Οι αμερικανικές επιχειρήσεις ενδέχεται να αποκτήσουν το δικαίωμα να παραβιάζουν ανθρώπινα δικαιώματα στο εξωτερικό, σχεδόν χωρίς καμία κύρωση, λένε ανθρωπιστικές οργανώσεις. Ταυτόχρονα, προειδοποιούν ότι μια τέτοια εξέλιξη θα μετέτρεπε τις ΗΠΑ σε «ασφαλές καταφύγιο» εταιρειών που διαπράττουν τέτοιου είδους εγκλήματα.

Οι ακτιβιστές για τα ανθρώπινα δικαιώματα ανησυχούν ότι το ανώτατο δικαστήριο των ΗΠΑ ετοιμάζεται να επαν-ερμηνεύσει νομοθεσία που είχε οριστεί ολόκληρους αιώνες πριν, και η οποία χρησιμοποιείται εκτεταμένα από θύματα δουλείας, εμπορίου ανθρώπων και άλλων σοβαρών εγκλημάτων στο εξωτερικό, προκειμένου να μπορέσουν να αποζημιωθούν από αμερικανικό δικαστήριο.

Η πιθανή αλλαγή προκύπτει από την προσπάθεια δύο πολυεθνικών εταιρειών-κολοσσών να καταρρίψουν απόφαση εναντίον τους σχετικά με τις κατηγορίες συνδρομής και συνεργίας σε εξαναγκαστική εργασία στην βιομηχανία κακάο της Ακτής Ελεφαντοστού, υπό τον πλέον αμφισβητούμενο Νόμο Αδικοπραξίας στο Εξωτερικό.

Οι εταιρείες υποστηρίζουν ότι ο εν λόγω νόμος, ο οποίος χρονολογείται στο 1789, μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε φυσικά και όχι σε νομικά πρόσωπα.

«Αν κερδίσουν αυτή την έφεση, θα έχουν καταφέρει να απογυμνώσουν τους ακιβιστές από το σημαντικότερο εργαλείο που έχουν για να υπερασπίζονται δικαστικά τα ανθρώπινα δικαιώματα», εξηγεί ο Τέρενς Κόλινγκσγουορθ, γενικός διευθυντής των Υπερασπιστών Διεθνών Δικαιωμάτων, μιας αμερικανικής ΜΚΟ που εκπροσωπεί τους κατήγορους της υπόθεσης.

Αν το Ανώτατο Δικαστήριο ερμηνεύσει τον νόμο εκ νέου για χάρη της εταιρείας, τα θύματα θα υποχρεώνονται να αποδείξουν την υπαιτιότητα των ατόμων σε υψηλές θέσεις εντός των κατηγορούμενων εταιρειών προκειμένου να μπορέσουν να κάνουν χρήση του νόμου.

«Ουσιαστικά είναι αδύνατον να φανταστούμε πώς θα μπορούσαμε να συγκεντρώσουμε επαρκείς αποδείξεις για να μηνύσουμε οποιοδήποτε άτομο εντός των οργανισμών. Επομένως, αυτό θα επέτρεπε σε ορισμένες εταιρείες να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν παιδιά-σκλάβους έχοντας ασυλία», πρόσθεσε ο Κόλινγκσγουορθ.

Παιδιά – σκλάβοι

Η αρχική μήνυση κατά των εταιρειών έγινε το 2005 σε σχέση με τη φερόμενη ως απαγωγή έξι παιδιών από το Μάλι και την επακόλουθη μεταχείρισή τους στην Ακτή Ελεφαντοστού. Οι κατήγοροι ισχυρίζονταν ότι τα ανάγκαζαν να εργάζονται έως και για 14 ώρες την ημέρα χωρίς πληρωμή, ενώ υποβάλλονταν σε σωματική κακοποίηση.

Τα τελευταία 15 χρόνια η υπόθεση είχε μετατραπεί σε πινγκ-πονγκ μεταξύ διάφορων δικαστηρίων, μέχρι το 2018, όταν δικαστήριο στην Καλιφόρνια θεώρησε «πιθανές» τις κατηγορίες και αποφάσισε ότι οι εταιρείες θα μπορούσαν να κληθούν για λογοδοσία υπό το νόμο.

Οι οργανώσεις ανθρώπινων δικαιωμάτων στις ΗΠΑ εξέφρασαν την ανησυχία τους, όμως δεν εξεπλάγησαν όταν το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε να εξετάσει την υπόθεση τον περασμένο μήνα.

Ο Νόμος Αδικοπραξίας στο Εξωτερικό έχει δεχθεί επανειλημμένες επιθέσεις από ομίλους επιχειρήσεων ήδη από τη δεκαετία του 19890, όταν οι ακτιβιστές ξεκίνησαν να κάνουν χρήση του. Το 2017, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε ήδη αποφασίσει ότι οι εταιρείες που δεν ανήκουν σε αμερικανικά συμφέροντα δεν θα μπορούσαν να μηνυθούν βάσει αυτής της νομοθεσίας.

«Καρφί στο φέρετρο» της εταιρικής λογοδοσίας

Σύμφωνα με την Τσάριτι Ράιερσον, γενική διευθύντρια του οργανισμού Εργαστήριο Λογοδοσίας Επιχειρήσεων, η έφεση θα μπορούσε να μετατραπεί σε «καρφί στο φέρετρο» της εταιρικής λογοδοσίας. «Αν η υπόθεση επιβιώσει, θα αλλάξει τα πάντα. Αν απορριφθεί, αυτό θα είναι και το τελευταίο χτύπημα».

Το τελευταίο σενάριο θα δώσει κίνητρα στις εταιρείες να «τεμπελιάσουν» γύρω από τον έλεγχο των εφοδιαστικών τους αλυσίδων, και «ενδεχομένως να γίνουν πιο κακοποιητικές» στις επιχειρήσεις τους, τονίζει. Μοναδική εξαίρεση θα ήταν η εμπορία ανθρώπων, για την οποία οι εταιρείες θα είναι και πάλι υποχρεωμένες να λογοδοτήσουν υπό το Νόμο Προστασίας Θυμάτων Trafficking των ΗΠΑ.

«Αν οι ΗΠΑ δεν μπορούν να καταθέσουν μήνυση εναντίον αμερικανικών εταιρειών που παραβιάζουν ανθρώπινα δικαιώματα στο εξωτερικό, θα έχουμε δημιουργήσει ένα ασφαλές λιμάνι για τους καταπατητές ανθρώπινων δικαιωμάτων», υποστηρίζει η Ράιερσον.

Οι εταιρείες που εμπλέκονται στην υπόθεση υποστηρίζουν πως δεν ανέχονται τέτοιου είδους εγκλήματα στις επιχειρήσεις και τις εφοδιαστικές αλυσίδες τους, ενώ λαμβάνουν άμεσα μέτρα σε κάθε περίπτωση που ενημερώνονται για σχετικό περιστατικό στις επιχειρήσεις που εργάζονται για αυτές. Ωστόσο, τονίζουν ότι η παιδική εξαναγκαστική εργασία σε ξένες χώρες είναι ένα περίπλοκο, παγκόσμιο κοινωνικό πρόβλημα, το οποίο δεν είναι εύκολο να αντιμετωπιστεί και απαιτεί κινήσεις για χτυπήματα στη «ρίζα» του.

Πηγή: www.theguardian.com

Γράψτε το σχόλιό σας