Πόσο λίγες, πόσο ασήμαντες, πόσο το απολύτως τίποτα είστε κάτι γυναικούλες που μισείτε τις γυναίκες. Γυναικούλες με βλέμμα συγκαμένο και γλώσσα φιδιού. Εσείς που βασανίζετε ανυπεράσπιστα πληκτρολόγια για να βρίσετε εμάς. Δεν μας αντέχετε με τίποτα.

Και δεν μας αντέχετε με τίποτα γιατί πολύ απλά είμαστε καλύτερές σας. Γιατί έχουμε ζωή, έχουμε στόχους. Δεν τα πάμε καλά με όλους και δεν τους γουστάρουμε όλους. Αγαπάμε κι αγαπιόμαστε και πέφτουμε και στον γκρεμό για τους φίλους μας. Βγαίνουμε στους δρόμους. Περπατάμε δίπλα δίπλα καμιά φορά με την ψυχή στο στόμα. Γιατί και βέβαια φοβόμαστε. Και το ξύλο και τα δακρυγόνα και το γομάρι που θα μας πετάξει κάτω. Και φοβόμαστε και νοιαζόμαστε και εισπράττουμε τη μια ήττα πίσω απ’ την άλλη. Και μετά πάλι μαζί. Στο ίδιο πεζοδρόμιο. Στο ίδιο σπίτι με κρασί και γεμιστά και σοκολάτες άπειρες και γέλια κοριτσίστικα που δεν έχουν ηλικία. Στο ίδιο σινεμά, στο ίδιο θέατρο, στην ίδια εκδρομή του μυαλού και της ψυχής!

Πόσο λίγες είστε, αγάπες μου. Και πόσο, μα πόσο σας έχουμε γραμμένες και σας και την ανυπαρξία σας. Μας στοχοποιείτε για να κάνετε ονοματάκι. Δολοφονείτε χαρακτήρες για να γίνετε φίρμες. Μπα δεν βγαίνω, μάναμ. Οσο ξεθυμασμένο δηλητήριο κι αν στάξετε, δεν ιδρώνει το αφτί μας. Είστε τόσο μικροσκοπικές που απορεί κανείς πώς χωράει τόσο σκατό μέσα σας, μιλάμε για τρελές ποσότητες, πώς τις ανακυκλώνετε, απορώ.

Μια τέτοια μου την έπεσε πριν από λίγες μέρες. Μια ολίγιστη. Σαν αυτές, μωρέ, που είναι πάντα με την εξουσία. Πάντα με τους δυνατούς και τους παμπλούτου. Οσες πόρτες κι αν φάνε στα μούτρα, συνεχίζουν το γλείψιμο με κέφι αμείωτο. Κάτι να κάνουν, κάπου να «τρουπώσουν», μια θεσούλα, ρε παιδί μου, μια καρεκλίτσα, αυτή την ωραία που κάνει βρρουμ βρρρουμ με τα ροδάκια. Μια κάμερα στη μούρη να λέτε «δεν έχω να δηλώσω κάτι ΠΑΙΔΙΑ». Ενα δημαρχιλίκι, ένα βουλευτιλίκι, κάτι τέλος πάντων. Εμ τι να γίνει, κορίτσια, δεν είμαστε όλες ίδιες. Τα βουλευτιλίκια που εσείς κυνηγάτε, εμάς μας τα προτείνουν και τα αρνιόμαστε. Ετσι γουστάρουμε κι αυτές είμαστε. Λαρτζ κιμπάρισσες κι αρχόντισσες.

Μεγάλη πανδημία οι wannabe, αδελφάκι μου. Αγριο πράγμα να την ιδρώνεις τη φανέλα κι όμως να μένεις πάντα στη Β’ Εθνική. Wannabe wannabe γυναίκες, πίκρα και καημός αγιάτρευτος. Κι αντί να αγωνιστείς να γίνεις καλύτερη, να βρίζεις την καλύτερή σου.

Ασχετο, εγώ αυτές τις βαριέμαι απ’ το ντύσιμο κιόλας. Ούτε καν κακόγουστες – η κακογουστιά ενίοτε είναι και ενδιαφέρουσα. Αυτές είναι ντυμένες το τίποτα. Τι είστε ντυμένη; Το τίποτα. Τι θα φορέσετε στα βαφτίσια του Γιωργάκη; Το τίποτα. Το απολύτως. Πώς είναι όταν γκουγκλάρεις και σου βγαίνουν κάτι συνολάκια-πακέτο; Φούστα-μπλούζα, τσάντα-γόβα, εκείνο το ασορτί της Κολάσεως; Το μπλε και το νιουντ και το θα ξεράσω τώρα; Αυτό. Γλυκούλες, μωρέ.

Οταν με βρίζουν κατινούλες και κατινούλοι πατόκορφα, ξέρετε τι κάνω; Ο,τι έκανα και πριν: ζω όσο μπορώ πιο ανθρώπινα, γράφω στην εφημερίδα, γράφω τα βιβλία μου, πηγαίνω βόλτα τα σκυλιά μου, χαζεύω βιτρίνες, διαβάζω τους πολύ καλύτερούς μου.

Και αγαπώ. Κυρίως αυτό. Αγαπώ τους δικούς μου ανθρώπους, τους φίλους μου, τους γνωστούς που εκτιμώ, τους άγνωστους που το αξίζουν, τα ζώα όλου του κόσμου, την όπερα, το θέατρο, το θερινό το σινεμά, τις πατάτες τηγανητές, κρατσανιστές να είναι, τα προφιτερόλ, τα δάση, το τόταλ μπλακ, τα μαλλιά μου κοντά… Και τα γοβάκια μου κόκκινα. Αυτή είμαι κι έτσι περπατώ, στο ίδιο πεζοδρόμιο με αυτούς που επέλεξα και με επέλεξαν. Και σ’ όποιον αρέσει.

ΥΓ. Για τον δρόμο ο «Οροφέρνης» του Καβάφη, σπέσιαλ αφιερωμένο και ελαφρώς παραφρασμένο…

«…κι ανίκανα, και μισοζαλισμένη

κάτι εζήτησε να ραδιουργήσει,

κάτι να κάμει, κάτι να σχεδιάσει,

κι απέτυχεν οικτρά κι εξουδενώθη».

Γράψτε το σχόλιό σας