Ηιστορία συμβαίνει σήμερα, δίχως να κοιτάζει τη δική μας μελαγχολία, αλλά γράφεται σε χρόνο μελλοντικό. Ποια θα είναι η αίγλη της «3ης του Σεπτέμβρη» το 2050 ή το 2080; Τότε που νέοι ιστορικοί θα κληθούν να ερευνήσουν τα αίτια και τις αφορμές κάτω από τις διαχρονικές επιστρωματώσεις της μυθολογίας; Η Ελλάδα του 1981 ανήκει, κατά μία έννοια, στους Ελληνες που την έζησαν και σ’ αυτή την περίπτωση οι πολλαπλές αντιφατικές αναμνήσεις δεν συνιστούν συλλογική ακατάλυτη μνήμη. Σε περιπτώσεις όπως του μελλοντικού ιστοριογράφου χρειάζεται νυστέρι και κοπίδι για την ανατομία του σεπτού σώματος. Χρειάζονται, όμως, και πίνακες Excel, όταν φτάσει η καταλυτική στιγμή για να μετρήσει δημόσιο χρέος, ρυθμό προσλήψεων και εκτόξευση δαπανών.

Το μυθικό κόμμα υπήρξε πυλώνας της μεταπολιτευτικής ιστορίας, χτισμένος από εκατομμύρια προσδοκίες, ισάριθμες ανάγκες και αναπόφευκτες διαψεύσεις. Η ψυχή του ήταν το «άλλο μισό» της χώρας, αλλά η σάρκα του διογκωνόταν από τη γραφειοκρατία που παρήγαγε σε καρμπόν χιλιάδες κόπιες του εαυτού της. Η προγραμματική διακήρυξη έκανε λόγο για κοινωνική δικαιοσύνη, ελευθερία και ισότητα, αλλά την εποχή της παντοκρατορίας ο αυριανισμός ισοπέδωνε τις «ισότητες» ως πρόθυμος σύμμαχος. Από εκείνη τη μακρινή δεξαμενή αρδεύουν ακόμη και σήμερα οι αυτόκλητοι διαφημιστές της νέας Αλλαγής. Μιμούνται τη φωνή του ιερού προτύπου, επικαλούνται το μεταφυσικό πλεονέκτημα της ιστορίας, εργαλειοποιούν την (αυτο)θυματοποίηση, καταφεύγουν στα διάσελα του Γράμμου, για να επαναφέρουν τα φαντάσματα από την πίσω πόρτα.

Είναι, ωστόσο, το ίδιο το ΚΙΝΑΛ που πρέπει να προλάβει την ιστορία πριν γραφτεί τελεσίδικα. Το κόμμα συνήθισε στο ανελέητο φως της μυθολογίας, αλλά ξεχάστηκε κάποτε κάτω από τη σκιά της. Σαράντα έξι χρόνια μετά το σεπτεμβριανό ορόσημο διατηρεί για τον εαυτό του την πολυτέλεια του «ηλιοτροπισμού»: παρακολουθεί τον ιδρυτικό μύθο, τη στιγμή που χρειάζεται να επανεφεύρει το δικό του αφήγημα. Μετά την ψυχαναγκαστική αποσιώπηση της σημιτικής διακυβέρνησης, την έξωση Βενιζέλου και την περιχαράκωση στο αξίωμα της αυτονομίας – ενός μικρού, πλην τίμιου κόμματος – μετεωρίζεται ανάμεσα στις βουλιμικές ορέξεις του ΣΥΡΙΖΑ και την κεντρώα υπεροπλία της Νέας Δημοκρατίας. Ποτέ άλλοτε δεν ίσχυσε πιο απειλητικά το κλισέ-που-επαληθεύει-τον-εαυτό-του ότι το ΠΑΣΟΚ κατοικεί στο σώμα των άλλων κομμάτων. Ηδη η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, ύστερα και από τις τελευταίες κεντροαριστερές μεταγραφές, διαχειρίζεται μια ατζέντα την οποία ο κίτρινος Τύπος καταγγέλλει σαν «σημιτική» – ένα σκιάχτρο με το οποίο επιδιώκει να εκφοβίσει τη βάση του ΚΙΝΑΛ.

Η ίδια η ιστορία της κοινωνικής κινητικότητας, στην οποία το πρωτεϊκό κόμμα επένδυσε τουλάχιστον τέσσερις φορές, δείχνει και τα περιθώρια μιας επανεκκίνησης για τον επίγονο: αν το 1981 καβάλησε το κύμα της Αλλαγής και το 1996 ανέλαβε να μεταφράσει το αίτημα του εκσυγχρονισμού, το 2020 οφείλει κατ’ αρχάς να αποδράσει από την «κατανάλωση πολιτικής» που παράγουν άλλοι. Κατ’ αυτή την έννοια, η σημερινή προ ημερησίας διατάξεως συζήτηση στη Βουλή για τις συνέπειες της πανδημίας, την οποία ζήτησε η Φώφη Γεννηματά, είναι, αν μη τι άλλο, δηλωτική. Το αποτέλεσμα θα κρίνει ετεροχρονισμένα την πρόθεση. Η τελική έκβαση θα φωτίσει τα αίτια. Η ιστορία γράφεται στο μέλλον.

Γράψτε το σχόλιό σας