Στην αρχή, οι προχθεσινές εικόνες υποδοχής των πρώτων τουριστών στη χώρα μας, με τους πίδακες του νερού (πρόκειται για παγκόσμιο αεροδρομικό έθιμο), τις τοπικές φορεσιές, τις μαντινάδες, τους χορούς και τα φιλέματα, μου προκάλεσε ένα είδος αμηχανίας. Μάλλον δυσάρεστης. Εντάξει, ανήκω στη γενιά που χλεύασε και αποδόμησε το «Επιστροφή στις ρίζες», συνδέοντάς το με την πρόσφατη, τότε, ανάμνηση της αισθητικής της χούντας.

Γρήγορα όμως, η αμηχανία έγινε συγκίνηση. Μην πω ότι, στο τέλος, με πήραν και τα ζουμιά. Ναι, ξέρω. Το άκουσα, το συζήτησα, το διάβασα. Υπερβολές, γραφικότητες, κιτσαρία. Μου κάνει ωστόσο εντύπωση ότι τα περισσότερα από αυτά τα σχόλια «αισθητικού αποτροπιασμού» προέρχονταν από ανθρώπους που, πριν από πέντε χρόνια, σεληνιάζονταν με τους «Καλαματιανούς της αξιοπρέπειας» στο Σύνταγμα και έβρισκαν πολύ χαριτωμένους τους Καμμένο και Δούρου (εξανέστη, λέει, η συγκεκριμένη με την κιτς υποδοχή) όταν στην πρώτη, επί ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ, παρέλαση της 25ης Μαρτίου, μοίραζαν πλαστικά σημαιάκια στο Σύνταγμα. Μην πω ότι είχαν βρει και πολύ ευφυές εκείνο με τα νταούλια που θα βαρούσαμε εμείς και, στον ρυθμό μας, θα χόρευαν οι Ευρωπαίοι.

Σιγά μωρέ, μη στραβοπατήσει η Κοκό Σανέλ που κατοικοεδρεύει εντός μας. Δεν είχαμε πρόχειρο και κανένα Δημήτρη Παπαϊωάννου να στήσει κάποιο δρώμενο με κιούπια. Τι να κάνουμε τώρα, αυτό είναι το φολκλόρ μας. Και το φολκλόρ, παντού και πάντα, δεν βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της αισθητικής. Είναι όμως το πιο εύκολα αναγνωρίσιμο από τους ξένους. Και τους ξένους, σε μία χώρα που η βιομηχανία της – πλην ολίγων εξαιρέσεων – μετά βίας παράγει οδοντογλυφίδες και σαμπουάν με μολόχα, τους έχουμε απόλυτη ανάγκη. Ειδικά στην εποχή της πανδημίας. Τι προτείνουν δηλαδή οι «ξινίσαντες»; Να τους υποδεχθούμε με πανό που θα γράφουν «Δεν θα γίνουμε γκαρσόνια των ξένων»;

Από τα καφενεδάκια στα μπαρ

Από παιδάκι το ακούω αυτό με τα γκαρσόνια. Λες και είναι ντροπή να είναι κάποιος γκαρσόνι (ντροπή είναι να είσαι λαμόγιο γκαρσόνι). Από την άλλη, ξεχνάμε ότι οι τουρίστες ήταν αυτοί που όχι μόνον έδωσαν πνοή σε νησιά και παρακμάζουσες περιοχές της Ελλάδας («έφαγε ο κόσμος ψωμάκι» για να το πούμε σε απλή γλώσσα) αλλά συνέβαλαν στην εξέλιξη των ηθών, της αισθητικής, του τρόπου ζωής. Οχι παντού και όχι, σίγουρα, τα τελευταία χρόνια. Δεν θέλω όμως να θυμηθώ πώς ήταν, για παράδειγμα, η Αντίπαρος στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και πώς εξελίχθηκε όταν την ανακάλυψαν, πριν από την ελληνική ελίτ, οι χίπικης διάθεσης τουρίστες. Και για να προλάβω όσους νοσταλγούν τα γραφικά καφενεδάκια που έγιναν εστιατόρια και μπαρ, ναι, εξέλιξη είναι ό,τι βγάζει τους κατοίκους μίας ντόπιας κοινωνίας από την απόλυτη φτώχεια. Διότι για τέτοια φτώχεια μιλάμε.

Και οι τουρίστες στη γραμμή με τις κιθάρες

Δίπλα στις εικόνες με τους τουρίστες και τις τουρίστριες που κατεβάζουν τα βρακιά τους στα Μάλια και το Φαληράκι θα έρχεται η ανάμνηση της Αν Λόμπεργκ από το «Κορίτσια στον ήλιο» (κινηματογραφική φιγούρα μεν αλλά πιστή αντιγραφή των, τότε, αυθεντικών). Κι εκείνο το τραγούδι του Σπανού, σε στίχους Ντούμου, με τη μοναδική Μοσχολιού που έλεγε για τους «τουρίστες στη γραμμή με τις κιθάρες». Τι να κάνουμε, με αυτά μεγαλώσαμε. Και το στιγμιότυπο που με συγκίνησε πιο πολύ από τα προχθεσινά ήταν εκείνος ο παχουλός τουρίστας με τη βερμούδα και τη μάσκα του και είχε ανοιχτά τα χέρια του σαν να χαιρετούσε όλους τους Ελληνες.

Γράψτε το σχόλιό σας