Στην αρχή ήταν η επιλογή των ΗΠΑ να εκτελέσουν τον Κασέμ Σουλεϊμανί, επικεφαλής της δύναμης Αλ Κουντς των Φρουρών της Επανάστασης και βασικό ενορχηστρωτή του λεγόμενου «Άξονα της Αντίστασης» των φιλοϊρανικών δυνάμεων, μαζί με τον Αμπού Μαχντί αλ Μουχαντίς υπαρχηγό των Μονάδων Λαϊκής Κινητοποίησης, σιιτικών πολιτοφυλακών που εντάσσονται στο πλαίσιο των ιρακινών ένοπλων δυνάμεων.

Η κίνηση αυτή που είχε να κάνει και με τον τρόπο που οι ΗΠΑ αναζητούσαν τρόπο να πλήξουν το Ιράν, είχε αρκετά αποσταθεροποιητικές επιπτώσεις στο Ιράκ, καθώς επανήλθαν τα αντιαμερικανικά αισθήματα και το αίτημα για αποχώρηση των αμερικανικών στρατιωτικών δυνάμεων από το Ιράκ, κάτι που το ζήτησε και το ίδιο το ιρακινό κοινοβούλιο. Άλλωστε, και ο Σουλεϊμανί και ο αλ Μουχαντίς ήταν ανώτεροι αξιωματούχοι, του Ιράν και του Ιράκ αντίστοιχα, και δεν μπορούσαν εύκολα να θεωρηθούν τρομοκράτες.

Οι αντιφάσεις της αμερικανικής εμπλοκής

Ήδη από τότε αρκετοί είχαν κάνει την παρατήρηση ότι ουσιαστικά οι ΗΠΑ στην προσπάθειά τους να κλιμακώσουν την αντιπαράθεση με τον Ισλαμική Δημοκρατία του Ιράν, κινδυνεύουν να αποσταθεροποιήσουν το Ιράκ ακόμη περισσότερο.

Αρκεί να αναλογιστούμε ότι το Ιράκ ήταν ούτως σε μια ενεργή πολιτική και κοινωνική κρίση, όπως φαινόταν και από τις μεγάλες διαδηλώσεις και διαμαρτυρίες που είχαν ξεσπάσει. Μάλιστα, μέσα στη δυναμική των διαμαρτυριών δεν ήταν λίγοι εκείνοι που στρέφονταν και κατά των σχετικά φιλοϊρανικών δυνάμεων που διαχειρίζονταν τη διακυβέρνηση τα τελευταία χρόνια, με τη δυσαρέσκεια να στρέφεται και κατά της Τεχεράνης αλλά και σε ορισμένες περιοχές και των ίδιων των φιλοϊρανικών σιιτικών πολιτοφυλακών.

Όμως, ως ένα βαθμό τα πράγματα μετά τις επιθέσεις άλλαξαν, παρότι οι ΗΠΑ επέλεξαν να μην κλιμακώσουν ιδιαίτερα την πολεμική αντιπαράθεση. Την ίδια στιγμή είναι σαφές ότι τόσο το Ιράν όσο και φιλοϊρανικές δυνάμεις στο Ιράκ θα ήθελαν να πιέσουν ακόμη περισσότερο τις ΗΠΑ. Ας μην ξεχνάμε ότι οι ΗΠΑ είναι σε προεκλογική περίοδο και την ίδια ώρα το ίδιο το Κογκρέσο περιόρισε τη δυνατότητα του Προέδρου Τραμπ να διεξάγει πόλεμο στο Ιράν. Σε αυτό το πλαίσιο, είναι σαφές ότι από τη μεριά του Ιράν υπάρχει μια διπλή στοχοθεσία: από τη μια να κλιμακωθεί η πίεση για αποχώρηση των στρατιωτικών δυνάμεων των ΗΠΑ από την περιοχή, αφετέρου να φθαρεί όσο το δυνατόν περισσότερο η εικόνα του Προέδρου Τραμπ, κατεξοχήν υποστηρικτή της στρατηγικής της «μέγιστης  πίεσης» στην Τεχεράνη.

Ο νέος γύρος της αντιπαράθεσης

Σε αυτό το φόντο μπορεί κανείς να δει την εκ νέου ενεργοποίηση των σιιτικών πολιτοφυλακών στο Ιράκ. Στις 11 Μαρτίου η στρατιωτική βάση Τάτζι, βόρεια της Βαγδάτης, χτυπήθηκε από 18 ρουκέτες Κατιούσα, που είχαν ως αποτέλεσμα το θάνατο δύο αμερικανών στρατιωτών και ενός βρετανού. Επίσημη ανάληψη δεν υπήρξε αλλά πολλοί θεώρησαν υπεύθυνες τις Λαϊκές Δυνάμεις Κινητοποίησης, που υποστηρίζονται από το Ιράν. Είναι χαρακτηριστικό πάντως ότι η Κατα’ίμπ Χεζμπολάχ, μια από τις κυριότερες σιιτικές πολιτικοφυλακές, χαιρέτησε την επίθεση, την ώρα που ο πρωθυπουργός, ο πρόεδρος, ο πρόεδρος της Βουλής και αρκετοί αρχηγοί ιρακινών κομμάτων την καταδίκασαν.

Λίγο μετά την επίθεση αεροσκάφη έπληξαν σε αντίποινα τη στρατιωτική βάση Ιμάμ Αλί στο Αλμπουκαμάλ κοντά σε ένα στρατηγικό πέρασμα προς τη Συρία, με αποτέλεσμα το θάνατο τουλάχιστον 25 ανθρώπων. Η επίθεση των αμερικανικών δυνάμεων στόχευε μια βάση που κυρίως χρησιμοποιείται από ιρακινές σιιτικές πολιτοφυλακές.

Όμως, αυτού του είδους οι πολεμικές επιχειρήσεις των ΗΠΑ είχαν τον κίνδυνο να διαμορφώσουν ξανά ένα κλίμα κατά της αμερικανικής παρουσίας, ιδίως από τη στιγμή που στρέφονται κατά πολιτοφυλακών που αποτελούν τμήμα των επίσημων πολιτικών δυνάμεων του Ιράκ. Ας μην ξεχνάμε ότι παρότι οι ΗΠΑ είναι γενικά σε κατεύθυνση απεμπλοκής από τέτοιες συγκρούσεις, εντούτοις δεν μπορούν να δώσουν την εικόνα ότι γενικά αποχωρούν από τη Μέση Ανατολή.

Δεν είναι τυχαίο ότι ο Ιρακινός πρόεδρος Μπαρχάμ Σαλίχ έσπευσε να καταδικάσει τις αμερικανικές επιθέσεις, θεωρώντας ότι αποτελούν παραβίαση της κυριαρχίας της χώρας του, ενώ τις αμερικανικές επιθέσεις κατήγγειλαν και οι ιρακινές ένοπλες δυνάμεις με ανακοίνωσή τους. Μάλιστα, το υπουργείο Εξωτερικών του Ιράκ έκανε επίσημα διαβήματα προς τις ΗΠΑ και το Ηνωμένο Βασίλειο. Από τη μεριά τους οι ΗΠΑ υποστηρίζουν ότι οι ιρακινές αρχές ήταν ενημερωμένες για την επίθεση και ότι οι επιθέσεις ήταν «αμυντικές και αναλογικές» προς το πλήγμα που είχαν δεχτεί. Πληροφορίες αναφέρουν ότι και βρετανικές δυνάμεις πήραν μέρος στις επιθέσεις.

Μια σύγκρουση και οι κίνδυνοί της

Την ίδια ώρα είναι προφανές ότι ένα μέρος της σύγκρουσης ανάμεσα στην Τεχεράνη και την Ουάσιγκτον διεξάγεται σήμερα στο έδαφος του Ιράκ και φορτίζει ιδιαίτερα και τις έντονες εσωτερικές κοινωνικές και πολιτικές αντιπαραθέσεις στο ίδιο το Ιράκ. Αυτό μπορεί να εξηγήσει γιατί σε πείσμα της γενικής κατεύθυνσης των ΗΠΑ για απεμπλοκή από τις συγκρούσεις στη Μέση Ανατολή, στην πραγματικότητα δείχνουν να θέλουν να ενισχύσουν την παρουσία τους στην περιοχή ακόμη περισσότερο. Μόνο που η προσπάθειά τους να ασκήσουν πίεση στο Ιράν μπορεί τελικά να έχει ως αποτέλεσμα στο ίδιο το Ιράκ τα πράγματα να γίνουν χειρότερα και ο συσχετισμός εκεί να κινδυνεύει να γίνει αρνητικός για τις ίδιες τις ΗΠΑ.

Γράψτε το σχόλιό σας

Ακολουθήστε το in.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο in. gr