οι εργαζόμενοι στην Ελλάδα δεν έχουν προλάβει να σηκώσουν κεφάλι.

Δεν είναι το ΑΕΠ μόνο και πόσο θα είναι ύφεση. Η πορεία της οικονομίας είναι αλληλένδετη  με την απασχόληση. Πως φαίνεται αυτό; Από τα στοιχεία των περασμένων τρίμηνων.  Η οικονομία βυθίστηκε ξανά σε βαθιά ύφεση αφού το β’ τρίμηνο το πραγματικό ΑΕΠ συρρικνώθηκε κατά 15,2%.

Τη μεγαλύτερη μείωση υπέστησαν η κατανάλωση και οι εξαγωγές. Τα νοικοκυριά, που ουσιαστικά στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα είχαν ζημιές με σημαντικές επιπτώσεις στις καταναλωτικές και χρηματοοικονομικές αποφάσεις τους. Ενδεικτικό είναι ότι το β’ τρίμηνο του 2020 η ιδιωτική κατανάλωση ήταν ίση με 28,8 δισ. ευρώ, όταν το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019 ήταν ίση με 32,6 δισ. ευρώ.  Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ τα ελληνικά νοικοκυριά, μόνο στο δεύτερο τρίμηνο του 2020,  έχασαν από το διαθέσιμο εισόδημά τους  3,9 δισεκατομμύρια ευρώ ή 11,8% σε σύγκριση με το αντίστοιχο τρίμηνο του 2019.  Το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών διαμορφώθηκε κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2020 σε 28,96 δισεκατομμύρια ευρώ, από 32,83 δισεκατομμύρια ευρώ το δεύτερο τρίμηνο του 2019.

Το κρίσιμο είναι ποιες θα είναι οι κρατικές παρεμβάσεις για τη διαχείριση της πανδημικής κρίσης και το ερώτημα είναι αν θα είναι προς την κατεύθυνση που δε μειώνουν την απασχόληση και τις αμοιβές.

Ελλάδα και Τσεχία

Από τα στοιχεία της Eurostat προκύπτει ότι Ελλάδα και Τσεχία είχαν τα χαμηλότερα ποσοστά απολύσεων κατά το β’ τρίμηνο ( κάτω από το 2% των Ελλήνων και Τσέχων εργαζόμενων έχασε τη δουλειά του), όμως οι Έλληνες εργαζόμενοι, στους οποίους μειώθηκε το ωράριο ή τέθηκαν σε αναστολή το β’ τρίμηνο του έτους, ξεπέρασαν το 25% ποσοστό που συγκαταλέγεται στα υψηλότερα μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε., μαζί με την Ιταλία, την Κύπρο και την Ιρλανδία.

Η έκθεση της ΙΝΕ –  ΓΣΕΕ (Οκτώβριος 2020) παρουσιάζει μία απολύτως ζοφερή εικόνα. Αποκαλύπτει την ανατροπή θεμελιωδών εργασιακών δικαιωμάτων, ενώ οι συντάκτες της μελέτης εκτιμούν ότι «έχει επιβληθεί de facto η κατάργηση του οκταώρου και η ρευστοποίηση του χρόνου έναρξης και λήξης της εργασίας». Σύμφωνα με τα στοιχεία, το 31% των απασχολουμένων κατά το δεύτερο τρίμηνο έλαβαν αποδοχές μικρότερες του κατώτατου μισθού.

Πριν από το ξέσπασμα της πανδημικής κρίσης, το 73% των απασχολουμένων σε όλους τους κλάδους εργαζόταν υπερωριακά, ενώ σε ορισμένους κλάδους, όπως η μεταποίηση και οι μεταφορές το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνούσε το 80%. Η πανδημία και η κρίση που προκάλεσε έχει μεταβάλει αυτή την εικόνα, με το ποσοστό των ατόμων που εργαζόταν υπερωριακά μειώθηκε σε 55%, ενώ το 19% εργαζόταν πάνω από 48 ώρες την εβδομάδα.

Περισσότεροι από 100.000 εργαζόμενοι έχουν «εξέλθει» από το εργατικό δυναμικό και ζουν με 534 ευρώ το μήνα για πάνω από 3 μήνες, ενώ ο μέσος μηνιαίος μισθός μειώθηκε κατά 10% το δεύτερο τρίμηνο του 2020 σε σχέση με το ίδιο τρίμηνο του 2019. Τρεις στους 10 λαμβάνουν αποδοχές μικρότερες από τον κατώτατο μισθό, το ύψος του οποίου – παρά την αύξηση του 2019 – βρίσκεται κάτω από το όριο φτώχειας. Επτά στους 10 έχουν μισθούς κάτω από 1.000 ευρώ. Όπως τονίζουν οι μελετητές, «ένα πολύ μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού είτε βρίσκεται εκτός αγοράς εργασίας (σε αναστολή που διαρκεί πάνω από 3 μήνες) είτε καταγράφεται ως άνεργο είτε εργάζεται λαμβάνοντας μισθούς οι οποίοι βρίσκονται χαμηλότερα, έως πολύ χαμηλότερα, του ορίου της φτώχειας

Επίσης, σύμφωνα με τα στοιχεία  της έκθεσης, το Β’ τρίμηνο του 2020 ο μέσος μηνιαίος μισθός μειώθηκε από 885 ευρώ το β’ τρίμηνο του 2019 σε 802 ευρώ το β’ τρίμηνο του 2020, δηλαδή μειώθηκε περίπου 10%. Στο ίδιο διάστημα το ποσοστό των απασχολουμένων που λάμβανε από 0 έως 200 ευρώ 12πλασιάστηκε, καθώς αυξήθηκε από 1% σε περίπου 12%. Η αύξηση αυτή αγγίζει τις 11,2 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ την ίδια στιγμή, τα άτομα που λάμβαναν αποδοχές μεταξύ 200 και 1.200 ευρώ μειώθηκαν κατά 11,3 ποσοστιαίες μονάδες.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο