Πριν από περίπου δύο μήνες είχα διατυπώσει το ερώτημα εάν μπορεί να υπάρξει μια δημοκρατική βιοπολιτική. Ο πυρήνας του επιχειρήματος ήταν ότι, χρησιμοποιώντας το έργο του Μισέλ Φουκό και συνδυάζοντας την έννοια της βιοπολιτικής με τις υστερότερες επεξεργασίες του για την επιμέλεια εαυτού και την παρρησία, μπορούμε να στοχαστούμε τη δυνατότητα μιας «βιοπολιτικής», δηλαδή μιας πολιτικής παρέμβασης με αντικείμενο την υγεία ενός πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων μέτρων φυσικής (αλλά όχι κοινωνικής) αποστασιοποίησης, και η οποία να μην είναι μια εξαναγκαστική «βιοεξουσία», ούτε μια νεοφιλελεύθερη «διαχείριση κινδύνου», αλλά να στηρίζεται σε συλλογικές αποφάσεις, κοινωνικές διεκδικήσεις και ένα αίσθημα κοινωνικής (και όχι ατομικής) ευθύνης και αλληλεγγύης που να υπερβαίνει τον εξατομικευμένο φόβο. Γι’ αυτό το κείμενο πρότεινε παραδείγματα «βιοπολιτικής από τα κάτω», όπως ήταν το ACT UP.

Eν μέρει αντίδραση στην πρώτη τοποθέτηση του Τζιόρτζιο Αγκάμπεν στα τέλη Φλεβάρη, που θεώρησα ότι έχανε το επίδικο (παρότι εκτιμώ ότι οι μεταγενέστερες προειδοποιήσεις του για τον κίνδυνο να περιορίσουμε την έννοια της ζωής στη βιολογική ύπαρξη και μόνο έχουν αξία), το κείμενο κυρίως προσπαθούσε να κάνει μια διπλή οριοθέτηση: και απέναντι σε οποιαδήποτε κυνική υποτίμηση του κινδύνου και της ανάγκης μέτρων και απέναντι στα προβλήματα – και τους κινδύνους – του περιορισμού των μέτρων στις απαγορεύσεις και την αναστολή της κοινωνικότητας.

Εκτιμώ ότι το αίτημα για αυτό που προσπάθησα να περιγράψω ως «δημοκρατική βιοπολιτική» παραμένει ενεργό. Εάν δούμε την αντίδραση των περισσότερων κρατών, θα δούμε ότι την ώρα που πήραν την επιλογή ιδιαίτερα εξαναγκαστικών απαγορεύσεων, για εκείνο το μέρος του πληθυσμού που μπορούσε σχετικά εύκολα να «μείνει σπίτι», προσπαθώντας να δώσουν την εικόνα μιας αποφασιστικής αναμέτρησης και να αντλήσουν νομιμοποίηση από αυτό, δεν έδειξαν την ίδια πρόνοια ούτε για τους κακοπληρωμένους εργαζομένους των «ουσιωδών βιομηχανιών», συχνά με υποκείμενα προβλήματα υγείας εξαιτίας της κοινωνικο-οικονομικής στέρησης, ούτε για χιλιάδες ηλικιωμένους σε γηροκομεία και προνοιακές δομές φύλαξης, χώρους στους οποίους εξελίχτηκε τελικά ένα από τα πιο κυνικά πειράματα «θανατοπολιτικής» των τελευταίων δεκαετιών.

 

Στις πλάτες των εργαζόμενων

Επιπλέον τα μέτρα λήφθηκαν με την επίγνωση ότι το υπαρκτό οικονομικό κόστος από το «πάγωμα» μεγάλου μέρους της οικονομικής δραστηριότητας εντέλει θα μεταφερθεί στις πλάτες των ίδιων των εργαζομένων ως ένα κύμα ανεργίας, μισθολογικών μειώσεων και εμπέδωσης ακόμη πιο ελαστικών σχέσεων εργασίας.

Και είναι ενεργό το αίτημα γιατί τίθεται το ερώτημα εάν σήμερα, ενόψει μάλιστα και ενός ενδεχόμενου «νέου κύματος», η απάντηση περιορίζεται απλώς στην παράταση ή επανάληψη των τωρινών μέτρων. Και όσο και εάν όντως σε χώρες όπως οι ΗΠΑ ή η Μεγάλη Βρετανία φαντάζει επικίνδυνη μια βιαστική επανεκκίνηση που απειλεί να εκθέσει σε κίνδυνο εκατομμύρια εργαζομένους, είναι σαφές ότι πλέον χρειάζεται να ανοίξει συζήτηση για μια διαφορετική προσέγγιση.

Θα έλεγα έτσι ότι μια «δημοκρατική βιοπολιτική» θα συνδύαζε σήμερα ορισμένα στοιχεία.

Πρώτον, θα αναδείκνυε τη βαρύτητα των κοινωνικών καθορισμών και ανισοτήτων, επιμένοντας σε επείγοντα αιτήματα που θα απαντούν στις μεγάλες ανισότητες ως προς τον πλούτο, στην επισφάλεια, στις κακές συνθήκες διαβίωσης, στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, στην έλλειψη πρόσβασης σε επαρκείς δομές πρωτοβάθμιας υγείας, σε μια προσπάθεια να περιορίσουν την πραγματική ευαλωτότητα του πληθυσμού και με την επίγνωση ότι η κοινωνική ισότητα είναι από μόνη της παράγοντας καλύτερης υγείας ενός πληθυσμού.

Δεύτερον, θα αντιμετώπιζε με πραγματική κοινωνική ευθύνη το πρόβλημα των γηροκομείων, των προνοιακών δομών φιλοξενίας και των συνθηκών «κλειστών πληθυσμών» μέσα από πρακτικές αραίωσης, διάχυσης στην κοινωνία (εάν οι εγκλωβισμένοι της Μόριας ζούσαν σε σπίτια στις πόλεις και όχι σε καμπ θα κινδύνευαν λιγότερο), εναλλακτικής αναδοχής τους.

Τρίτον, αντί για «οριζόντιες» απαγορεύσεις, θα έδινε κυρίως βάρος στη διαμόρφωση ασφαλέστερων τρόπων ώστε να μπορεί να συνεχίζεται η κοινωνική και οικονομική ζωή με έμφαση στη μη έκθεση σε κίνδυνο εργαζομένων, ακριβώς γιατί η ανεργία και η φτώχεια επίσης σκοτώνουν τελικά.

Τέταρτον, θα εφάρμοζε μέτρα φυσικής (και όχι κοινωνικής) αποστασιοποίησης, στοχευμένα και σε συνδυασμό με μαζικούς ελέγχους και πρακτικές απομόνωσης κρουσμάτων, με έμφαση στη συναίνεση των ανθρώπων και με επίγνωση των ιδιαίτερων όρων και συνθηκών κάθε κοινότητας.

Πέμπτον, θα αντιλαμβανόταν ότι σήμερα η αγωνιστική κοινωνική διεκδίκηση, συμπεριλαμβανομένης της εκ νέου μαζικής οικειοποίησης του δημόσιου χώρου για την άρθρωση αιτημάτων έναντι της πολιτικής και οικονομικής εξουσίας, δεν είναι «υγειονομικός κίνδυνος» αλλά πλευρά της πραγματικής «ανθεκτικότητας» των κοινωνιών.

Γνώση, συμμετοχή, αγώνας

Το σχήμα της «δημοκρατικής βιοπολιτικής» παραπέμπει σε μια αντίληψη αγωνιστική και συγκρουσιακή, στη δράση κινημάτων για τη δημόσια υγεία και την κοινωνική ισότητα. Προϋποθέτει διαδικασίες εκδημοκρατισμού της γνώσης, ώστε οι άνθρωποι να χρησιμοποιούν τη γνώση ενάντια στον φόβο και να συμμετέχουν στη συζήτηση για τη  λήψη κρίσιμων αποφάσεων. Είναι ο τρόπος ώστε αντί για μια αγέλη φοβισμένων ατόμων να έχουμε όντως μια κοινότητα που νοιάζεται πραγματικά για την υγεία, τη δικαιοσύνη και το μέλλον.

Γράψτε το σχόλιο σας