Tου Cevdet Acu*

Αρχικά, θέλω να επισημάνω ότι τα δύο πράγματα που σιγά σιγά σκοτώνουν κάθε καλό πράγμα στην κοινωνία όπου ζούμε είναι το μίσος και η άγνοια.

Ως άτομο που αναρωτιέται και ζητά απαντήσεις στο γιατί υπάρχει μίσος στον κόσμο και γιατί, κυρίως, ένα άτομο μισεί αυτόν που είναι διαφορετικός από τον ίδιο, αποφάσισα να κάνω το διδακτορικό μου πάνω στο θέμα των προσφύγων, καθώς οι πρόσφυγες, είναι γνωστό, συχνά γίνονται αποδέκτες μίσους.

Μέσω της διδακτορικής μου έρευνας προσπαθώ να καταλάβω πώς οι πρόσφυγες εντάσσονται στην κοινωνία. Ωστόσο, κάθε φορά που ρίχνω μια ματιά στις εκθέσεις και έρευνες που δείχνουν τη στάση του ‘κοινού’ απέναντι στους πρόσφυγες βλέπω παρόμοια αποτελέσματα. Σχεδόν κάθε έκθεση ή έρευνα δείχνει ότι η πλειοψηφία των πολιτών που ζουν στη χώρα υποδοχής των προσφύγων αντιτίθεται στην παρουσία των προσφύγων. Οι λόγοι είναι πολλοί και η πληθώρα των αναλύσεων και της μέχρι τώρα έρευνας του θέματος δεν μπορεί να συζητηθεί εδώ.

Όσοι ενδιαφέρονται περισσότερο για το θέμα θα μπορέσουν να βρουν κάποιες βιβλιογραφικές πληροφορίες στο τέλος του κειμένου μου. Αυτό που θέλω απλά να δείξω εδώ είναι ο θάνατος του Hamza, ο οποίος ήταν Σύριος πρόσφυγας και ζούσε στην Τουρκία από το 2012. Ο Hamza ήταν 17 ετών και σκοτώθηκε από ξυλοδαρμό από τέσσερις «ανθρώπους» στις 15 Ιουλίου 2020.

Σύμφωνα με τη Σύμβαση της UNICEF για τα δικαιώματα του παιδιού, το άρθρο 1 επισημαίνει:  Άρθρο 1.- Για τους σκοπούς της παρούσας Σύμβασης, θεωρείται παιδί κάθε ανθρώπινο όν μικρότερο  των δεκαοκτώ ετών, εκτός εάν η ενηλικίωση επέρχεται νωρίτερα, σύμφωνα με την ισχύουσα για το παιδί νομοθεσία. Ως εκ τούτου, όταν τον σκότωσαν βάναυσα, ο Ηamza ήταν παιδί. Κι όμως, υπήρξαν κάποια Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης στην Τουρκία που ούτε καν ανέφεραν ως είδηση τον θάνατο του Hamza, δείχνοντας για ακόμη μια φορά το πόσο λίγο μετράει η ζωή των προσφύγων.

Είμαι σίγουρος, ωστόσο, ότι αν ο Hamza ήταν ζωντανός, θα ήθελε να πει πολλά πράγματα που και τα ΜΜΕ και κάποιοι άνθρωποι αγνοούν. Σήμερα, ως άνθρωπος που θέλει να σταθεί δίπλα σ’ αυτούς που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν το σπίτι τους, θα γράψω απλώς για λογαριασμό του Hamza. Γιατί πιστεύω ότι, αν δεν δείξουμε αλληλεγγύη στους ανθρώπους που θεωρούνται ‘διαφορετικοί’, αυτό το άδικο σύστημα κάποια μέρα θα σκοτώσει τον καθένα από μας. Νομίζω, λοιπόν, ότι θα ήταν καλό να ξεκινήσω με το πώς κατέληξε ο Hamza στην Τουρκία.

Ημουν χαρούμενος…

«Ναι, είμαι ο Hamza Ajan, και είμαι από τη Συρία. Το 2011, όταν γίνονταν μεγάλες ειρηνικές διαμαρτυρίες στη χώρα μου ενάντια στην τυραννική και διεφθαρμένη κυβέρνηση, ήμουν μόλις 8 ετών. Εκείνη την εποχή ζούσα με την οικογένειά μου στο Idlib, μια πόλη στη βορειοδυτική Συρία, κοντά σε μια από τις μεγαλύτερες αρχαίες πόλεις, την Έμπλα. Ήμουν χαρούμενος, καθώς είχα πολλούς φίλους γύρω μου. Παίζαμε στους δρόμους σχεδόν κάθε μέρα, και ο καθένας μας είχε ένα όνειρο να κυνηγήσει για το μέλλον. Εμείς, τις περισσότερες φορές, παίζαμε είτε μπίλιες είτε κρυφτό. Παίζαμε επίσης πολύ ποδόσφαιρο. Αυτά ήταν τα πιο κοινά παιχνίδια μεταξύ αγοριών στη Συρία.

Έπαιζα, επίσης, κουτσό. Σχεδιάζαμε ένα τετράγωνο και το χωρίζαμε σε μικρότερα τετράγωνα. Ρίχναμε στα τετράγωνα ένα μικρό κομμάτι πέτρας και, με το ένα πόδι, προσπαθούσαμε να μετακινήσουμε την πέτρα από το ένα τετράγωνο στο άλλο χωρίς να αγγίξουμε τις γραμμές του κάθε τετραγώνου. Αυτό ήταν κυρίως κοριτσίστικο παιχνίδι, αλλά ήμασταν παιδιά και, ως εκ τούτου, έπαιζα όλα τα παιχνίδια που μου αρέσαν, χωρίς να σκεφτώ αν είναι παιχνίδι αγοριών ή κοριτσιών.

Στις αρχές του 2011, θυμάμαι ότι κάποιοι είχαν αρχίσει να διαδηλώνουν ενάντια στην κυβέρνηση. Βλέπαμε κάθε μέρα στην τηλεόραση σκηνές από αυτές τις διαδηλώσεις σχεδόν κάθε μέρα. Μετά κατάλαβα ότι ο κόσμος διαδήλωνε γιατί απλά ήθελαν να ζουν με αξιοπρέπεια την ζωή τους και ότι ήθελαν να εκφράσουν την αντίδρασή τους στο καθεστώς που τους εμπόδιζε να ζουν με ελευθερία και ισότητα.

Πίστευαν ότι ήταν δυνατό να ζουν σε μια κοινωνία καλύτερη και ότι μπορούσαν να διαδηλώνουν για να αντιταχθούν στα μεγάλα προβλήματα της άνισης κατανομής του πλούτου, της διαφθοράς και της αδικίας. Φαίνονταν άνθρωποι αποφασιστικοί και αποφασισμένοι να αλλάξουν το άδικο πολιτικό σύστημα που βίωναν. Έβγαιναν στους δρόμους της Δαμασκού, της πρωτεύουσας της Συρίας και μια από τις αρχαιότερες πόλεις του κόσμου, και διαδήλωναν και φώναζαν για ελευθερία και αλλαγή. Άλλοι διαδήλωναν ειρηνικά, προσφέροντας λουλούδια και μπουκάλια με νερό στους στρατιώτες.

Καταστολή και βία

Σιγά σιγά η κυβέρνηση χρησιμοποιούσε όλο και πιο σκληρό τρόπο καταστολής, κάτι στο οποίο οι διαδηλωτές δεν έδωσαν προσοχή. Αντί να ακούει και να συνομιλεί με τους διαδηλωτές, η κυβέρνηση έβγαλε το στρατό στον δρόμο και του έδωσε την εξουσία να πυροβολεί όσους συμμετείχαν στις διαδηλώσεις.

Ο κόσμος σοκαρίστηκε όταν είδε ότι με εντολή της κυβέρνησης στρατιώτες σκότωσαν τον ακτιβιστή Ghaith Matar, αυτόν που πρώτος εισήγαγε την τακτική να προσφέρουν οι διαδηλωτές λουλούδια και νερό στους στρατιώτες. Ήταν πλέον φανερό σε όλους ότι κάτι άλλαζε στη χώρα μου, κάτι καταστροφικό για όλους.

Επιβλήθηκε το κλείσιμο των δρόμων για να διευκολύνει τον έλεγχο των πολιτών. Κάθε μέρα όλο και περισσότεροι έβγαιναν στο δρόμο για να διαδηλώσουν ενάντια στην καταστολή και όλο και περισσότεροι διαδηλωτές σκοτώνονταν. Οι διαδηλώσεις επεκτείνονταν σε όλο και περισσότερες πόλεις και οι άνθρωποι άρχισαν να διχάζονται. Πόλεις, χωριά, οικογένειες άρχισαν να διαφωνούν πολιτικά, να διχάζονται ανάλογα με τις πολιτικές τους πεποιθήσεις. Οι κυβερνητικές δυνάμεις επενέβαιναν, σκότωναν ανθρώπους, κατέστρεφαν σπίτια, επιτίθονταν με ελικόπτερα. Κάθε μέρα σπίτια γκρεμίζονταν από βόμβες.

Η βία εξαπλωνόταν και φυσικά ήρθε και στην πόλη μου, το Idlib. Ο δρόμος που συνήθιζα να παίζω με τους φίλους μου έγινε ένα ματωμένο πεδίο μάχης. Το σπίτι μου κάηκε. Η ζωή εξαφανίστηκε από το Idlib, και όλοι οι φίλοι μου άφησαν τα σπίτια τους απλά για να σώσουν τη ζωή τους. Κάθε φορά που έπεφτα να κοιμηθώ, δεν ήξερα αν το επόμενο πρωί θα ξυπνήσω ή όχι. Πολλές φορές ένιωσα τον θάνατο δίπλα μου.

Η οικογένειά μου και εγώ εγκαταλείψαμε το σπίτι μας για να μετακομίσουμε κάπου αλλού, κάπου που θα μπορούσαμε να έχουμε μια ζωή σαν κανονικοί άνθρωποι. Πήγαμε στην Τουρκία, που είναι μια από τις γειτονικές χώρες με τη Συρία. Θυμάμαι ακόμα ότι πολλοί άνθρωποι σαν κι εμάς στο δρόμο περπατούσαν για να φτάσουν στην Τουρκία. Μετά από πολύ καιρό, περάσαμε τα σύνορα και φτάσαμε στην Τουρκία. Σκέφτηκα ότι όλοι οι άνθρωποι στην Τουρκία θα μας καλωσορίσουν. Υπέθεσα ότι όλοι οι άνθρωποι θα αισθάνονταν συμπάθεια για μας που αναγκαστήκαμε να φύγουμε από το σπίτι μας.

Όταν πρωτοφτάσαμε και είδα κάποιες σκηνές στην τηλεόραση για μας, νόμιζα ότι όλοι στην Τουρκία μας νοιάζονταν. Έβλεπα άντρες με μαύρα κοστούμια, πολιτικούς, να δείχνουν τις απελπισμένες φωτογραφίες μας, και νόμιζα ότι παρακινούσαν τον κόσμο να μας λυπηθεί και να μας φροντίσει. Προσευχόμουν στον Αλλάχ για να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου. Δεν μπορούσα να καταλάβω τι ακριβώς έλεγαν οι άνθρωποι αυτοί για εμάς, καθώς δεν ήξερα τα τουρκικά στην αρχή. Αλλά ήμουν σίγουρος ότι όλοι αυτοί οι άνθρωποι και τα μέσα μαζικής ενημέρωσης έλεγαν την αλήθεια για εμάς.

Κάτι πήγαινε λάθος στην κοινωνία

Μετά από λίγο, όταν έμαθα Τουρκικά, συνειδητοποίησα ότι κάτι πήγαινε λάθος στην κοινωνία. Κατάλαβα ότι οι περισσότεροι άνθρωποι μας εξευτέλιζαν μόνο και μόνο επειδή ήμασταν Σύριοι, και ότι οι άνθρωποι που φορούσαν μαύρα κοστούμια έδειχναν τις εικόνες μας για να πουν ότι οι Σύριοι κλέβουν από τους ντόπιους στην Τουρκία. Μόνο αργότερα κατάλαβα ότι αυτοί οι άνθρωποι ήταν βουλευτές και έλεγαν στους ανθρώπους ότι οι Σύριοι πρόσφυγες ήταν η πραγματική αιτία που η τουρκική οικονομία έπεσε.

Τα περισσότερα μέσα μαζικής ενημέρωσης έδειχναν την εικόνα μας για να αυξήσουν την ένταση ανάμεσα σε μας και στους ντόπιους. Και έμαθα ότι για κάθε κακό που συμβαίνει στην Τουρκία κατηγορούσαν εμάς. Και άκουγα στο δρόμο ανθρώπους να λένε ότι ήμασταν καλά στη Συρία, αλλά δραπετεύσαμε από τη χώρα μας με υστεροβουλία. Κάποιοι στο δρόμο μας χτυπούσαν χωρίς κανέναν λόγο, μόνο και μόνο επειδή ήμασταν Σύριοι πρόσφυγες, και πατώντας στο γεγονός ότι ως πρόσφυγες δεν είχαμε σαφή νομική προστασία για να αντιπαλέψουμε την αδικία. Μετά το πρώτο σοκ που έζησα, να βλέπω την κυβέρνηση να επιτίθεται προς τους ίδιους τους πολίτες της, αυτό ήταν το δεύτερο σοκ, να βλέπω ανθρώπους να χτυπούν ανθρώπους γιατί ζητούν βοήθεια.

Δεν ήξερα τι να κάνω ή πού να πάω μετά το δεύτερο αυτό σοκ. Φαινόταν ότι δεν είχα μέρος για να ζήσω με ελευθερία και με αξιοπρέπεια. Τελικά, βρήκα δουλειά στην υπαίθρια δημόσια αγορά στην περιοχή Gürsü της Προύσας, όπου έμενα με τους γονείς μου. Έπρεπε να δουλέψω και να βοηθήσω τους γονείς μου. Ήθελα να έχω καλύτερη δουλειά, αλλά δεν είχα την πολυτέλεια να ακολουθήσω το όνειρό μου πια. Ήθελα απλώς να επικεντρωθώ στη νέα μου ζωή, και προσπάθησα να αγνοήσω τους ανθρώπους που έκαναν διακρίσεις εναντίον μας επειδή ήμασταν Σύριοι. Ωστόσο, δεν μπόρεσα να ανεχτώ κάποιους που παρενοχλούσαν μια γυναίκα.

Ρατσιστές

Στις 15 Ιουλίου 2020, όταν είδα μερικούς ρατσιστές που εργάζονταν στην αγορά να παρενοχλούν και να προσβάλλουν μια γυναίκα, τρελάθηκα. Αυτή η κυρία ήταν πρόσφυγας από τη Συρία, σαν κι εμένα, αλλά δεν έδωσα προσοχή στην εθνικότητά της. Θα την υπεράσπιζα ακόμα κι αν δεν ήταν από τη Συρία. Είδα απλά τέσσερις ρατσιστές να προσβάλλουν μια γυναίκα και να λένε πράγματα απαράδεκτα. Τους είπα να σταματήσουν. Ο λόγος μου τους πυροδότησε και, αντί να με ακούνε, άρχισαν απλά να με χτυπάνε.

Προσπάθησα να φωνάξω, προσπάθησα πολλές φορές να τους πω ότι είμαι άνθρωπος, και ότι δεν γίνεται να με αντιμετωπίζουν έτσι. Ωστόσο, ό,τι κι αν έλεγα δεν το άκουγαν. Με χτύπησαν μέχρι να χάσω τη συνείδησή μου. Κάποια άτομα γύρω μου κάλεσαν ξαφνικά το ασθενοφόρο και με πήγαν σε νοσοκομείο. Είχα υποστεί εγκεφαλική αιμορραγία. Ήμουν πολύ νέος, αλλά δεν είχα αρκετά κίνητρα για να πολεμήσω αυτή τη φορά. Ήταν πολύ αργά για τα πάντα. Είχα ήδη χάσει την ελπίδα μου για το μέλλον, όταν ακόμη ήμουν στη Συρία, αλλά αυτή τη φορά έχασα τη ζωή μου.

Ναι, όλα θα μπορούσαν να είναι πολύ αν οι άνθρωποι απλά άκουγαν ο ένας τον άλλον αντί να πολεμούν. Ναι, θα ήταν διαφορετικά στη Συρία αν η συριακή κυβέρνηση είχε έστω προσπαθήσει να ακούσει τους διαδηλωτές αντί να χρησιμοποιήσει την καταστολή με βία. Ναι, θα μπορούσε να είναι διαφορετικά αν αυτά τα τέσσερα άτομα με άκουγαν, αντί  να με δέρνουν. Ποιος ξέρει; Θα μπορούσα ακόμα να ζήσω ανάμεσά σας, παρόλο που δεν με αντιμετωπίζετε ως άνθρωπο.

Ναι, είμαι ο Hamza. Ήμουν μόλις 17 ετών όταν ξυλοκοπήθηκα από τέσσερα άτομα στις 15 Ιουλίου του 2020. Προσπαθήστε, σας παρακαλώ, να ακούτε όταν κάποιος σας μιλάει αντί να πολεμάτε. Διαφορετικά, αυτό το μίσος και αυτή η άγνοια θα σκοτώσει τα πάντα μια μέρα. Σας αφιερώνω ένα ποίημα που γράφτηκε από ένα άτομο που αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το σπίτι του σαν κι εμένα. Τυχαίνει να είναι ένας από τους σημαντικότερους Σύριους ο Nizar Qabbani.

Γιατί;

Πάντα αναρωτιέμαι

Γιατί δεν υπάρχει αγάπη στον κόσμο για όλους, για όλους

Όπως οι ακτίνες του ήλιου την αυγή;

Γιατί δεν είναι η αγάπη σαν ψωμί και κρασί

Και σαν νερό στο ποτάμι;

Γιατί δεν αγαπούν οι άνθρωποι με έναν εύκολο τρόπο

ως τα ψάρια στη θάλασσα,

όπως τα φεγγάρια περιστρέφονται στον γαλαξία;

Γιατί δεν είναι στην πατρίδα μου η αγάπη απαραίτητη

Σαν αρέσει ένα βιβλίο ποίησης;

Γιατί;

Σημείωση: Αγαπητέ Hamza, ελπίζω να υπάρχει ένα μέρος όπως μου έχουν πει, και ελπίζω να είστε εκεί τώρα. Είθε ο Αλλάχ να δεχτεί την ψυχή σου στον παράδεισο. Δεν μπορέσαμε να σας προστατεύσουμε. Δεν μπορέσαμε να σας παρέχουμε έναν χώρο όπου θα μπορούσατε να ζήσετε ειρηνικά στην Τουρκία. Αυτό θα το θυμόμαστε πάντα ως ντροπή μας.

Εύχομαι η οικογένεια του Hamza να είναι καλά. Είθε ο Αλλάχ να σας στηρίξει σε αυτή τη δύσκολη στιγμή. Ο Hamza δεν θα ξεχαστεί, ποτέ. Παρακαλώ δεχτείτε τα συλλυπητήριά μου. Ελπίζω ότι αυτοί που δολοφόνησαν βάναυσα τον Hamza θα λάβουν τη βαρύτερη τιμωρία που τους αξίζει. Τέλος, ελπίζω ότι αυτοί οι βάναυσοι θάνατοι θα σταματήσουν σύντομα. Αρκετά πια.
* Ο Cevdet Ecu είναι διδακτορικός φοιτητής στο Πανεπιστήμιο του Έξετερ στην Αγγλία. Η έρευνά του αφορά την οικονομική ένταξη των προσφύγων.

[Σημείωμα του συγγραφέα: Θα ήθελα να ευχαριστήσω τους αγαπητούς μου φίλους Boshra Alzoube και Yunus Asfari που έδωσαν πολύτιμες πληροφορίες για τα παιδικά παιχνίδια στη Συρία. Ευχαριστώ θερμά και την αγαπημένη μου φίλη Νάνσυ που με βοήθησε στη μετάφραση του άρθρου μου στα ελληνικά.]
Μερικές πηγές που αφορούν την στάση των ανθρώπων απέναντι στους πρόσφυγες:
Emre Erdoğan & Pınar Uyan Semerci. “Attitudes towards Syrians in Turkey-2017”, https://cutt.ly/zamqV7l (Last accessed 18 July 2020).

Faten Ghosn, Alex Braithwaite, and Tiffany S Chu. “Violence, displacement, contact, and attitudes toward hosting refugees”, https://cutt.ly/ramwf8N(Last accessed 18 July 2020).

What Shapes Public Attitudes Toward Hosting Syrian Refugees – And How They can Change, https://cutt.ly/ian69nj (Last accessed 19 July 2020).

Γράψτε το σχόλιό σας